Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Το Supermarket του Ουρανού

Περπατούσα πριν καιρό στην λεωφόρο της ζωής.
Μια μέρα είδα μια πινακίδα που έγραφε: «Σουπερμάρκετ Ουρανού».
Καθώς ήρθα πιο κοντά η πόρτα άνοιξε και δίχως να το καταλάβω, βρέθηκα μέσα.
Είδα οικοδεσπότες Αγγελούδια που στέκονταν παντού. Ένα αγγελούδι με πλησίασε, μου έδωσε ένα καλάθι και μου είπε: «ψώνισε με σύνεση».
Όλα όσα ένας χριστιανός χρειάζεται ήταν μές΄το σουπερμάρκετ.
Όσα δεν μπορούσες να κουβαλήσεις σήμερα, θα μπορούσες να ξανάρθεις πάλι.
Στο καλάθι μου ρώτα έβαλα λίγη «Υπομονή» και στην ίδια σειρά βρήκα την
«Αγάπη» και πιο κάτω την
«Κατανόηση».
Τα χρειάζεσαι αυτά παντού, όπου κι αν πάς.
Πήρα μία σακούλα
«Σοφία» μια, δύο σακούλες
«Πίστη».
Δεν μπορούσα να προσπεράσω το Άγιο Πνεύμα γιατί ήταν παντού μέσα στην αίθουσα.
Σταμάτησα να πάρω λίγη
«Δύναμη» και
«Κουράγιο», για να βοηθηθώ να τρέξω στον αγώνα.
Σχεδόν το καλάθι μου είχε γεμίσει, μα θυμήθηκα ότι χρειαζόμουν την
«Ευλογία».
Δεν ξέχασα να πάρω τη
«Σωτηρία»
γιατί ήταν δωρεάν. Έτσι προσπάθησα και πήρα αρκετή και για τους δύο, για σένα και εμένα.
Οπωσδήποτε μην παραλείψω, μην προσπεράσω, την
«Ταπεινοφροσύνη», τη
«Συγχώρηση», τη
«Δικαιοσύνη» και την
«Ευγνωμοσύνη».
Τελικά ξεκίνησα για το ταμείο να πληρώσει το λογαριασμό. Πίστευα ότι είχα ότι χρειαζόμουν για να εκπληρώσω την επιθυμία του δασκάλου μου.
Καθώς προχωρούσα στο διάδρομο είδα την
«Προσευχή» και την
«Εγκράτεια».
Σίγουρα τις χρειαζόμουν και τι δύο, γιατί ήξερα ότι μόλις βγω έξω θα συναντούσα ην αμαρτία.
Η «Ειρήνη» και ή «Χαρά» ήταν εν αφθονία στο τελευταίο ράφι.
Το «Τραγούδι» και η «Δοξολογία» κρέμονταν στο πλάι κι έτσι έβαλα και από αυτά στο καλάθι μου.
Πλησιάζοντας τον άγγελο στο ταμείο τον ρώτησα:
-Πόσα σας οφείλω;
-Πάρε τα μαζί σου όπου κι αν πάς, μου απάντησε με ένα μειδίαμα.
-Πόσα σας οφείλω γι όλα αυτά; Ξαναρώτησα
Ο Άγγελος χαμογέλασε πάλι και μου είπε:
«Ο Χριστός έχει πληρώσει το λογαριασμό σου πριν πολλά πολλά χρόνια»

Άγιος Ερμογένης (Εορτάζει 5 Οκτωβρίου)


"Ναι! "Νήσος των Αγίων".

Εδώ όχι μονάχα γεννήθηκαν κι έζησαν και διακρίθηκαν ένα μεγάλο ποσοστό αγίων προσώπων, αλλά και την Κύπρο μας διάλεξαν ως τόπο κατοικίας πολλοί από διάφορες χώρες, που πόθησαν να ζήσουν μια ενάρετη κι άγια ζωή. Κάτι περισσότερο. Πολλά λείψανα αγίων και μαρτύρων της πίστεως πού ρίχτηκαν στη θάλασσα με τον σκοπό ν' αφανιστούν, το πανάγιο χέρι της Πρόνοιας του Θεού στο νησί μας το οδήγησε να φτάσουν και να βρουν φιλοξενία και σεβασμό.


Ένας τέτοιος άγιος και ιερομάρτυρας, που μας ήρθε σε μια κάσα μέσα, είναι κι ο μακάριος επίσκοπος της Σάμου, ο Ερμογένης.


Γεννήθηκε σε μια παράλια κωμόπολη του νόμου Αττάλειας της Μικράς Ασίας, τη Φοινικούντα. Πότε ακριβώς, δεν γνωρίζουμε. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι, πως οι γονείς του ήταν χριστιανοί και μάλιστα ευσεβείς και φιλόθεοι. Αυτοί φρόντισαν να ρίξουν στην ψυχή του παιδιού τους απ' αυτή την περίοδο της βρεφικής του ηλικίας τα σπέρματα της ευσέβειας και της αγάπης στον Θεό. Κι η προσπάθεια τους ευλογήθηκε πλούσια από τον Επουράνιο Γεωργό.

Ο νεαρός Ερμογένης στο περιεχόμενο της Αγίας Γραφής βρήκε ό,τι ζητούσε. Την ψυχαγωγία, την αληθινή μόρφωση, την αρετή, την ανώτερη ζωή. Στα συνομήλικα του παιδιά που ερχόντουσαν να τον καλέσουν να βγούνε έξω, για να πάνε να παίζουν, ο φιλόθρησκος νέος φρόντιζε πάντα κάτι να βρει, για να μη διακόψει τη μελέτη και την απασχόληση του με τα ιερά γράμματα.

Έτσι, μαζί με τη σωματική του πρόοδο αναπτυσσόταν παράλληλα και διακρινόταν κι η αρετή του. Η καρδιά του είχε πυρποληθεί κυριολεκτικά από την αγάπη του Χριστού. Γι' αυτό και τις αρχές του τις χριστιανικές, τις αρχές που απέκτησε τόσο από τις συμβουλές και το καλό και ζωντανό παράδειγμα των ευσεβών γονιών του, όσο κι από την όλη μόρφωση του, τις κράτησε σταθερά σαν τον πιο πολύτιμο θησαυρό. Και το 'δειξε από νωρίς.
Νέος ακόμη στην πιο κρίσιμη καμπή της ζωής του έχασε και τους δύο γονείς του. Η αγάπη του Θεού τους κάλεσε κοντά Του. Μόνος κι ευκατάστατος κι ευπαρουσίαστος καθώς ήταν, δοκίμασε τότες δεινούς πειρασμούς. Όμως γιατί θεμελίωσε τη ζωή του πάνω στον αιώνιο βράχο, στη διδασκαλία και τον νόμο του Ευαγγελίου, έμεινε απρόσβλητος. Συνέβη και με τον αγνό και πιστό νέο, εκείνο που τονίζει ο Κύριος στην επί του Όρους ομιλία του σχετικά με την οικία τη στερεή. "Και κατέβει η βροχή και ήλθον οι ποταμοί και έπνευσαν οι άνεμοι και προσέπεσον τη οικία εκείνη και ουκ έπεσε· τεθεμελίωτο γαρ επί την πέτραν". (Ματθ. ζ' 25).

Δηλαδή ήρθε η βροχή και ξεχύθηκαν οι ποταμοί της νεροποντής και φύσηξαν οι δυνατοί άνεμοι και πέσανε με ορμή πάνω στο σπίτι κι αυτό δεν κρημνίστηκε. Δεν σάλεψε καθόλου, γιατί θεμελιώθηκε στερεά πάνω στην πέτρα.


Ώ! όση αξία έχουν τα γερά θεμέλια σε μια οικοδομή, άλλη τόση και μεγαλύτερη αξία έχει η γερή θεμελίωση της ζωής του ανθρώπου κατά την παιδική και νεανική του ηλικία. Κι η κατάλληλη θεμελίωση του χαρακτήρα ενός ανθρώπου επιτυγχάνεται, αν στηριχτεί αυτός στις αιώνιες αλήθειες της χριστιανικής πίστεως. Το "ό εάν σπείρει άνθρωπος, τούτο και θερίσει" έχει πλήρη την εφαρμογή του σε τούτη την περίπτωση.

Όταν ο άνθρωπος στην παιδική και νεανική του ηλικία δεχθεί στην ψυχή τα σπέρματα μιας ενάρετης ζωής, τότε ο άνθρωπος αυτός στις δύσκολες μέρες που θα συναντήσει δεν θα κινδυνεύει να λιποψυχήσει και να παρασυρθεί και να καταστραφεί. Γιατί είναι φυσικό στη ζωή μας να δοκιμάσουμε οι άνθρωποι πειρασμούς και θλίψεις και παραγνωρίσεις και διωγμούς και δοκιμασίες. Είναι η βροχή κι οι νεροποντές κι οι άνεμοι που προσβάλλουν ένα σπίτι. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος έβαλε γερά θεμέλια, και στήριξε τον χαρακτήρα του στη στερεή πέτρα της διδασκαλίας του Χριστού, δεν έχει να πάθει τίποτα. Αυτό γίνεται με τον καθένα. Αυτό γίνηκε και με τον αγνό κι ενάρετο νέο, τον Ερμογένη.


Στους ποικίλους πειρασμούς που αντιμετωπίζει με την αφάνεια του ο θεοφιλής νέος αντιτάσσει το ηθικό του παράστημα και νικά. Διαμοιράζει την περιουσία που του αφήκαν οι στοργικοί και πλούσιοι γονείς του στους πτωχούς, στους αδελφούς του Χριστού και κυρίους του, όπως τους ονόμαζε, και φεύγει.

Η ζωή των ιερών αγωνιστών και μοναστών της Αιγύπτου για τους οποίους είχε ακούσει τόσα πολλά, τον οδηγεί στη χώρα του Νείλου. Πάει εκεί να τους γνωρίσει και να διδαχθεί απ' το παράδειγμα και τους αγώνες τους. Πόσο καιρό έμεινε κοντά τους δεν ξέρουμε. Εκείνο που αναφέρει ο Συναξαριστής, είναι πως από την Αίγυπτο, επισκέφθηκε αργότερα τις Αθήνες και μετά την Κωνσταντινούπολη. Εκεί ώριμος πια κι υπόδειγμα ζηλωτού και χρηστού και ενάρετου ανδρός, κλήθηκε από τον εκεί αρχιεπίσκοπο να αναλάβει το Ιερατικό αξίωμα.

Ο θεοφιλής ασκητής θέλησε να αρνηθεί. Το βάρος του Ιερατικού αξιώματος κι οι ευθύνες μιας ζωής αφιερωμένης τον κάμνουν να δειλιάζει. Η επιμονή όμως του αγίου επισκόπου της ιστορικής πόλεως τον πείθει στο τέλος. Ο ταπεινός εργάτης του Χριστού θεωρεί την επιμονή του πνευματικού πατέρα της Μεγάλης Εκκλησίας σαν εντολή Θεού και αποδέχεται να αναλάβει την παρακαταθήκη της Ιερωσύνης.

Σε μικρό σχετικό διάστημα χειροτονείται επίσκοπος και στέλλεται να ποιμάνει την Εκκλησία της Σάμου. Ο λύχνος είχε τεθεί πια "επί την λυχνίαν".


Ο ψυχικός πλούτος, η πλούσια μόρφωση κι η δοκιμασμένη αρετή του ιερού ποιμένα έκαμαν, ώστε σύντομα ο Ερμογένης να αναδειχθεί αντάξιος της μεγάλης τιμής, μα και της βαριάς ευθύνης της ιερωσύνης.
Στο πρόσωπο του οι χριστιανοί της Σάμου βρήκαν ό,τι ζητούσαν. Τον φιλόστοργο πατέρα, τον φλογερό δάσκαλο, τον πράο και ησύχιο σύμβουλο, τον πιστό οικονόμο των μυστηρίων του Θεού. Νύκτα και μέρα μοχθούσε ο ιερός πατήρ στο έργο της χριστιανικής διδασκαλίας και της φιλανθρωπίας. Με λόγια ζωντανά δίδασκε τον λαό του και πρόβαλλε παν τού το φως του Χριστού. Πολλοί προσερχόντουσαν στη νέα πίστη. Κι όλους τους κατεύθυνε με υπομονή και πραότητα κι ανεξικακία. Πολλά θαύματα αναφέρεται, πως έκαμε, με τη χάρη του Θεού, για να εξυπηρετήσει και παρηγορήσει τον πονεμένο λαό του. Πολλά συγγράμματα ακόμη έγραψε, συγγράμματα αξιομνημόνευτα, για να διαφωτίσει και στη ρίξει, μα και να υπερασπίσει τη χριστιανική αλήθεια από την αίρεση του Αρείου και των άλλων αιρετικών, αλλά και από την ειδωλολατρία, η οποία είχε ακόμη πολλούς οπαδούς. Σε αξιοζήλευτο βαθμό ο άγιος επίσκοπος οργάνωσε και την φιλανθρωπία.

Έτσι αναδείχθηκε κατά τον ιερό υμνογράφο "σκεύος εκλεκτόν άγιον τω Κυρίω, ιερωσύνης κανών, της εγκράτειας αληθές καταγώγιον, στάθμη της σωφροσύνης, των αρετών θησαυρός, ελεημοσύνης πηγή βρύουσα" αλλά και "ο στηρίζων τους πιστούς προς ευσέβειαν και ο επακούων ασθενών ταις δεήσεσι και ο παρέχων πάσι την υγείαν και ρώσιν και χάριν πάντοτε".


Έτσι ο "λύχνος ο διαυγέστατος" λάμπρυνε την Ιερή στολή κι αναδείχθηκε διαπρύσιος κήρυκας των διαταγμάτων του Χριστού.

Στα μάτια του μπροστά είχε πάντοτε τη σύσταση του θείου Παύλου, προς τον Τιμόθεο. "Την παρακαταθήκην φύλαξον" (Α' Τιμοθ. δ' 20).

Φύλαξε, Τιμόθεε, την παρακαταθήκη των αληθειών του Ευαγγελίου.

Φύλαξε την ανόθευτη και ακέραιη.

Και την φύλαξε ο Τιμόθεος.


Την φύλαξε όμως κι ο Ιερός Ερμογένης. Την φύλαξε μέχρι θανάτου. Στη σκέψη του ο μακάριος πατήρ έφερνε συχνά, πολύ συχνά του Κυρίου τα λόγια. "Ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβά των (Ιωάν. ι , 11). Και την θυσίασε τη ζωή του για να σώσει και διαφυλάξει τα πρόβατα του. Τα χρόνια εκείνα ήσαν χρόνια πολύ δύσκολα.

Από τη μια οι αιρετικοί, και μάλιστα του Αρείου οι οπαδοί, από την άλλη οι Ιουδαίοι κι οι ειδωλολάτρες δίωκαν άγρια τους πιστούς χριστιανούς. Δεν τους εμπόδιζαν μόνο από του να επιτελέσουν τα Θρησκευτικά τους καθήκοντα, αλλά και τους έπιαναν και σαν άκακα αρνία τους οδηγούσαν στη σφαγή και τον μαρτυρικό θάνατο.

Γι' αυτό και πολύ κακοπαθούσαν εκείνο τον καιρό οι πραγματικοί ποιμένες.

Κάθε μέρα έβλεπαν "την ζωήν των κρεμαμένην κατέναντι των οφθαλμών αυτών".

Με κίνδυνο της ζωής τους έπρεπε να τρέχουν παντού για να ενθαρρύνουν, να στηρίζουν, να παρηγορήσουν, να συγκρατήσουν. Αυτό έκαμε κι ο αληθινός ποιμήν, ο θεόπεμπτος Ερμογένης.

Ενθουσιώδης και φλογερός κι ακούραστος κινείται με ζήλο όπου τον καλούσε το καθήκον, για να φυλάξει κι ενισχύσει τα πνευματικά του παιδιά. Νύκτες ξαγρυπνά για να εμφυσήσει στις καρδιές το θάρρος και την εμμονή στα πνευματικά τους Βιώματα. Με υπομονή και γενναιοψυχία τους τονίζει κάθε στιγμή τη χαρά που θα απολαμβάνουν οι ψυχές των πιστών στην ουράνια κι αιώνια βασιλεία του θεού. "Ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς" (Ρωμ. η', 18).

Παιδιά μου, τους έλεγε, αυτά που θα υποφέρουμε κατά το διάστημα τούτο της ζωής της επίγειας, δεν είναι άξια κατά κανένα τρόπο να συγκριθούν προς τη δόξα, που μέλλει ν' αποκαλυφθεί και να δοθεί βραβείο σ' εμάς. Πιστοί στον ουράνιο Αρχηγό μας, ας μείνουμε μέχρι θανάτου. Κι έμεινε πρώτος αυτός.


Γιατί, όπως ήταν φυσικό, η δράση του δεν μπορούσε να μη γίνει γνωστή. Φανατικοί ειδωλολάτρες έσπευσαν να καταγγείλουν τον ζηλωτή επίσκοπο στον ηγεμόνα της Σάμου Σαντορνίνο.

Κι αυτός μανιώδης διώκτης της νέας πίστεως άρπαξε την ευκαιρία να καλέσει τον άγιο μπροστά του σε απολογία.

Πληροφορημένος για τη μόρφωση και τη φιλανθρωπία του δοκίμασε στην αρχή να του δείξει κάποια καλοσύνη με την ελπίδα, πως μπορούσε να τον φιλοτιμήσει και τον παρασύρει στην ειδωλολατρία.


- Έμαθα, του είπε, πως εσύ ένας τόσο μορφωμένος άνθρωπος έπα ψες να αποδίδεις τιμή και σεβασμό στους μεγάλους θεούς που δεχόμαστε όλοι και πιστεύεις και διδάσκεις κι άλλους να πιστεύουν για Θεό κάποιο Ιουδαίο Ιησού, που τον σταύρωσαν οι συμπατριώτες του.

Έμαθα ακόμη πως είσαι και διδάσκαλος των χριστιανών και αρχιερέας τους. Δυσκολεύτηκα να το πιστέψω. Γι' αυτό και σε κάλεσα να μάθω από σένα τον ίδιο την αλήθεια. Τι λες;


Ναι! Άρχοντα μου. Είμαι χριστιανός, Γιατί θεοί, δεν μπορούν να 'ναι πέτρες και τα ξύλα, που λατρεύετε. Αυτά είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα. Έχουν μάτια και δεν βλέπουν. Έχουν αυτιά, μα δεν ακούουν. Δεν καταλαβαίνουν. Δεν αισθάνονται. Ο Θεός των χριστιανών και Θεός μου είναι Αυτός που δημιούργησε όλο τον κόσμο κι εμάς τους ανθρώπους. Αυτός για τη δική μας τη σωτηρία, επειδή ξεφύγαμε από τον δρόμο που μας χάραξε, για να είμαστε ευτυχισμένοι, έστειλε στον κόσμο τον Μονογενή Υιό του, για να μας οδηγήσει και πάλι στον ίσιο δρόμο.
Ήλθε ο Χριστός και μας δίδαξε το θέλημα του Θεού και μας έδωκε τα μέσα να σωθούμε.


Πάψε, Ερμογένη. Άφησε τα παραμύθια κι έλα να θυσιάσεις στους μεγάλους θεούς, για να γλιτώσεις την περιουσία σου και τη ζωή σου.


Περιουσία δεν έχω άρχοντα μου. Οι βοήθειες που δίνω στους φτωχούς και πεινασμένους δεν είναι δικά μου πλούτη. Όσο για τη ζωή μου ανήκει στον Κύριο μου.


Μανιασμένος ο τύραννος από το ψυχικό μεγαλείο του χριστιανού επισκόπου νόμισε, πως μόνο με τη βία θα μπορούσε να τον καταβάλει. Η αδυναμία του στα επιχειρήματα τον έκαμε ακόμη πιο αδύνατο στην καρδία. Γι' αυτό και διέταξε να βασανίσουν τον ομολογητή μέχρι που να μετανιώσει και να ζητήσει συγγνώμη. Δεν μπορούσε να καταλάβει ο δυστυχισμένος, πως η άρνηση κι η προδοσία δεν έχουν θέση στην καρδιά των γνήσιων χριστιανών.


Οι στρατιώτες που στεκόντουσαν εκεί, στην προσταγή του άρχοντα τους άρπαξαν αμέσως τον γέροντα επίσκοπο, του έδεσαν τα χέρια πίσω, τον έριξαν κάτω στη γη κι άρχισαν να τον κτυπούν με δερμάτινα μαστίγια. Οι σάρκες του ιερού αθλητή ξεσχίζονταν. Τα αίματα τρέχουν και ποτίζουν τη γη. Μα αυτός αλύγιστος και άφοβος δέχεται την κάκωση με προσευχή και δοξολογία του ονόματος του Θεού.
Κάποια στιγμή σ' ένα νεύμα του ηγεμόνα οι στρατιώτες σταμάτησαν. Κι αυτός με υποκριτική στενοχώρια απευθύνεται στον άγιο και τον ρωτά:


Τι λες επίσκοπε; Σωφρονίστηκες ή ακόμη;


Κι ο άγιος με θάρρος και γενναιότητα ψυχής του απαντά:

"Άρχοντα, τα μέσα που χρησιμοποιείς, δεν με πονούν, ούτε και με τρομάζουν. Ο Χριστός μου, μας παραγγέλλει να μη δειλιάζουμε από κείνους που θανατώνουν το κορμί μας, αλλά είναι αδύνατοι να βλάψουν την ψυχή μας. Συνέχισε τα βασανιστήρια που έχεις στη διάθεση σου. Θαρρώ, πως οι άνθρωποί σου θα κουραστούν να βασανίζουν, παρά εγώ να υπομένω".


Τα λόγια του Μάρτυρος προκάλεσαν ακόμη περισσότερο την οργή του ηγεμόνα, που πρόσταξε να κρεμάσουν τον άγιο ψηλά σ' ένα ξύλο και με νύχια σιδερένια να του σχίζουν τις πλευρές κι ύστερα με λαμπάδες αναμμένες να του καίνε τις σάρκες.

Και το νέο μαρτύριο το δέχτηκε ο επίσκοπος με την ίδια παρρησία κι υπομονή.

Στο τέλος ο άρχοντας για να δικαιολογήσει την αδυναμία του, διατάζει να ρίψουν τον ιερομάρτυρα στη φυλακή και ν' ασφαλίσουν τα πόδια του στο ξύλο1 στον τράχηλο του δε να βάλουν μια βαριά αλυσίδα. ΟΙ δήμιοι εξετέλεσαν πιστά την προσταγή του κυρίου τους κι έφυγαν. Διπλή φρουρά ανέλαβε να προσέχει τον καταπληγωμένο αθλητή.


Μέσα στο πηκτό σκοτάδι και την αποπνικτική ατμόσφαιρα του κελιού στο οποίο ρίχτηκε ο άγιος, μια γλυκιά φωνή ακούεται σε λίγο:

"Ο Θεός μου, μη μακρύνης απ' εμού' ο Θεός μου, εις την βοήθειάν μου πρόσχες· αισχυνθήτωσαν και εκλιπέτωσαν οι ενδιαβάλλοντες την ψυχήν μου, περιβαλέσθωσαν αισχύνην και εντροπήν οι ζητούντες τα κακά μοι". (Ψαλμ. ο', 12-13).

Το μεσονύκτιο εκεί που ο άγιος έψαλε και προσευχόταν, δυνατός σεισμός συνεκλόνισε τη φυλακή.

Τα δεσμά του μάρτυρος λύθηκαν κι ένα φως έλαμψε και φώτισε τα γύρω. Μέσα στο φως μια γλυκιά μορφή πρόβαλε, του Ιησού Χριστού η μορφή ανάμεσα σε πλήθος από αγγέλους και μια φωνή δυνατή ακούστηκε να λέγει:

"Χαίρε, ιερομάρτυς Ερμόγενες· ανδρίζου και δυναμώνου και μη φοβάσαι. Δεν σε εγκαταλείπω. Κοντά σου θα είμαι πάντα".

Μετά τα λόγια αυτά η μορφή του Κυρίου χάθηκε, ενώ μια ευωδιά πλήρωσε όλα τα κελιά κι ο άγιος θεραπεύτηκε από τις πληγές, ώστε να μη φαίνεται σημάδι από τις κακώσεις.


Την άλλη μέρα οι στρατιώτες που ήρθαν να πάρουν τον άγιο δεν πίστευαν στα μάτια τους. Το κελί ανοικτό, οι φρουροί απ' έξω τρομαγμένοι κι ο επίσκοπος τελείως καλά.

Όταν ο άρχοντας τον είδε ταράχθηκε, καθώς κι εκείνοι που ήταν γύρω του.

Έκρυψε όμως την ταραχή του και με προσποιητή λύπη προσπάθησε να δικαιολογηθεί για τα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλε την προηγούμενη μέρα.

"Έλα, του λέγει, Ερμογένη. Μετανόησε έστω και τώρα, για να πάρεις την ελευθερία σου. Αλλοιώς..."

Στη νέα απειλή του άρχοντα με φανερή αηδία και περιφρόνηση, απήντησε ο δούλος του Χριστού:


-Πάψε, αλιτήριε, να με κολακεύεις και να με απειλείς. Οι κολακείες κι οι απειλές σου δεν με συγκινούν. Ούτε και με τρομάζουν. Κι έπρεπε να το καταλάβεις. Κι ο θάνατος τον οποίο μου προβάλλεις σαν επιστέγασμα των κακώσεων μου, δεν με ταράζει. Ο θάνατος είναι για μας τους χριστιανούς λύτρωση κι ευεργεσία, γιατί μας οδηγεί μια ώρα πιο γρήγορα κοντά στον Κύριο και Θεό μας. "Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν". Είμαι χριστιανός και θα μείνω χριστιανός.


Ο Σαντορνίνος σηκώθηκε αμέσως εξαγριωμένος κι έδωσε εντολή για νέα βασανιστήρια. Οι δήμιοι έφεραν στη στιγμή άγρια αλόγα κι έδεσαν τον γέροντα επίσκοπο σ' αυτά, για να τον σύρουν στη γη μέχρι που να διαλυθούν τα μέλη του. Τα άλογα όμως σαν ένοιωσαν πίσω τους το θύμα ημέρεψαν και στάθηκαν.


- Μέγας ο Θεός των χριστιανών, φωνάζουν τα πλήθη. Αυτός είναι ο αληθινός Θεός.


Κι ο άγιος με θρησκευτική κατάνυξη σηκώνει τα χέρια του και ψάλλει: "Κύριος εμοί Βοηθός και ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος; Ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ Κύριε, μετ' εμού ει".


Η προσευχή κι η ψαλμωδία δίνει δύναμη στην ψυχή του μάρτυρα. Έτοιμος είναι να δεχθεί τα πάντα για την αγάπη του Χριστού. Μια μυστική κι ανεξήγητη από πλευράς ανθρωπίνης γαλήνη έχει πλημμυρίσει τον ψυχικό του κόσμο, που τον κάνει να μην υπολογίζει και να μη φοβάται τίποτα.

Το βλέπει ο τύραννος. Δεν έχει χορτάσει όμως από αίμα. Με λύσσα ποθεί να ξεσχίσει το θύμα του και να το κάμει χίλια κομμάτια και το υποβάλλει σε νέα Βασανιστήρια. Τον τρυπούν με πυρωμένες σούβλες. Τον ρίχνουν κάτω από ένα γκρεμό και στο τέλος τον αποκεφαλίζουν.

Προτού αποθάνει ο μακάριος αθλητής εκεί στον τόπο της καταδίκης του γονάτισε. Ανέπεμψε θερμή μια προσευχή. Ευχαρίστησε τον Κύριο που τον βοήθησε και τον αξίωσε να πεθάνει για τη δόξα του. Δεήθηκε να συγχωρήσει τους δήμιους του και να χαρίσει στην Εκκλησία του την ειρήνη και στους πιστούς αγάπη και παρρησία και πίστη.

Ύστερα έκλινε τα κεφάλι. Η μάχαιρα του δήμιου έπεσε βαριά και χώρισε το σώμα σε δύο.


Τη νύχτα θαρραλέοι χριστιανοί πήγαν στον τόπο του μαρτυρίου, πήραν το άγιο λείψανο κι αφού το έπλυναν με τα μύρα της αγάπης τους, το έντυσαν και το έβαλαν μέσα σε μια κάσα μαζί με την αγία κάρα.

Έπειτα αφού το ασφάλισαν, το εμπιστεύτηκαν στη θάλασσα. Το έρριψαν σ' αύτη, για να μη το αφανίσουν οι εχθροί.

Κι η θάλασσα σαν στοργική μάνα φύλαξε το άγιο σκήνωμα του ιερομάρτυρος και μετά από καιρό το έφερε με τα κύματα της και το εναποθέτησε απαλά στην ακρογιαλιά του Κουρίου.

Εδώ το βρήκαν οι χριστιανοί της πόλεως. Με δάκρυα και τιμές το σήκωσαν και με εξόδιους ύμνους το πήρανε και το θάψανε εκεί στην Επισκοπή.

Δίπλα στον τάφο η αγάπη τους ανήγειρε μετά από καιρό ένα όμορφο ναό, που υπάρχει ως τα σήμερα. Τα θαύματα του καλού ποιμένας συνεχίζονται σε όσους με ευλάβεια και πίστη προσφεύγουνε στη χάρη του και ζητάνε τη μεσιτεία του.

Πηγή: http://www.pigizois.net/kiprioi_agioi/ermogenis.htm

Αγία Χαριτίνη (Εορτάζει 5 Οκτωβρίου)


Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη της αγίας μάρτυρος Χαριτίνης. Η αγία Χαριτίνη είναι από τις πολλές εκείνες νεαρές γυναίκες, που στον καιρό των αρχαίων διωγμών, αλλά και σε κάθε καιρό που διώκεται η πίστη και η Εκκλησία, προτίμησαν την αγάπη του Χριστού από την αγάπη του κόσμου. Αυτό είναι περισσότερο ανδρείο και γενναίο απ’ ό,τι μπορούμε να σκεφτούμε στον καιρό μας, που όλοι μας είμαστε παραδομένοι στην αγάπη του κόσμου και την απόλαυση του βίου. Μια νεαρή γυναίκα, που μπορεί να προτίμησει την ουράνια δόξα και να περιφρόνησει την απόλαυση των εγκοσμίων, αλλά και να αντέξει σε απάνθρωπα βασανιστήρια και σε σκληρό θάνατο, αξίζει να τη θαυμάσουμε και να την τιμήσουμε κι όσο μπορούμε να την μιμηθούμε.

Η αγία Χαριτίνη μαρτύρησε στα 290 μετά τη γέννηση του Χριστού στα χρόνια του βασιλιά στην Ανατολή Διοκλητιανού και του ηγεμόνα Δομετίου, στα χρόνια δηλαδή του μεγάλου διωγμού της Εκκλησίας. Ύστερ’ από το Διοκλητιανό, ο Μέγας Κωνσταντίνος εξέδωσε τα δυό διατάγματα του, που άφηναν ελεύθερους τους χριστιανούς, αν και μικρότεροι διωγμοί εδώ – εκεί συνεχίζονταν. Η Χαριτίνη ήταν σκλάβα σε κάποιον Κλαύδιο, που αν και δεν ήταν χριστιανός, αγαπούσε και σεβότανε τη γυναίκα του σπιτιού του. Θα πρέπει να διαβάσουμε την προς Φιλήμονα επιστολή του αποστόλου Παύλου, για να δούμε ποιά ήταν η θέση των δούλων στα σπίτια όχι μόνο των χριστιανών, αν είχαν οι χριστιανοί δούλους, αλλά όλων των ανθρώπων, που φοβόντανε το Θεό.
Όταν ο Δομέτιος έμαθε για τη χριστιανή Χαριτίνη, έγραψε στον Κλαύδιο να του την στείλει για να την ανακρίνει. Είναι πολύ συγκινητικός ο διάλογος μεταξύ του Κλαυδίου και της σκλάβας του Χαριτίνης. Ο Κλαύδιος, υποχρεωμένος να υπακούσει στον ηγεμόνα Δομέτιο, άρχισε να κλαίει και να θρηνεί, όχι για τη στέρηση της σκλάβας του, αλλά για τα σκληρά βασανιστήρια που την περίμεναν. Η Χαριτίνη τότε, με πολλή πίστη και θάρρος, άρχισε να τον καθησυχάζει. «Μη λυπείσαι, Κύριε μου, του είπε, αλλά μάλλον να χαίρεις, γιατί εγώ αξιώνομαι να γίνω θυσία ευάρεστη στο Θεό». Κι ο Κλαύδιος απάντησε «Γυναίκα του σπιτιού μου και δούλη του Θεού, θυμήσου με, όταν θα είσαι κοντά στον επουράνιο Βασιλέα». Δεν ήταν ακόμα χριστιανός ο Κλαύδιος, μα αισθανότανε και ομιλούσε χριστιανικά.

Η αγία Χαριτίνη οδηγήθηκε δεμένη μπροστά στον ηγεμόνα Δομέτιο. Γιατί τάχα την έδεσαν; Δεν ήταν φόβος να φύγει, αλλά η κακία δεν είναι μόνο απάνθρωπη, αλλά και δειλή. Χωρίς δισταγμό, η αγία ομολόγησε την πίστη της και οι βασανιστές της, για να την εξευτελίσουν, της ξύρισαν την κεφαλή, την έβαλαν επάνω σ’ αναμμένα κάρβουνα κι επάνω στις πληγές στης έχυσαν ξύδι και αλάτι. Έμπηξαν υστέρα στα στήθια της αιχμηρά σουβλιά κι έκαψαν τα πλευρά της με αναμμένες λαμπάδες, και μετά ολ’ αυτά έδεσαν στο λαιμό της μια βαρεία πέτρα και την έριξαν στη θάλασσα. Σε όλ’ αυτά την φύλαξε ο Θεός, κι όταν την ξανάπιασαν, την έσυραν επάνω σε αναμμένα κάρβουνα και της ξερίζωσαν από τα χέρια και τα πόδια τα νύχια.

Έμενε όμως ακόμα κάτι, λιγότερο αλγεινό στο σώμα, αλλά περισσότερο οδυνηρό στη ψυχή. Αυτό θα την πονούσε περισσότερο απ’ όλα και θα ήταν όλο καταισχύνη στα μάτια των ανθρώπων. Όταν εξάντλησε όλα τα βασανιστήρια κι όταν σε όλα είδε πως ηττήθηκε, ο ηγεμόνας είπε να κλείσουν την αγία σε πορνοστάσιο. Η σκοτισμένη του σκέψη κι η πωρωμένη συνείδηση ήταν ακόμα σε θέση να καταλάβει πόσο μεγάλο μαρτύριο ήταν αυτό για μια χριστιανή γυναίκα. Για κάτι τέτοιο έχουνε να μας πουν πολλά παραδείγματα πολλών γυναικών, και στην αρχαία Αντιόχεια με την αγία Πελαγία και στο Ζάλογγο και την Αραπίτσα στα νεώτερα χρόνια.

Η αγία Χαριτίνη, όπως ήταν στα χέρια των δημίων της, δεν μπορούσε ούτε στο γκρεμό να πέσει ούτε στο ποτάμι, για νά μη ντροπιαστεί από τους ανθρώπους. Προσευχήθηκε λοιπόν κι ο Θεός την πήρε «πριν τον της παρθενίας απολέση στέφανον». Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος την ομιλία του στην αγία μάρτυρα Πελαγία την αρχίζει με αυτά τα λόγια, που ταιριάζουν καί στην αγία Χαριτίνη «Ευλογητός ο Θεός! Και γυναίκες θανάτου λοιπόν καταπαίζουσι, και κόραι καταγελώσι τελευτής… Ταύτα δη πάντα διά τον εκ παρθένου Χριστόν γέγονεν ημίν τα αγαθά». Ας έχει δόξα ο Θεός! Όχι μόνο άνδρες, αλλά και γυναίκες περιφρονούν το θάνατο και κορίτσια τόχουν χαρά τους να πεθάνουν. Κι ολ’ αυτά για το Χριστό και με την χάρη του Χριστού, που γεννήθηκε από την αγνή παρθένο Θεοτόκο. Αμήν.

(+Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Εικόνες Έμψυχοι, σ.273)

Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/2009/10/05/%CE%B7-%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%82-%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B7-5-%CE%BF%CE%BA%CF%84%CF%89%CE%B2%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85/