Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΤΕ...........



Τον Σεπτέμβριο κάποιου έτους στο ογκολογικό τμήμα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Ρίου επικρατεί μεγάλη αναστάτωση. Ό μικρός Δημητράκης ζητούσε επειγόντως τον Ιερέα του Νοσοκομείου. Ήθελε οπωσδήποτε να κοινωνήσει. Ήταν 13 ετών. Ενάμιση περίπου χρόνο βρισκόταν στην συγκεκριμένη κλινική. Ένας μικρός πονοκέφαλος τον οδήγησε εκεί. Οι γιατροί διέγνωσαν καρκίνο του εγκεφάλου. Ή καταγωγή του ήταν από το Φίερι της Αλβανίας. Οι γονείς του αβάπτιστοι. Έμεναν αρκετά χρόνια στην Πάτρα. Αυτός, λίγο μετά την είσοδο του στο Νοσοκομείο, θέλησε να βαπτιστεί. Άκουγε για τον Χριστό και ήθελε να γίνει παιδί Του. Βαπτίστηκε "εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος", κατόπιν κατηχήσεως βέβαια.

Όλοι τον αγαπούσαν πολύ στην κλινική. Ό καρκίνος προχωρήσει αρκετά και ήδη του είχε στερήσει την όραση. Δεν έβλεπε καθόλου, τίποτε και κανέναν. Άκουγε όμως με μεγάλη και θαυμαστή υπομονή. Δεν παραπονιόταν. Έλεγε ότι ο Θεός τον αγαπά πολύ. Προσευχόταν και παρακαλούσε και τους γονείς του να κάνουν το 'ίδιο.

Όσοι τον επισκέπτονταν καταλάβαιναν να υπάρχει κάτι διαφορετικό σ' αυτό το παιδί. Μιλούσε συνέχεια για τον Θεό. Ήταν πάντα ευγενικό και χαρούμενο. Το πρόσωπό του έλαμπε. Ήθελε να κοινωνάει συχνά των Τιμίων Δώρων. Όταν κάποιες φορές ή μητέρα του ήταν σε κάποιον άλλο χώρο της κλινικής, φώναζε: "Μητέρα, έλα γρήγορα. Φτάνει ο παππούλης με τον Χριστό. Ανεβαίνει τα σκαλιά. Έλα να με ετοιμάσεις". και έτσι γινόταν. Ό ιερέας ερχόταν και εύρισκε τον Δημητράκη καθισμένο στο κρεβάτι του, με ανοιχτό το στόμα κάνοντας με ευλάβεια το σταυρό του.

Ενώ δεν γνώριζε την ακριβή ώρα της προσελεύσεως του ιερέως με τα Τίμια Δώρα, με διορατικό χάρισμα τον έβλεπε να έρχεται, μολονότι παρεμβάλλονταν δυο κλειστές πόρτες πού χώριζαν το δωμάτιο του από τον διάδρομο πού ερχόταν ο ιερέας. Αυτό το βεβαιώνει και ή ευλαβής κυρία Μαρία Γαλιατσάτου ή οποία εθελοντικώς φρόντιζε το παιδί αυτό. "Κυρία Μαρία, θέλω κάτι να σας πω", της είπε μία μέρα. "Όταν έρχεται ο παππούλης με τον Χριστό, τον βλέπω στις σκάλες πού ανεβαίνει και δίπλα του υπάρχουν δυο ψηλοί, όμορφοι άνθρωποι με ολόασπρη στολή πού γέρνουν προς το Άγιο Ποτήριο και με ανοιχτά τα χέρια τους το προστατεύουν".

Κάποτε τον ρώτησε ο γιατρός: "Τι κάνεις Δημητράκη, πώς πάμε;". Του απάντησε: "Κύριε γιατρέ, μπορώ να σας πω κάτι από κοντά; Εγώ καλά είμαι. Εσείς μη στεναχωριέστε πού έφυγε ή γυναίκα σας. Ό Θεός θα είναι μαζί σας, γιατί είσθε καλός άνθρωπος". Ό γιατρός έμεινε λίγο ακίνητος. Κανείς δεν ήξερε το θλιβερό γεγονός πού είχε συμβεί την προηγούμενη μέρα στο σπίτι του ότι δηλαδή τον εγκατέλειψε και πήρε άλλον άνδρα.

"Αυτό είναι παιδί του Θεού", έλεγαν όσοι το γνώριζαν.

Την τελευταία φορά πού κοινώνησε δεν μπορούσε

πλέον να σταθεί καθιστός στο κρεβάτι, αλλά υποδέχθηκε

με χαρά και λαχτάρα τον Χριστό ξαπλωμένος. "Ευχαριστώ

πολύ", ψέλλισε και μετά έκοιμήθη.

Ό ιερέας, όταν την άλλη μέρα πήγε στο νεκροτομείο να διαβάσει στον Δημητράκη το τρισάγιο, είπε: "Τέτοιο λείψανο πρώτη φορά στη ζωή μου βλέπω. Το πρόσωπο του είναι χαμογελαστό, λάμπει και έχει το χρώμα του κεχριμπαριού". Οι γονείς του αγάπησαν τον Χριστό πολύ και θέλουν και αυτοί να βαπτιστούν.



Από το Ασκητές μέσα στον κόσμο περ. "Στύλος Όρθ" τ. 58

«Κάθε γλώσσα θα ομολογήσει, θέλοντας και μη θέλοντας ότι.»

Το περιεχόμενο της προσευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»

Αυτή, λοιπόν, η θεία προσευχή, η επίκληση του Σωτήρα μας, το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με» είναι και προσευχή και ευχή και ομολογία πίστεως και μεταδίδει το Άγιο Πνεύμα και χορηγεί τις θείες δωρεές, είναι και κάθαρση της καρδιάς, διώχνει τους δαίμονες και κατοικίζει μέσα της τον Ιησού Χριστό, είναι πηγή πνευματικών σκέψεων και θείων λογισμών, απολύτρωση των αμαρτιών, θεραπεία των ψυχών και των σωμάτων, χορηγός θείου φωτισμού, ανάβρυση του ελέους του Θεού και βραβεύτρια με αποκαλύψεις και θείες μυήσεις του ταπεινού ανθρώπου, και η μόνη σωτηρία, επειδή περιέχει το σωτηριώδες όνομα του Θεού μας, το οποίο είναι το μόνο όνομα που επικαλούμεθα, δηλαδή του Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού. Και δεν υπάρχει άλλο όνομα με το οποίο να μπορούμε να σωθούμε , όπως λέει ο Απόστολος.

Γι’ αυτό και είναι και προσευχή, διότι μ’ αυτήν ζητούμε παρακλητικά το θείο έλεος, είναι και ευχή επειδή παραδίδουμε τους εαυτούς μας στο Χριστό με το να Τον επικαλούμεθα. Είναι ομολογία, διότι μακαρίστηκε ο Πέτρος επειδή ομολόγησε αυτό το όνομα. Παρέχει το Πνεύμα διότι «κανένας δεν λέει τον Ιησού Κύριο, παρά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος». Χορηγεί θείες δωρεές διότι γι’ αυτήν λέει ο Χριστός στον Πέτρο «θα σου δώσω τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών». Είναι κάθαρση καρδιάς διότι βλέπει το Θεό και Τον καλεί και καθαρίζει αυτόν που βλέπει. Διώχνει τους δαίμονες, διότι με το Όνομα του Ιησού Χριστού διώχθηκαν και διώκονται όλοι οι δαίμονες. Είναι και κατοίκηση Χριστού μέσα μας διότι με το να Τον φέρουμε στη μνήμη μας είναι μέσα μας και με την ενθύμηση κατοικεί και μας γεμίζει ευφροσύνη, όπως λέει, «θυμήθηκα το Θεό και γέμισα ευφροσύνη» . Είναι πηγή πνευματικών σκέψεων και λογισμών, διότι ο Χριστός είναι ο θησαυρός κάθε σοφίας και γνώσεως, και αυτά τα χορηγεί σ’ εκείνους που μέσα τους κατοικεί. Είναι απολύτρωση των αμαρτιών, επειδή λέει γι’ αυτήν «Όσα λύσεις, θα είναι λυμένα στον ουρανό». Είναι θεραπευτήριο ψυχών και σωμάτων, επειδή λέει «στο όνομα του Ιησού Χριστού, σήκω και περπάτα» και «Αινέα, σε θεραπεύει ο Ιησούς Χριστός». Χορηγεί το θείο φωτισμό, διότι ο Χριστός είναι το αληθινό φως και μεταδίδει σ’ αυτούς που Τον επικαλούνται από τη λαμπρότητα και τη χάρη Του. «Ας είναι, λέει, η λαμπρότητα του Κυρίου και Θεού μας σ’ εμάς», και «όποιος με ακολουθεί θα έχει το φως της ζωής». Είναι πηγή του θείου ελέους διότι ζητούμε το έλεος. Και ο Κύριος είναι ελεήμων και ελεεί όλους όσοι τον επικαλούνται, και κάνει γρήγορη εκδίκηση εκείνων που βοούν προς Αυτόν. Και βραβεύει, με αποκαλύψεις και θείες μυήσεις, τους ταπεινούς, διότι αύτη δόθηκε και στον αλιέα Πέτρο με αποκάλυψη του ουρανίου Πατέρα, και ο Παύλος ανυψώθηκε εν Χριστώ και άκουσε αποκαλύψεις. Και πάντοτε αυτό ενεργεί. Και είναι η μόνη σωτηρία διότι, λέει ο Απόστολος «με κανέναν άλλο δεν μπορούμε να σωθούμε», και «Αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός». Γι’ αυτό και κατά την εσχάτη ημέρα «κάθε γλώσσα θα ομολογήσει» και θα ανυμνήσει, θέλοντας και μη θέλοντας «ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός, για να δοξάζεται ο Θεός Πατέρας». Και αυτό είναι το σημάδι της πίστεως μας, ότι  είμαστε και ονομαζόμαστε Χριστιανοί και δίνουμε μαρτυρία ότι είμαστε εκ Θεού. «Όποιος ομολογεί πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός που ήλθε και έγινε άνθρωπος, αυτός είναι εκ του Θεού» λέει όπως είπαμε και πριν, και όποιος δεν ομολογεί δεν είναι εκ του Θεού. Και αυτός που δεν ομολογεί τον Ιησού Χριστό είναι από τον Αντίχριστο.

Γι’ όλα αυτά, πρέπει όλοι οι πιστοί να ομολογούν ασταμάτητα αυτό το όνομα και για την ανακήρυξη της πίστεως, και για την αγάπη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, από την οποία δεν πρέπει κανένα πράγμα να μας χωρίσει ποτέ, και για τη χάρη και άφεση και απολύτρωση και θεραπεία, και αγιασμό και φωτισμό και προ πάντων τη σωτηρία που προέρχονται από το όνομα αυτό. Με το θειο αυτό όνομα θαυματούργησαν και δίδαξαν οι απόστολοι. Γι’ αυτό και ο Ευαγγελιστής – Ιωάννης- λέει: «Αυτά γράφτηκαν για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού» αυτή είναι η πίστη «ώστε πιστεύοντας να έχετε διά του ονόματος Του ζωή» . Αυτή είναι η σωτηρία και η ζωή.

 (Αγίου Συμεών, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Η Προσευχή του Ιησού, Εκδ. Επέκταση)

Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com

 

 

Πράξεις που δεν κάναμε.. Λόγια που δεν είπαμε...

 

Νομίζουμε ότι θα είμαστε αιώνιοι, νομίζουμε ότι πάντα όλοι θα είναι εδώ για να πούμε και να κάνουμε ότι έχουμε παραλείψει στο πέρασμα του χρόνου.

Είναι δύσκολο να πούμε: συγνώμη, σ’ αγαπώ, σε χρειάζομαι, σε σκέφτομαι;

Γιατί; Δείχνει αδυναμία; Πιστεύουμε ότι ο αποδέκτης θα το «εκμεταλλευτεί» ή στην καλύτερη περίπτωση δεν θα το καταλάβει ή δεν θα νοιώθει το ίδιο; Μα ζούμε για να εκφράζουμε τα δικά μας συναισθήματα και όχι για να προκαταβάλουμε και τα συναισθήματα των άλλων. Αν εμείς είμαστε πραγματικοί σ’ αυτό που κάνουμε και πιστεύουμε, ο άλλος σίγουρα θα λάβει το μήνυμα.

Ας μην αφήνουμε κενά , που αργότερα θα τα κουβαλάμε και θα μας πληγώνουν, το τώρα είναι πολύ πιο σημαντικό από το κάποτε.

Σχέσεις ερωτικές – συγγενικές – φιλικές, που κάποια στιγμή «έχασαν» τον δρόμο τους και άρχισαν να θεωρούνται αυτονόητες, ας προσπαθήσουμε να τις ξαναζωντανέψουμε.

Ναι, ο σύντροφός μας, οι γονείς μας, οι φίλοι μας, τ’ αδέρφια μας, μας αγαπούν και νοιάζονται για εμάς. Το αυτονόητο μόνο; Γιατί να μην το κάνουμε περισσότερο ουσιαστικό δείχνοντάς το και με πράξεις που δεν θεωρούνται αυτονόητες; Που δεν χάνονται μέσα στις πράξεις της απλής καθημερινότητας;

Κάποια στιγμή μπορεί κάτι να μην πήγε καλά, κάποια στιγμή κάποιος μπορεί να αισθάνθηκε ότι είχε προνομιακή μεταχείριση έναντι κάποιου άλλου, ότι «πήρε» περισσότερη αγάπη κι ενδιαφέρον σε σχέση με κάποιον άλλο, ότι προσφέρει περισσότερα απ’ ότι λαμβάνει..

Μα οι πραγματικές και αληθινές σχέσεις δεν είναι «δούνε και λαβείν». Δεν υπάρχει ζυγαριά, τι έδωσες εσύ για να δώσω κι εγώ το αντίστοιχο.

Ναι, κάποια στιγμή στη διαδρομή σε μια ερωτική σχέση ο ένας μπορεί να έχει τη δυνατότητα να προσφέρει «κάτι παραπάνω». Μα και το να δέχεσαι είναι εξ’ ίσου δύσκολο με το να προσφέρεις.

Στην διαδρομή μιας φιλίας δεν μπορεί πάντα ο δρόμος να έχει το ίδιο μήκος για όλους. Η δύναμη όμως της αληθινής φιλίας είναι, αυτός που θα ξεφύγει για λίγο, πιο μπροστά να μπορεί ή να περιμένει τον φίλο ή να του δώσει το χέρι και να τον πάρει, να τον τραβήξει μαζί του.

Οι γονείς, μια μόνιμα παρεξηγημένη σχέση. Πάντα ξέρουν αυτοί το καλό μας κι εμείς είμαστε «ανίκανοι» να το δούμε και να το καταλάβουμε. Καβγάδες ατελείωτοι. Υπάρχει όμως έστω κι ένας που να πιστεύει ότι δεν μας αγαπάνε πραγματικά και ότι πράγματι δεν θέλουν το καλό μας; Με πιεστικό και λάθος τρόπο είναι η αλήθεια κάποιες φορές, αλλά με πραγματικό ενδιαφέρον και ανιδιοτέλεια.

Τ’ αδέρφια μεταξύ τους, «προαιώνια έχθρα» για το ποιος είναι ο αγαπημένος των γονιών, ποιος θ’ αγαπηθεί περισσότερο, ποιος είναι ο καλύτερος, ποιος θεωρείται η αδυναμία τους. Μα στην διαδικασία της ζωής είναι λογικό κάποιος να είναι πιο αδύναμος ή να έχει περισσότερη ανάγκη από προσοχή και βοήθεια, δε σημαίνει ότι ο άλλος δεν έχει το ίδιο μερίδιο αγάπης, ότι δεν έχει το ίδιο μερίδιο φροντίδας κι ενδιαφέροντος από τους γονείς. Απλά έτυχε να είναι πιο δυνατός και να το χρειάζεται λιγότερο σε κάποια δεδομένη στιγμή.

Γιατί λοιπόν θα πρέπει να χαθεί μια ουσιαστική ερωτική, συγγενική, φιλική ή αδερφική σχέση επειδή όλοι διεκδικούμε για τον εαυτό μας τον ρόλο του πρωταγωνιστή, με αποτέλεσμα αυτό να μας κάνει «ανίκανους» να εκφράζουμε συναισθήματα που καταπιέζουμε έναντι μιας ζήλιας, ενός παράπονου, μιας ανασφάλειας, ενός απωθημένου;

Μιλάμε για την μοναξιά της εποχής μας και η μοναξιά των προσωπικών μας σχέσεων τι γίνεται;;; Από ‘κει δεν ξεκινάνε όλα, για να φτάσουν στο ευρύτερο σύνολο;

Όλοι οι δικοί μας άνθρωπου είναι εδώ, για να τους πιάσουμε το χέρι και να τους πούμε: συγνώμη, σ’ αγαπώ, σε χρειάζομαι, σε σκέφτομαι, είμαι δίπλα σου.

Τώρα μπορούμε να το κάνουμε. Γιατί να χάσουμε την ευκαιρία;

Στο κάτω κάτω ας μετανιώσουμε για κάτι που κάναμε και είπαμε, παρά για κάτι που δεν κάναμε και δεν είπαμε, για κάτι που αφήσαμε μισό, για κάτι που αφήσαμε για αύριο…

 



Πηγή: www.vatopaidi.wordpress.com