Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Ο Γιάννης ο Βλογημένος

Ο Γιάννης ο Βλογημένος

 

Ο άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ' όλα τα χωριά, να δει ποιος θα τον γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών -λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ' όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν του ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.

Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, και είδε τα κιβούρια πως ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα ήταν σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σαν άγιος που ήταν άκουσε πως μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό που είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά και εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διάβασει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στεναχωρήθηκε και είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένο», και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια.

Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά που ήταν τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήταν μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους, και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακελίστικα και χαρούμενα.

Απάνω σ' αυτά, άνοιξε η πόρτα και βρήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλικάρι, με μαύρα στριφτά γενιά, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιος χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!».

Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια, που ήταν δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήταν τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναικά του Γιάννη.

Αυτός, σαν εμπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, και είδε πως ήταν γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και τ΄ ανεσπάσθηκε και είπε: «Να' χω την ευχή σου γέροντα», και το έλεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να' τανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: «Βλογημένος να' σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατα σου η ειρήνη του Θεού να' ναι απάνω σας!»

Σηκώθηκε και η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και εκείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε.

Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, και είχε και ένα παλιοτάγαρο αδειανό.

Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι.

Και φανήκανε τα δοκάρια, σα να' τανε μαλαμοκαπνισμένα, και οι πήτιες που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, και οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ' άλλα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ' άλλα, τα φτωχά τα πράγματα που' χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος.

Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδία πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε και έκατσε κοντά στη φωτιά και η γυναίκα του' θεσε μαξιλάρια ν' ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό και το' βαλε κοντά του, και έβγαλε και το παλιόρασο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγιό του, και έβαλε μέσα στην κονιφίδα τα νιογέννητα τ' αρνιά, κι υστέρα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγιός τα' βγαλε τ' αλλά στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος. Κ' είχε μια χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος και είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να' τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε.

Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθισε μέσα, σα να' τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλια του.

Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες και οι επίσημοι άνθρωποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου.

Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ' Αη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μια φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία».

Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάλθηκε κατά την ανατολών και έκανε το σταυρό του, υστέρα έσκυψε και πηρέ μια φυλλάδα από το ταγάρι του, και είπε:

«Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάλθηκε από πίσω του, κ' η γυναικά βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάλθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χεριά. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και τ' απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει: «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου».

Η φωνή του ήτανε γλυκεία και ταπεινή, κι ο Γιάννης και η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα.

Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ» χωρίς να πει το δικό του τον Κανόνα, που λέγει: «Σου την φωνήν έδει παρείναι , Βασίλειε».

Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία και έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε και αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά.

Κι ο άγιος Βασίλης πηρέ το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, και είπε:

- «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

Και έκοψε το πρώτο κομμάτι και είπε: «Του Χριστού».

Και ύστερα είπε: «Της Παναγίας».

Και ύστερα είπε: «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου».

Του λέγει ο Γιάννης:

- «Γέροντα, ξέχασες τον αη-Βασίλη!».

Του λέγει ο άγιος:

«Ναι καλά!» και ύστερα λέγει:

- «Του δούλου του Θεού Βασιλείου».

Και ύστερα λέγει πάλι:

- «Του νοικοκύρη, της νοικοκυράς, του παιδιού, του παραγιού, των ζωντανών, των φτωχών».

Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος:

- «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;»

Του λέγει ο άγιος:

- «Έκοψα, Βλογημένε!».

Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα ο μακάριος.

Και υστέρα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος και είπε την ευχή του:

- «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου».

Και είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος:

- «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποια παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; Οι αρχόντοι και οι βασιλιάδες τι αμαρτίες να' χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε».

Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε και είπε πάλι την ευχή, αλλιώτικα:

- «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισελθής. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπιοίς αποκαλύπτεται».

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

 

Φώτης Κόντογλου

 

 

Πηγή: http://www.imsamou.gr/keimena.php

 

Προσευχή

"Η προσευχή είναι συμφιλίωση με το Θεό, συγχώρηση των αμαρτημάτων, τοίχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις, έργο των Αγγέλων"

ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Denise Legrix: Γεννημένη έτσι... δα!



Η Ντενίζ Λεγκρί σε ηλικία 90 ετών, το 2000Η μητέρα μου ένιωσε μεγάλη χαρά σαν κατάλαβε πως είχε μείνει έγκυος. Από χρόνια ονειρευόταν νά κρατήσει στά χέρια της ένα μικρό, ζωηρό μωράκι. Στον κατάλληλο καιρό βρέθηκε στο Νοσοκομείο. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί την μπόρα που έφθανε...

- Τί είναι αδελφή;
- Ένα πανέμορφο κοριτσάκι !
- Γερό;
- Ε, σχετικά, με λίγο πρόβλημα...
- Δηλαδή;
- Να, κάπως ατροφικά τα χεράκια του...
- Τι εννοείτε;
- Δεν έχει βραχίονες κυρία μου... Ούτε παλάμες και δάκτυλα...
- Δεν έχει...
- Δυστυχία μου!... Δυστυχία του!...
- Είναι όμως ζωηρό καί χαριτωμένο. Λάμπουν τα ματάκια του !...
- Χωρίς χεράκια...
- Δυστυχώς κυρία μου, και χωρίς ποδαράκια...
- Και χωρίς πόδια λοιπόν...Τό δυστυχισμένο ! Μας βρήκε δηλαδή μεγάλη συμφορά !... Πως θα το βλέπω έτσι μεθαύριο τό παιδί μου, τό κορίτσι μου, μεγαλωμένο χωρίς χέρια και χωρίς πόδια ;
- Κυρία μου, εγώ δεν είμαι θεολόγος, ούτε καί κόρη ιερέως, μά από την πείρα μου σας λέω... μη απελπίζεστε, έχει ό Θεός!. Κανείς δέν ξέρει τι μπορεί να γίνει αυτό το παιδί αύριο... Να έχετε πίστη, ελπίδα, καί κυρίως υπομονή κυρία μου. Ό Θεός θα δείξει για το αύριο...

Μόλις ξεπετάχτηκε αυτό τό κοριτσάκι, παρουσίασε μία καταπληκτική εξυπνάδα. Στά γράμματα, αλλά καί στήν αυτοεξυπηρέτησή του...

- Βάλτε μία φρυγανιά στον ώμο μου και αφήστε την εκεί, έλεγε στήν μητέρα της.

Σπρώχνοντάς την, μέ τό ελάχιστο ατροφικό της μπράτσο, μπόρεσε νά τη φάει όλη!

Σφίγγοντας ένα ποτήρι ανάμεσα στό μπράτσο, μέ θέληση καί υπομονή ώς τό τέλος, κατόρθωνε νά πίνει τό νερό μόνη της.

Μέ ένα μακρύ μολύβι δεμένο στό μπράτσο της κατάφερε σιγά-σιγά νά γράφει ωραία γράμματα.

Ύστερα από πολλές καί επίμονες προσπάθειες για πολύ καιρό, κατορθώνει να ράβει, να κεντάει, καί να χρησιμοποιεί ακόμη καί τό ψαλίδι!

Μεγαλώνοντας παρουσιάζει ένα εξαιρετικό ταλέντο ζωγραφικής. Με λεπτές καί ωραίες γραμμές δημιουργεί πρωτότυπα καί καλαίσθητα έργα. Καλείται καί παρουσιάζει τους πίνακές της παίρνοντας μάλιστα το πρώτο αργυρό μετάλλιο και τα θερμά συγχαρητήρια τής κριτικής επιτροπής.

Η Ντενίζ Λεγκρί το 1974Οι πίνακές της αρχίζουν νά πουλιούνται και μάλιστα σέ καλές τιμές.

Ήδη, στα είκοσι χρόνια της μπορούσε άνετα να καλύπτει τα προσωπικά έξοδα διαβίωσης.

Διοργανώνει εκθέσεις "ζωγραφικής μέ τό στόμα" στίς κυριότερες πόλεις τής Γαλλίας. Οί έπαινοι καί οί κριτικές στίς εφημερίδες τήν ακολουθούν.

- "Μά πώς τά καταφέρνετε;" τήν ρωτούσαν συχνά. "Αυτό είναι απίστευτο!"

- "Βοήθησε εσύ τόν εαυτό σου, καί ό Θεός θά βοηθήσει εσένα...", απαντούσε. Οι ανάπηροι έχουν μια άλλη δύναμη. Να την χρησιμοποιήσουν!"

Τό 1953 στήν Νέα Υόρκη τής απονέμεται τό Διεθνές βραβείο "Lane Bruyant", που απονέμεται σέ ευεργέτες της ανθρωπότητος! Τά χρήματα τού βραβείου, ένα τεράστιο ποσόν, τά δίνει αμέσως σέ επιτροπές αναπήρων.

Τό 1960 κυκλοφορεί τό πρώτο της βιβλίο, σέ 150.000 αντίτυπα, μέ ύφος δροσερό καί ευχάριστο, και με τίτλο "Γεννημένη έτσι... δα". Μεταφράζεται σέ πέντε γλώσσες σημειώνοντας εξαιρετική κυκλοφορία, παίρνοντας το ειδικό βραβείο για ανάπηρους "Albert Zwatser".

Κλαίει από τη χαρά της σαν το μαθαίνει, και προσθέτει "Αυτό, είναι η μεγάλη απόδειξη της υπεροχής της ψυχής και του πνεύματος, πάνω στην ύλη!"

Το σπίτι της γίνεται σημείο πολιορκίας δημοσιογράφων καί οπερατέρ απ΄ όλο τον κόσμο.

Της ζητούν διαλέξεις για τον άγνωστο κόσμο της ζωής των αναπήρων, και τις όποιες πρακτικές λύσεις του.

Ακούει συγκινητικές ομολογίες...

- Δεσποινίς, κουτσαίνω φρικτά. Μέχρι σήμερα νόμιζα ότι ήμουνα μόνη μου, είχα κόμπλεξ. Από τήν στιγμή που είδα μέ πόση άνεση καί αέρα αντιμετωπίζετε αυτά τά θέματα, θά έλεγα ότι απελευθερώθηκα. Δέν θά παραπονεθώ πάλι γιά τίποτα...

- Έχω ένα παιδί ανάπηρο, τής έλεγαν άλλοι. Άν ξέρατε πόσο μέ στηρίξατε...

Ή Ντενίζ Λεγκρί γίνεται μέλος σέ επιτροπές καί συμβούλια. Προσπαθεί νά κάνει τά πάντα, γιά βοήθεια τών ανάπηρων αδελφών της. Ενδιαφέρεται γιά φοβερές περιπτώσεις πού απαιτούν άμεση λύση.

Ή πίστη της στήν βοήθεια τού Μεγάλου Θεού, κρυβόταν πίσω από τήν ηρωϊκή στάση της.

"Ή χαρά των υγιών ανθρώπων, έλεγε, με ευχαριστεί βαθειά. Δεν τους ζηλεύω! Σ΄ έναν φιλανθρωπικό χορό, χόρεψα κι εγώ μέ τη φαντασία μου. Την ευτυχία όλων των άλλων ανθρώπων την ένοιωθα κι εγώ, σαν ένα ευεργετικό κύμα μέσα μου..."

Τό 1968 εγκαινιάζεται, από τόν τότε Υπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας ένα Ίδρυμα στό όνομά της, στό Εθνικό Ινστιτούτο Επαναπροσαρμογής, γιά τήν θεραπεία κακών διασκευών καί ακρωτηριασμών, καί τήν παρασημοφορούν μέ τόν Σταυρό Εθνικής Αξίας.

Γράφει δύο ακόμη βιβλία, "Η ελπίδα πάντα θριαμβεύει" καί "Ζώντας όπως οι άλλοι..."

Στον πρόλογο του τελευταίου βιβλίου της απαντά σε ερωτήσεις:

- Είστε ευτυχής;
- Απολύτως !
- Από πού αντλείτε αυτή τη χαρά σας;
- Βλέποντας και απολαμβάνοντας την ευτυχία τών άλλων... Καί από την ευτυχία που τους δίνω, με όσες ενέργειες μπορώ να κάνω για να τους βοηθήσω...

Ως τα 65 της χρόνια έχει ζωγραφίσει περισσότερους από 4.000 πίνακες, πού κοσμούν σήμερα αρκετά Μουσεία!

Η Ντενίζ Λεγκρί το 1995 σε Γενική Συνέλευση της Οργάνωσης που φέρει το όνομά τηςΉ Ντενίζ Λεγκρί σήμερα, δέν ζεί πιά.

Εκείνο "τό δυστυχισμένο" κοριτσάκι, όπως τό είπε βλέποντάς το γιά πρώτη φορά ή μητέρα της, τελικά δέν υπήρξε καθόλου δυστυχισμένο. Μπορεί, για τα συνήθη ανθρώπινα μέτρα, να ήταν ένα "ελλειμματικό" άτομο.

Ή ίδια όμως, δεν έζησε τη ζωή της έτσι... Σήμερα, λειτουργεί οργανισμός, που φέρει το όνομά της. Δείτε εδώ για περισσότερες πληροφορίες http://asso.denise.legrix.free.fr.

Πηγή:

Διασκευή απα το βιβλίο " Μη απελπίζεσαι, έχει ο Θεός!". Έκδοση Ιεράς Μονής Αγίου Θεοδοσίου κοινοβιάρχου, Άγιος Στέφανος Αττικής. Δημοσιεύθηκε στό περιοδικό "Λόγος Αληθείας" του Ορθοδόξου Ιεραποστολικού Συλλόγου Αγρινίου "Παναγία τής Μυρτιάς" το 2004.

Περισσότερα για το βιβλίο:

Η μεταφρασμένη από τη γαλλικά έκδοση του βιβλίου της Ντενίζ Λεγκρί "Γεννημένη έτσι... δά!", που διαβάσαμε...

    Denise LEGRIX (1962). "Born Like That". London: Souvenir Press.

Πηγη: http://www.noesi.gr






Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Άγιος Δημήτριος - Πολιούχος της Θεσ/νίκης (Εορτάζει 26 Οκτωβρίου)



Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 260μ.Χ., οι γονείς του ήταν ευγενείς και ο πατέρας του ήταν Μακεδόνας Στρατηγός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αλλά ο Άγιος Δημήτριος δεν ξεχώρισε μόνο για την ευγενική του καταγωγή μα και για την αρετή του, την ευπρέπεια και την ευγένεια της ψυχής του και την ικανότητά του στην στρατιωτική τέχνη, που εκείνη την εποχή αποτελούσε πεδίο διάκρισης για τους νέους και θεωρούταν ιδιαίτερα δημοφιλής. Μάλιστα ο Άγιος Δημήτριος έφτασε σαν στρατιωτικός στο αξίωμα του Δούκα, ξεπερνώντας την δόξα του πατέρα του.

Το 296μ.Χ. (ή σύμφωνα με άλλους μελετητές το 306μ.Χ.) ο Μαξιμιανός -ο τότε Τετράρχης και μετέπειτα Αυτοκράτορας Γαλέριος Μαξιμιανός- συνέλαβε τον Άγιο Δημήτριο και τον κρατούσε φυλακισμένο σε ένα δημόσιο λουτρό κοντά στο ιπποδρόμιο, επειδή ο Άγιος Δημήτριος πίστευε στην χριστιανική πίστη αλλά και έκανε κήρυγμα φέρνοντας κοντά στον Χριστό πολλούς ειδωλολάτρες. Σ' αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσουμε ότι εκείνη την εποχή ο Αυτοκράτορας Διοκλητιανός είχε εκδώσει ένα διάταγμα μετά από παρότρυνση του Μαξιμιανού που ουσιαστικά ξεκινούσε άλλον ένα διωγμό κατά των Χριστιανών.

Στην Θεσσαλονίκη τον καιρό της σύλληψης του Αγίου Δημητρίου, γινόντουσαν αγώνες στο ιπποδρόμιο για να εορταστεί η νίκη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ενάντια στους Σκύθες. Εκεί ο Λυαίος, ένας ειδωλολάτρης παλαιστής, περηφανευόταν για το μέγεθος του σώματός του και την δύναμή του και προκαλούσε τους θεατές του σταδίου να παλέψουν μαζί του. Ο Νέστωρ, ένας νεαρός στρατιώτης που γνώριζε τον Άγιο Δημήτριο, επισκέφθηκε τον Άγιο στην φυλακή και του ζήτησε την ευλογία του για να παλέψει με τον Λυαίο και ο Άγιος Δημήτριος τον σταύρωσε, δίνοντάς του έτσι την ευλογία του.

Μέσα στο στάδιο ο Νέστορας είπε «Ο Θεός Δημητρίου, βοήθει μοι!» και πάλεψε με τον Λυαίο. Αφού νίκησε ο μικροκαμωμένος Νέστορας τον γίγαντα Λυαίο και ο Γαλέριος Μαξιμιανός έμαθε τι είχε συμβεί, διέταξε να σκοτωθεί ο Άγιος Νέστορας με το ίδιο το ξίφος του έξω από την Χρυσή Πύλη (ή Χρυσή Πόρτα), και να θανατωθεί με λόγχες ο φυλακισμένος στο δημόσιο λουτρό Άγιος Δημήτριος. Γράφουν μάλιστα οι συναξαριστές ότι ο Άγιος Δημήτριος, όπως είχε σηκώσει το δεξί του χέρι, έλαβε τον πρώτο λογχισμό στην δεξιά πλευρά όπως ο Εσταυρωμένος Χριστός.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι ο Λούπος, ένας υπηρέτης του Αγίου Δημητρίου, έχρισε το πανωφόρι και το δαχτυλίδι του Αγίου στο μαρτυρικό του αίμα κι έκανε με την βοήθεια του Θεού πολλά θαύματα. Όταν το έμαθε αυτό ο Αυτοκράτορας, διέταξε την σύλληψη του και ο Άγιος Λούπος πέθανε μαρτυρικά στην περιοχή Τριβουνάλιο.

Το σώμα του Αγίου Δημητρίου ενταφιάστηκε κρυφά από κάποιους πιστούς Χριστιανούς στον τόπο του μαρτυρίου του. Σ' εκείνο το δημόσιο λουτρό, ξεκίνησε να αναβλύζει μύρο από τον τάφο του Αγίου Δημητρίου κι έτσι ο Άγιος πήρε το προσωνύμιο Μυροβλύτης. Μάλιστα όσο περισσότεροι Χριστιανοί έπαιρναν μύρο για ευλογία, τόσο περισσότερο αυτό πλήθαινε αντί να λιγοστεύει.

Κάποιος ασκητής από το βουνό Χολομώντα σκανδαλίστηκε όταν άκουσε για το μύρο του Αγίου Δημητρίου και αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν τόσοι άλλοι Άγιοι που πέρασαν μεγάλα βασανιστήρια για την Χριστιανική τους Πίστη και να μην είναι κι αυτοί Μυροβλύτες όπως ο Άγιος Δημήτριος. Με την ευλογία του Θεού είδε σε ενύπνιο ότι βρισκόταν στην Θεσσαλονίκη, στον ναό του Αγίου Δημητρίου. Εκεί παρακάλεσε κάποιον που κρατούσε τα κλειδιά του προσκυνήματος του τάφου να του ανοίξει για να πάρει την ευλογία του. Μπαίνοντας στο κουβούκλιο είδε όλο τον τάφο να ‘ναι βρεγμένος από το μύρο και να ευωδιάζει και παρακάλεσε πάλι αυτόν που είχε τα κλειδιά να σκάψουν για να βρουν την πηγή του μύρου. Αφού έσκαψαν πολύ ώρα βρήκαν ένα μάρμαρο που σκέπαζε τον τάφο του Αγίου Δημητρίου και καθώς κατάφεραν με πολύ προσπάθεια να το ανοίξουν, βλέπουν το σώμα του Αγίου να αναβλύζει απ' τις πληγές των κονταριών μύρο. Ήταν τόσο πολύ που βράχηκε ο φύλακας του τάφου και ο μοναχός, φοβούμενος μην πνιγεί, φώναξε «Άγιε Δημήτριε βοήθει μοι». Και τότε ξυπνώντας βλέπει ότι ο ίδιος και τα ράσα του είναι βρεγμένα, θαυματουργικά, με το μύρο του Αγίου Δημητρίου. Έχοντας ζήσει αυτό το θαύμα έφυγε απ’ το βουνό που ασκήτευε και κήρυξε στην Θεσσαλονίκη για να μάθουν όλοι οι πιστοί τι είχε ζήσει. Έμεινε εκεί πολλές μέρες προσευχόμενος στον ναό του Αγίου Δημητρίου και κατόπιν επέστρεψε στο τόπο της άσκησής του λέγοντας ότι πραγματικά είναι Μέγας ο Άγιος Δημήτριος.

Το 1823 οι Τούρκοι που ήταν αμπαρωμένοι στην Ακρόπολη της Αθήνας ετοίμαζαν τα πυρομαχικά τους για να χτυπήσουν με τα κανόνια τους, τους Έλληνες που βρισκόντουσαν στον ναό του Αγίου Δημητρίου, μα ο Άγιος Δημήτριος έκανε το θαύμα του για να σωθούν οι Χριστιανοί και η πυρίτιδα έσκασε στα χέρια των Τούρκων καταστρέφοντας και τμήμα του μνημείου του Παρθενώνα. Για να θυμούνται αυτό το θαύμα, ο ναός λέγεται από τότε Άγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης, από την λουμπάρδα δηλαδή το κανόνι των Τούρκων που καταστράφηκε.

Ο Άγιος Δημήτριος απεικονίζεται αγιογραφικά στην εικόνα του καβάλα σε κόκκινο (η καφέ) άλογο να σκοτώνει έναν ειδωλολάτρη (τον Λυαίο), όπως ο Άγιος Γεώργιος απεικονίζεται καβάλα σε ένα άσπρο άλογο να σκοτώνει έναν δράκο.

Το 313μ.Χ. κτίστηκε ένας μικρός ναός αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο στον τόπο του μαρτυρίου του. Το 324μ.Χ. χτίστηκε μια μικρή τρίκλιτη βασιλική και το 413μ.Χ. ο έπαρχος Λεόντιος έκτισε στην ίδια θέση μία μεγάλη βασιλική για να ευχαριστήσει τον Άγιο Δημήτριο για την θεραπεία της αρρώστιας του. Το 1142 ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Κομνηνός μετέφερε την εικόνα του Αγίου Δημητρίου από την Θεσσαλονίκη στη Μονή Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη. Ο ναός καταστράφηκε και λεηλατήθηκε πολλές φορές. Η τελευταία ήταν το 1917 με την πυρκαγιά που έκαψε το μεγαλύτερο τμήμα της Θεσσαλονίκης. Έτσι ο Άγιος Δημήτριος κάηκε ολοσχερώς. Κάτω απ' το ιερό του Αγίου Δημητρίου, υπάρχουν ακόμη και σήμερα οι κατακόμβες, το λουτρό που έγινε ο τόπος που μαρτύρησε ο Άγιος Δημήτριος.

Η μνήμη του Αγίου Δημητρίου τιμάται στις 26 Οκτωβρίου και είναι πολιούχος της Θεσσαλονίκης. Η μνήμη του Αγίου Νέστωρα και του Αγίου Λούπου τιμάται στις 27 Οκτωβρίου.

Απολυτίκιο του Αγίου Δημητρίου:

Μέγαν εύρατο, εν τοις κινδύνοις, σε υπέρμαχον, η οικουμένη, Αθλοφόρε τα έθνη τροπούμενον. Ως ουν Λυαίου καθειλες την έπαρσιν, εν τω σταδίω θαρρύνας τον Νέστορα, ούτως Άγιε Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος

Πηγή: http://www.matia.gr/7/72/7203/7203_1_14.html

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος (Εορτάζει 23 Οκτωβρίου)



Ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος είναι ο πρώτος Ιεράρχης των Ιεροσολύμων. Ήταν γιός του Ιωσήφ, του μνήστορος της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την πρώτη του γυναίκα και ενομίζετο από τους Ιουδαίους ως αδελφός του Κυρίου. Αλλά εκτός αυτού ονομάζεται Αδελφόθεος για τους εξής λόγους: “Πρώτον, για την θαυμαστή πολιτεία του και τις πολλές αρετές του, εξ αιτίας των οποίων ονομαζόταν από όλους δίκαιος. Δεύτερον, επειδή δεν ήταν συγκαταριθμημένος στον χορό των δώδεκα Αποστόλων και δεν είχε το προνόμιο να ονομάζεται Απόστολος, του δόθηκε το προνόμιο να ονομάζεται Αδελφόθεος και τρίτον, επειδή έκανε τον Χριστό συγκληρονόμο στο μερίδιο της πατρικής περιουσίας, ενώ οí άλλοι τρεις αδελφοί του αρνήθηκαν να πράξουν το ίδιο”. (Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Επτά Καθολικαί Επιστολαί, σελ. 2). Ετιμάτο περισσότερο από όλα τα αδέλφια του και αυτό φαίνεται και από τα όσα λέγει ο ιερός Χρυσόστομος για τους συγγενείς του Χριστού κατά σάρκα. Ότι, δηλαδή, ονομάζονταν από όλους τους πιστούς Δεσπόσυνοι, αλλά ο άγιος Ιάκωβος “εθεωρείτο ο πρώτος των Δεσποσύνων απάντων”. (ένθ’ ανωτ., σελ. 2). Ετιμάτο, επίσης, από όλους τους Αποστόλους και η γνώμη του ελαμβάνετο σοβαρά υπ’όψιν, όπως μαρτυρούν και οι “Πράξεις των Αποστόλων”.

Την μοναδική Επιστολή που συνέγραψε, την απευθύνει όχι προς τους πιστούς μίας συγκεκριμένης τοπικής Εκκλησίας, αλλά προς όλους καθολικώς τους πιστούς, προς όλους τους Ιουδαίους, που πίστευσαν στον Χριστό και ήσαν διεσπαρμένοι σε όλα τα μέρη του κόσμου, και γι’ αυτό ονομάζεται καθολική Επιστολή. “Στην επιστολή αυτή διδάσκει, πρώτον, την διαφορά που έχουν οι πειρασμοί. Ποιός πειρασμός γίνεται στον άνθρωπο κατά παραχώρηση του Θεού και ποιός προξενείται από την επιθυμία του ανθρώπου. Δεύτερον, ότι οι Χριστιανοί πρέπει να δείχνουν την πίστη τους όχι μόνον με λόγια αλλά κυρίως με έργα. Τρίτον, παραγγέλλει να μη προτιμώνται στην Εκκλησία οι πλούσιοι περισσότερον από τους πτωχούς, αλλά μάλλον να επιπλήττονται οι πλούσιοι ως υπερήφανοι. Τέταρτον δε και τελευταίο, αφού παρηγορεί ο Άγιος εκείνους που αδικούνται και τους παρακινεί να μακροθυμούν και να υπομένουν μέχρι την Δευτέρα παρουσία του Χριστού, δείχνοντάς τους με το παράδειγμα του Ιώβ το πόσον χρήσιμη είναι η υπομονή, παραγγέλλει στους ασθενείς να προσκαλούν τους ιερείς να τους χρίουν με έλαιο. Και όλοι οι πιστοί να προσπαθούν να επαναφέρουν στο δρόμο της αλήθειας αυτούς που έχουν πλανηθεί από αυτή, επειδή σε αυτούς δίδεται μισθός από τον Κύριο, η άφεση των αμαρτιών τους”. (Αγίου Νικοδήμου, ένθ’ ανωτ., σελ. 2).

Ο άγιος Ιάκωβος συνέγραψε την πρώτη θεία Λειτουργία, η οποία είναι κατανυκτική και διασώζει τον τρόπο λατρείας των Χριστιανών των Αποστολικών χρόνων. Τελείται και σήμερα, την ημέρα της εορτής του, αλλά και την δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων.

Ο Αδελφόθεος Ιάκωβος, σύμφωνα με τον άγιο Θεοφύλακτο, ονομαζόταν μικρός σε αντιδιαστολή με τον Απόστολο Ιάκωβο, τον αδελφό του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού, ο οποίος εκαλείτο μέγας, επειδή ανήκε στον χορό των δώδεκα Αποστόλων. “Ήσαν δε και γυναίκες από μακρόθεν θεωρούσαι, εν αίς και Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιακώβου του μικρού και Ιωσή μήτηρ” (Μάρκ. ιε΄, 40). Η δεύτερη Μαρία είναι η Θεοτόκος, η οποία ενομίζετο μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή.

Το τέλος της ζωής του ήταν μαρτυρικό. Επειδή με τον ένθεο ζήλο του οδήγησε πολλούς στην θεογνωσία, τον γκρέμισαν οι Ιουδαίοι από το πτερύγιο του Ναού και όταν είδαν ότι εξακολουθούσε να ζη τον λιθοβόλησαν μέχρι θανάτου.

Η επιστολή του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου είναι ένα καταπληκτικό κείμενο, το οποίο προξενεί στην ψυχή αληθινή παρηγοριά, ανεκλάλητη χαρά και αποδιώχνει κάθε είδους απελπισία. Ρυθμίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τις διαπροσωπικές σχέσεις.Τονίζει, ότι δεν πρέπει να χωρίζονται οι άνθρωποι σε ομάδες, ανάλογα με τα χρήματα και τα αξιώματα που διαθέτουν, αλλά θα πρέπη να επιδεικνύεται προς όλους ο ίδιος σεβασμός, επειδή είναι εικόνες του Χριστού. Υποδεικνύει την οδό της καθάρσεως, της θεραπείας της ψυχής από τα πάθη, για να φωτισθή ο νούς και να αποκτήση ο άνθρωπος προσωπική γνώση του Θεού. Αλλά δεν παραλείπει να τονίση και την αξία της παρουσίας του Ιερέως - Θεραπευτού - καθώς και την χρησιμοποίηση υλικών στοιχείων, όπως το λάδι, το οποίο αγιάζεται και δι’ αυτού ενεργεί η άκτιστη Χάρη του Θεού.

Επίσης, κάνει λόγο για την ανθρώπινη σοφία και την αντιπαραβάλλει με την σοφία την “άνωθεν κατερχομένην”, την οποία ονομάζει αγνή, ειρηνική, επιεική, ευπειθή, γεμάτη ευσπλαχνία και αγαθούς καρπούς, αμερόληπτη και ειλικρινή, επειδή είναι απαλλαγμένη από τα πάθη, τα οποία προκαλούν έριδες, μαλώματα, ακαταστασία “καί πάν φαύλον πράγμα”. Υπάρχουν σοφοί κατά Θεόν και σοφοί κατά κόσμον, αλλά υπάρχουν και εκείνοι που κατέχουν και τις δύο σοφίες. Άλλωστε, η ανθρώπινη σοφία πλουτίζει την διάνοια, ενώ η σοφία του Θεού η ενυπόστατος, που είναι ο ίδιος ο Χριστός, πλουτίζει την καρδιά με την άκτιστη θεία Χάρη και της χαρίζει όλα εκείνα τα αγαθά που αποζητά ο άνθρωπος και τα απαριθμεί ο Απόστολος Παύλος, δηλαδή αγάπη, χαρά, ειρήνη κ.λ.π. Με την λογική κατανοεί ο άνθρωπος το γράμμα των όσων ακούει ή αναγινώσκει, ενώ με τον φωτισμένο νού έχει την δυνατότητα να εισδύη στο βάθος των λεγομένων και αναγινωσκομένων και έτσι μπορεί να κατανοή το πνεύμα και το βαθύτερο νόημά τους και να τα ερμηνεύη σωστά.

Η μελέτη του βίου και της επιστολής του αγίου Ιακώβου βοηθά τον πιστό να ενταχθή στην προοπτική της θεραπείας, δια της οποίας αποκτά αληθινή γνώση του εαυτού του, εμπειρική γνώση του Θεού και πραγματική κοινωνία με τους συνανθρώπους του.


Πώς μαρτύρησε ο Άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος

Οι Ιουδαίοι, επειδή απελπίστηκαν για το σχέδιό που κατέστρωσαν εναντίον του Αποστόλου Παύλου, γιατί αυτός επικαλέστηκε τον Καίσαρα και στάλθηκε στη Ρώμη από τον Φήστο, στρέφονται ενάντια στον Άγιο Ιάκωβο, τον αδελφόθεο, στον οποίο είχε ανατεθεί από τους αποστόλους ο θρόνος της επισκοπής των Ιεροσολύμων. Και εναντίον του, τολμούν το εξής.

Αφού τον οδήγησαν στη μέση, του ζητούσαν να αρνηθεί την πίστη στο Χριστό μπροστά σε όλο το λαό. Επειδή όμως αυτός, αντίθετα με τη γνώμη όλων, μίλησε μπροστά στο πλήθος με ελευθερία και παρρησία, την οποία δεν περίμεναν, και ομολόγησε ότι ο Σωτήρας και Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού, αυτοί δε μπορούσαν πλέον να ανεχτούν τη μαρτυρία του, καθώς άλλωστε πιστεύονταν από όλους τους ανθρώπους ότι ήταν πάρα πολύ δίκαιος εξ' αιτίας της ανωτερότητας της φιλοσοφίας και της θεοσέβειας που έδειχνε στη ζωή του, τον σκοτώνουν, παίρνοντας ως ευκαιρία την έλλειψη εξουσίας, καθώς λόγω του θανάτου του Φήστου αυτή την εποχή στην Ιουδαία, η τοπική διοίκηση είχε μείνει χωρίς άρχοντα και επίτροπο.
Και τον τρόπο του θανάτου του Ιακώβου έχουν ήδη φανερώσει και οι λόγοι του Κλήμεντος που παρατέθηκαν προηγουμένως, ο οποίος ιστορεί ότι τον έριξαν από το αέτωμα του ναού και τον ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου. Και με μεγάλη ακρίβεια ιστορεί τα σχετικά μ' αυτόν ο Ηγήσιππος, ο οποίος ανήκει στην πρώτη διαδοχή των αποστόλων, αναφέροντας στο πέμπτο του Υπόμνημα τα εξής.
«Αναλαμβάνει τη διοίκηση της Εκκλησίας μαζί με τους αποστόλους ο αδελφόθεος Ιάκωβος, ο οποίος ονομάστηκε από όλους δίκαιος, από τα χρόνια του Κυρίου ως τις μέρες μας, επειδή πολλοί είχαν το όνομα Ιάκωβος, αυτός από την κοιλιά της μητέρας του ήταν άγιος∙ Κρασί και οινόπνευμα δεν ήπιε, ούτε κρέας έφαγε, ξυράφι στο κεφάλι του δε χρησιμοποίησε, με λάδι δεν αλείφθηκε και στα δημόσια λουτρά δε λούστηκε.
Μόνο σ' αυτόν επιτρεπόταν να μπει στα άγια∙ γιατί δε φορούσε μάλλινα άλλα λινά. Και έμπαινε στο ναό μόνος και βρίσκονταν γονατισμένος να ζητά συγχώρεση για το λαό, μέχρι το σημείο να έχουν σκληρύνει τα γόνατά του σαν της καμήλας, επειδή πάντοτε γονάτιζε προσκυνώντας τον Θεό και ζητώντας συγχώρεση για το λαό.
Και για την υπεροχή του στη δικαιοσύνη ονομαζόταν ο δίκαιος και «ωβλίας», το οποίο στα ελληνικά σημαίνει «περιοχή του λαού» και «δικαιοσύνη», όπως και οι προφήτες μαρτυρούν για αυτόν.
Κάποιοι λοιπόν από τις επτά μερίδες του λαού, όπως τις έχω προαναφέρει στα Υπομνήματα, τον ρωτούσαν ποια είναι η θύρα του Ιησού, και απαντούσε ότι είναι ο ίδιος ο σωτήρας. Από αυτά κάποιοι πίστεψαν ότι ο Ιησούς ήταν ο Χριστός.
Και οι μερίδες που προαναφέρθηκαν δεν πίστευαν ούτε στην ανάσταση, ούτε ότι θα έρθει και θα αποδώσει στον καθένα ανάλογα με τα έργα του. Και όσοι πίστεψαν, το έκαναν εξαιτίας του Αγίου Ιακώβου.
«Κι επειδή λοιπόν πίστευαν και πολλοί άρχοντες, θορυβήθηκαν οι Ιουδαίοι και οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι λέγοντας ότι υπάρχει κίνδυνος όλος ο λαός να προσδοκά τον Ιησού. Αφού λοιπόν συγκεντρώθηκαν, έλεγαν στον Ιάκωβο ∙ σε παρακαλούμε, συγκράτησε το λαό, γιατί πλανήθηκε για τον Ιησού, νομίζοντας ότι αυτός είναι ο Χριστός. Σε παρακαλούμε, πείσε όλους, όσοι ήρθαν για την ημέρα του Πάσχα, για τον Ιησού∙ γιατί όλοι πειθόμαστε σε σένα. Πράγματι, εμείς και όλος ο λαός αναγνωρίζουμε ότι είσαι δίκαιος και δεν προσωποληπτείς.
Πείσε κι εσύ λοιπόν τον όχλο να μην πλανάται για τον Ιησού. Και βέβαια όλος ο λαός και όλοι πειθόμαστε σε σένα. Στάσου λοιπόν πάνω στο αέτωμα του ναού, για να φαίνεσαι καλύτερα από ψηλά και να ακούει όλος ο λαός καλύτερα τα λόγια σου. Γιατί για το Πάσχα είχαν συγκεντρωθεί όλες οι φυλές μαζί με τους εθνικούς.
Έστησαν λοιπόν οι προαναφερθέντες γραμματείς και Φαρισαίοι τον Ιάκωβο πάνω στο αέτωμα του ναού και του φώναξαν και είπαν∙ «δίκαιε, που όλοι οφείλουμε να πειθόμαστε σε σένα, επειδή ο λαός πλανάται ακολουθώντας τον σταυρωμένο Ιησού, πες μας, ποια είναι η θύρα του Ιησού».
Και απάντησε με δυνατή φωνή∙ «Τι με ρωτάτε για τον υιό του ανθρώπου, κι αυτός κάθεται στον ουρανό, στα δεξιά της μεγάλης δύναμης, και πρόκειται να έρθει πάνω στα σύννεφα του ουρανού;».
Κι επειδή πολλοί πείσθηκαν και δόξαζαν για τη μαρτυρία του Αγίου Ιακώβου και έλεγαν, «ωσαννά στον υιό του Δαυίδ», τότε πάλι οι ίδιοι γραμματείς και Φαρισαίοι έλεγαν μεταξύ τους∙ «λάθος κάναμε και προσφέραμε τέτοια μαρτυρία στον Ιησού∙ αλλά ας ανεβούμε και ας τον πετάξουμε κάτω για να φοβηθούν και να μην τον πιστέψουν».
Και φώναξαν λέγοντας, «ω, ω, πλανήθηκε και ο δίκαιος», και εκπλήρωσαν τη γραφή που βρίσκεται στον Ησαϊα, «ας σκοτώσουμε τον δίκαιο, γιατί δεν τον χρειαζόμαστε∙ λοιπόν, θα γευτούν τους καρπούς των πράξεών τους».
Αφού ανέβηκαν λοιπόν, έριξαν κάτω τον δίκαιο. Και έλεγαν μεταξύ τους∙ «ας λιθοβολήσουμε τον Ιάκωβο τον δίκαιο», και άρχισαν να τον λιθοβολούν, γιατί παρά την πτώση δεν πέθανε∙ αλλά γύρισε και γονάτισε λέγοντας∙ «Σε παρακαλώ, Κύριε Θεέ Πατέρα, συγχώρεσέ τους∙ γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν».
Κι ενώ λοιπόν έτσι τον λιθοβολούσαν, ένας από τους ιερείς, τους γιους του Ρηχάβ, του γιου του Ραχαβείμ, που αναφέρονται από τον Ιερεμία τον προφήτη, φώναζε λέγοντας∙ «σταματήστε∙ τι κάνετε; για σας προσεύχεται ο δίκαιος».
Και κάποιος απ' αυτούς, ένας που κατεργαζόταν υφάσματα, πήρε το ξύλο με το οποίο χτυπά τα υφάσματα και κατάφερε ένα χτύπημα στο κεφάλι του δίκαιου, και έτσι μαρτύρησε. Και τον έθαψαν στον τόπο δίπλα στο ναό, και η στήλη του ακόμα βρίσκεται δίπλα στο ναό. Αυτός έχει γίνει αληθινός μάρτυρας για τους Ιουδαίους και τους Έλληνες, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός. Και αμέσως ο Βεσπασιανός αρχίζει να τους πολιορκεί».

Αυτά εκτεταμένα τα αφηγείται και ο Ηγήσιππος συμφωνώντας με τον Κλήμεντα. Τόσο λοιπόν θαυμαστός ήταν ο Ιάκωβος και τόσο φημίζονταν για τη δικαιοσύνη του απ' τους άλλους όλους, ώστε και οι σώφρονες Ιουδαίοι να νομίζουν ότι αυτή είναι η αιτία που αμέσως μετά το μαρτύριό του πολιορκήθηκε η Ιερουσαλήμ, πράγμα το οποίο δεν τους συνέβη για κανέναν άλλο λόγο, παρά για το ανοσιούργημα που τόλμησαν εναντίον του.

Και φυσικά ο Ιώσηπος δεν δίστασε να το επιβεβαιώσει εγγράφως με τα εξής λόγια∙ «Αυτά λοιπόν συνέβησαν στους Ιουδαίους σαν εκδίκηση για τον Ιάκωβο τον δίκαιο, επειδή ακριβώς τον σκότωσαν οι Ιουδαίοι, αν και ήταν πάρα πολύ δίκαιος».
Και ο ίδιος συγγραφέας, στο εικοστό βιβλίο της Αρχαιολογίας, περιγράφει το θάνατό του, ως εξής∙ «και ο Καίσαρας, όταν έμαθε το θάνατο του Φήστου, στέλνει για έπαρχο της Ιουδαίας τον Αλβίνο. Και ο νεότερος Άνανος, ο οποίος αναφέραμε ότι είχε παραλάβει την αρχιεροσύνη, ήταν θρασύς στο χαρακτήρα και ιδιαίτερα τολμηρός, και ανήκε στην αίρεση των Σαδδουκαίων, οι οποίοι είναι οι πιο σκληροί στις αποφάσεις από όλους τους Ιουδαίους, όπως ήδη το έχουμε αναφέρει.
Καθώς λοιπόν ήταν τέτοιος ο Άνανος, θεώρησε ότι βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία λόγω του θανάτου του Φήστου κι επειδή ο Αλβίνος ήταν ακόμη στο δρόμο, και συγκαλεί συνέδριο των κριτών και οδηγεί σε αυτό τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο, και μερικούς άλλους, και κατηγορώντας τους ότι δήθεν παρανόμησαν, τους παρέδωσε για λιθοβολισμό.
Όσοι όμως θεωρούνταν ότι ήταν οι πιο επιεικείς στην πόλη και τηρούσαν τους νόμους με ακρίβεια, το έφεραν βαρέως, και στέλνουν κρυφά απεσταλμένο στο βασιλιά, παρακαλώντας τον να στείλει επιστολή στον Άνανο να μην κάνει πλέον τέτοιες πράξεις∙ γιατί ούτε προηγουμένως αυτός δεν είχε πράξει σωστά. Και κάποιοι απ' αυτούς προϋπαντούν τον Αλβίνο καθώς οδοιπορούσε από την Αλεξάνδρεια, και του εξηγούν ότι ο Άνανος δεν είχε δικαίωμα να συγκαλέσει συνέδριο χωρίς τη σύμφωνη γνώμη τη δική του.
Κι ο Αλβίνος πείσθηκε στα λόγια τους και γράφει οργισμένος στον Άνανο απειλώντας τον ότι θα τον τιμωρήσει, και ο βασιλιάς Αγρίππας για αυτό το λόγο του αφαίρεσε την αρχιεροσύνη, που την κατείχε για τρεις μήνες, και τον αντικατέστησε με τον Ιησού, το γιο του Δαμμαίου».

Πηγές: http://www.parembasis.gr/2004/04_10_06.htm
http://www.impantokratoros.gr/24C7D8C6.el.aspx

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Άγιος Αρτέμιος και Άγιος Γεράσιμος Κεφαλλονιάς (Εορτάζουν 20 Οκτωβρίου)



Γεγονός μαρτυρημένο από την ιστορία και την προσωπική πείρα του καθενός αποτελεί ότι για την επιτέλεση του χρέους μας έχουμε ανάγκη από ηθικά ερείσματα και φωτεινά πρότυπα, που επέδειξαν θάρρος ανυποχώρητο, προκειμένου να υπερασπισθούν ανώτερες αξίες και ιδανικά, που αγωνίσθηκαν με καρτερία, χωρίς συμβιβασμούς, που υπηρέτησαν τα αγαθά της αγάπης, της ειρήνης της ευνομίας, της ελευθερίας και θυσίασαν τη ζωή τους για την πίστη στον αληθινό Θεό.

Ο άγιος Αρτέμιος ήταν στολισμένος με τις αρετές αυτές και γι' αυτό καθιερώθηκε ως προστάτης της Ελληνικής Αστυνομίας .

Ο άγιος έζησε την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου και ήταν αυτόπτης μάρτυς της εμφανίσεως του σημείου του Τιμίου Σταυρού στον ουρανό με τη προτροπή προς τον αυτοκράτορα "εν τούτω νίκα».

Υπήρξε άνθρωπος ευγενής, χαρακτήρας δυνατός, με καθαρή σκέψη, που είχε συνείδηση των προβλημάτων της εποχής του και αληθινό ενδιαφέρον για τον άνθρωπο και την πρόοδό του.

Πηγή όμως των μεγάλων του χαρισμάτων ήταν η βαθιά χριστιανική του πίστη για την οποία και καυχιόταν. Εκτιμώντας τα μεγάλα του χαρίσματα ο άγιος εκείνος αυτοκράτορας, ο Μέγας Κωνσταντίνος, τον διορίζει ανώτερο διοικητή σε διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας.

Δέχεται ο Αρτέμιος την ευθύνη σαν να του την ανέθεσε ο ίδιος ο Θεός και εργάζεται άοκνα για την ευνομία, την ειρήνη και την ασφάλεια των πολιτών. Όπου υπηρέτησε αποδείχθηκε άξιος μεγάλης εμπιστοσύνης και προσέφερε έργο άξιο κάθε επαίνου.

Ήλθε όμως ο καιρός που στο θρόνο της Kωνσταντινουπόλεως ανέβηκε ο lουλιανός, που έμεινε στην ιστορία με την προσωνυμία "παραβάτης».

Ο νέος αυτοκράτορας συλλαμβάνει και θέτει σε εφαρμογή, το σχέδιο επαναφοράς της λατρείας των ειδώλων σε όλη την αυτοκρατoρία . Θέλει να γυρίσει πίσω την ιστορία.
Πραγματoπoιει μάλιστα ο ίδιος περιοδείες στο κράτος για να επιβάλει τις ιδέες του.
Έτσι έρχεται στην Αντιόχεια, όπου υπηρετούσε ως ανώτερος Διοικητής ο Αρτέμιος.

Ο Ιουλιανός οργανώνει εκδηλώσεις μέσα από τις οποίες προσπαθεί να διασύρει το Χριστιανισμό και την Εκκλησία. Διατάζει να υποβάλουν σε βασανιστήρια τους χριστιανούς. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή σήμανε η ώρα του χρέους για τον Αρτέμιο, ο οποίος ως ανώτερος διοικητής ήταν παρών. Το προσωπικό του συμφέρον (η εύνοια του βασιλιά), το μεγαλείο του αξιώματος, έρχονται αντιμέτωπα με το καθήκον της υπερασπίσεως του δικαίου. Και ο Αρτέμιος, ήταν μεγάλος. Δεν ήταν ένας υπαλληλίσκος που απλώς εκτελούσε εντολές κοιτάζοντας το συμφέρον και το "βόλεμά» του, όπως ίσως θα έκαναν οι σύγχρονοί του αξιωματούχοι. Είχε συναίσθηση της ευθύνης του. Υψώνει λοιπόν το παράστημα του και με θάρρος λέει στον αυτοκράτορα: "Πώς τολμάς, βασιλιά, να χρησιμοποιείς την παρανομία; Τι κακό σου έκαναν οι Χριστιανοί και ζητείς την εξόντωση τους; Δε γνωρίζεις ότι είναι οι καλύτεροι πολίτες του κράτους σου;» Σαν πληγωμένο θηρίο αντέδρασε ο lουλιανός. Ώστε έτσι; Ένας αξιωματούχος του τολμούσε να τον ελέγξει δημόσια; Τον καθαιρεί αμέσως από το αξίωμα του και τον υποβάλλει σε φοβερά βασανιστήρια.

Στο συναξάρι του διαβάζουμε τα εξής: «Αμέσως τον άρπαξαν οι δορυφόροι και αφού τον γύμνωσαν τον παρέδωσαν στα χέρια των δημίων, οι οποίοι αφού του έδεσαν τα χέρια και τα πόδια τον τέντωσαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και άρχισαν να τον χτυπούν με χοντρές λουρίδες από δέρμα βοδιού (μαστίγιο) στην κοιλιά και στη ράχη μέχρι που κουράστηκαν και αντικαταστάθηκαν τέσσερις φορές. Το αίμα είχε κοκκινίσει τη γη... Εκείνος όμως, παρά τους αφόρητους πόνους, ούτε στεναγμό, ούτε κάποιο λόγο είπε και το πρόσωπο του φαινόταν ήρεμο και γαλήνιο» (Βίκτωρος, Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξης Εκκλησίας).

Τίποτα δεν κατέβαλε το γενναίο φρόνημα και την αδούλωτη ψυχή του Αρτεμίου. Ο lουλιανός διατάσσει τον αποκεφαλισμό του. Εκείνος δέχεται το θάνατο μένοντας πιστός στο θέλημα του Θεού, που είναι η Αγάπη και η Δικαιοσύνη. Η τίμια κεφαλή του έπεσε από το ξίφος του δημίου, αλλά η ψυχή του πέταξε στο θρόνο του Θεού για να δώσει την καλή απολογία και να πάρει από τα χέρια του Δικαίου Κριτή το στεφάνι της δόξας.

Ο θάνατος του Αγ. Αρτεμίου δεν ήταν ήττα. Όχι, ήταν νίκη, θρίαμβος. Ήττα θα ήταν αν υποχωρούσε, αν έμενε αδιάφορος, αν υπέκυπτε στις απειλές, αν υποκρινόταν, αν πρόδιδε Εκείνον που αγάπησε. Ο Άγιος Αρτέμιος δεν πέθανε. Πέρασε με το θάνατό του στην αιώνια ζωή. Απόδειξη της συνεχούς παρουσίας του τα πολλά θαύματα που επιτελεί από τότε μέχρι σήμερα.

Πηγή: http://www.pigizois.net/agiologio/artemios.htm

-------------------------------------------------------------------------------------




Ο Άγιος Γεράσιμος, γόνος της αριστοκρατικής Οικογενείας των Νοταράδων, γεννήθηκε το 1506 στα Τρίκαλα Κορινθίας. Οι γονείς του ονομάζονταν Δημήτριος και Kαλή. Ο προπάππος του Λουκάς Νοταράς - τελευταίος πρωθυπουργός του Βυζαντίου - ήταν συγγενής εκ μητρός με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, το μαρτυρικό Αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Αφού έλαβε πλουσιοτάτη παιδεία, περιόδευσε σε όλους τους ιερούς τόπους της Ελλάδας. Πήγε στην Κωνσταντινούπολη και προσκύνησε τους τάφους των προγόνων του. Κατόπιν μετέβη στο Άγιο Όρος και εκάρη Μοναχός όπου και σώζεται το σπήλαιο της ασκήσεώς του στην έρημο της Καψάλας (κελλίον Μεγάλου Βασιλείου).
Στους Αγίους Τόπους χειροτονείται ιερεύς και χειροθετείται Αρχιμανδρίτης υπηρετώντας επί 12 έτη στην Αγιοταφική Αδελφότητα και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Επιθυμώντας περισσότερη ησυχία πέρασε στην Κρήτη και κατέληξε στην Ζάκυνθο όπου και παρέμεινε επί ένα δωδεκάμηνο.
Το 1555 έρχεται στην Κεφαλονιά. Ασκήτευσε στο σπήλαιο, στην περιοχή "Λάσση" του Αργοστολίου, επί πέντε έτη. Το 1560 έφτασε στα Ομαλά, όπου και ανακαίνισε το ξωκκλήσι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ιδρύοντας παράλληλα γυναικεία κοινοβιακή Μονή με πολυμελή αδελφότητα ονομάζοντάς την "Νέα Ιερουσαλήμ".
Χαρακτηριστική είναι η φράση του Αγίου με την οποία νουθετούσε έως εσχάτου αναπνοής: "Τεκνία ειρηνεύετε εν εαυτοίς και μη τα υψηλά φρονείτε".
Εκοιμήθη το έτος 1579 στις 15 Αυγούστου, για λόγους όμως εκκλησιαστικής οικονομίας μετετέθη την επόμενη. Μετά 2 έτη, στις 29 Οκτωβρίου, έγινε η ανακομιδή.
Με την επέμβαση των Παπικών οι Βενετσιάνοι διέταξαν την Β' ταφή. Στις 20 Οκτωβρίου του επομένου έτους έγινε η Β' ανακομιδή.

Έκτοτε το ιερό λείψανο παραμένει άφθαρτο και ευωδιάζον προς προσκύνηση και αγιασμό των πιστών και εκτίθεται προς προσκύνηση μέσα σε τζαμένια λειψανοθήκη που ενσωματώνεται σε μεγαλύτερη, ασημένια, περίτεχνη λάρνακα, η οποία είναι τοποθετημένη πάνω από τον τάφο του Αγίου.

Πηγή: http://www.agios-gerasimos.com/agerasimos.html