Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009
ΤΟ καλύτερο ΜΗΝΥΜΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΠΟΤΕ…
ΤΟ καλύτερο ΜΗΝΥΜΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΠΟΤΕ…Εστάλη από Josep, Βαρκελώνη, ΙσπανίαΜετάφραση Γεώργιος Σ. ΒλάχοςΗ γυναίκα μου μού πρότεινε να βγω με άλλη γυναίκα.‘Γνωρίζεις πολύ καλά πως την αγαπάς’ μου είπε μια μέρα ξαφνιάζοντάς με.‘Η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ της χρόνο.’‘Μα εγώ ΕΣΕΝΑ αγαπώ’ της είπα έντονα.‘Το ξέρω. Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνη.’Η άλλη γυναίκα, την οποία η γυναίκα μου ήθελε να επισκεφθώ, ήταν η μητέρα μου, χήρα εδώ και χρόνια. Όμως οι απαιτήσεις της δουλειάς και των παιδιών με ανάγκαζαν να την επισκέπτομαι αραιά και που.’Εκείνο το βράδυ της τηλεφώνησα και την προσκάλεσα έξω σε δείπνο και μετά για κινηματογράφο.‘Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;’ με ρώτησε.Η μητέρα μου είναι από τους ανθρώπους που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων.‘Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί’ της απάντησα. ‘Οι δυο μας μόνοι… Τί λες;’Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε: ‘Θα το ήθελα πολύ.’Εκείνη την Παρασκευή, καθώς οδηγούσα μετά το γραφείο για να πάω να την πάρω, αισθανόμουν περίεργα. Ήταν ο εκνευρισμός που προηγείται ενός ραντεβού… Και πώς τα φέρνει η ζωή, όταν έφθασα στο σπίτι της, παρατήρησα πως και η ίδια ήταν φοβερά συγκινημένη!Με περίμενε στην πόρτα φορώντας το παλιό καλό παλτό της, είχε περιποιηθεί τα μαλλιά της και ήταν ντυμένη με το φόρεμα με το οποίο είχε εορτάσει την τελευταία επέτειο του γάμου της. Το πρόσωπό της χαμογελούσε, ακτινοβολούσε φως, όπως το πρόσωπο ενός αγγέλου.‘Είπα στις φίλες μου ότι θα βγω με το γιο μου και όλες τους συγκινήθηκαν’ μου είπε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό μου. ‘Δεν μπορούν να περιμένουν μέχρι αύριο για να μάθουν τα πάντα για τη βραδυνή έξοδό μας.’Πήγαμε σε ένα εστιατόριο όχι από τα καλά, αλλά με ζεστή ατμόσφαιρα. Η μητέρα μου με έπιασε από το μπράτσο σαν να ήταν ΄Η Πρώτη Κυρία της χώρας.΄Μόλις καθήσαμε, έπρεπε εγώ να της διαβάσω τον κατάλογο με τα φαγητά. Το μόνο που ΄έπιαναν΄ τα μάτια της ήταν κάτι μεγάλες φιγούρες.Μόλις έφθασα στη μέση του καταλόγου, σήκωσα το πρόσωπό μου. Η μαμά μου καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού και με χάζευε. Ένα νοσταλγικό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της.‘Εγώ ήμουν αυτή που σου διάβαζε τον κατάλογο, όταν ήσουν μικρός, θυμάσαι;’‘Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να ξεκουραστείς και να μου επιτρέψεις να σου ανταποδώσω τη χάρη’ απάντησα.Κατά τη διάρκεια του γεύματος είχαμε μια ευχάριστη συζήτηση, τίποτα το εξαιρετικό, απλά το πώς περνάει ο καθένας μας κάθε μέρα.Μιλούσαμε για ώρες, που τελικά χάσαμε την ταινία στον κινηματογράφο.‘Θα βγω μαζί σου την επόμενη φορά, αν μου επιτρέψεις να κάνω εγώ την πρόταση’ μου είπε η μητέρα μου καθώς την επέστρεφα στο σπίτι. Την φίλησα, την αγκάλιασα.‘Πώς πήγε το ραντεβού;’ θέλησε να μάθει η γυναίκα μου μόλις μπήκα στο σπίτι εκείνο το βράδυ.‘Πολύ όμορφα, σ΄ευχαριστώ. Περισσότερο κι απ΄ό,τι περίμενα.’ της απάντησα.Μερικές μέρες αργότερα η μητέρα μου ΄έφυγε΄ από ανακοπή της καρδιάς. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα.Λίγο καιρό μετά, έλαβα έναν φακέλο από το εστιατόριο όπου είχαμε δειπνήσει η μητέρα μου κι εγώ. Μέσα είχε ένα σημείωμα που έγραφε:‘Το δείπνο είναι προπληρωμένο. Ήμουν σχεδόν βέβαιη πως δεν θα μπορούσα να παρευρεθώ, κι έτσι πλήρωσα για δύο άτομα, για σένα και τη σύζυγό σου. Δεν θα μπορέσεις ποτέ σου να αισθανθείς τί σήμαινε εκείνη η βραδιά για μένα. Σε αγαπώ!’Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα τη σπουδαιότητα του να είχα πει εγκαίρως ‘ΣΕ ΑΓΑΠΩ’. Συνειδητοποίησα ακόμη τη σπουδαιότητα του να δίνουμε στους αγαπημένους μας το χρόνο που τους αξίζει. Τίποτα στη ζωή δεν είναι και δεν θα είναι πιο σημαντικό από την οικογένεια σου. Αφιέρωσε χρόνο σ΄αυτούς που αγαπάς, γιατί αυτοί δεν μπορούν να περιμένουν.Εάν ζει η μητέρα σου………. Απόλαυσε τη στιγμή.Εάν δεν ζει…………………….. Να τη θυμάσαι.Εάν έχεις μητέρα……………. Προώθησε αυτό το μήνυμα.Αμέσως θα κάνεις κάποιον να αισθανθεί κάτι για κάποια που ξέχασε, για αυτό το υπέροχο ον που αποκαλείται… ΜΗΤΕΡΑ!Και να θυμάσαι πάντοτε:Ο χρόνος ποτέ δεν συγχωρεί!Ούτε μπορεί να γυρίσει πίσω.
Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009
Η Αγία Ευφημία η Μεγαλομάρτυς
Η Οικογένια της Αγίας
Η Αγία Ευφημία έζησε στους χρόνους της βασιλείας του Διοκλητιανού ( 284-305 μ.Χ.) και καταγόταν από τη Χαλκηδόνα. Ο πατέρας της ονομαζόταν Φιλόφρων και ήταν πλούσιος συγκλητικός, η δε μητέρα της ονομαζόταν Θεοδωρησιανή κι ήταν γυναίκα ευσεβής και φιλάνθρωπος.
Ενώπιον του ηγέμονα
Εκείνη την εποχή ο Διοκλητιανός κίνησε μεγάλο διωγμό εναντίον των χριστιανών. Στα μέρη της Ανατολής ήταν ηγέμονας τότε ο Πρίσκος με συνάρχοντα τον φιλόσοφο Απελλιανό, που ήταν κι ιερέας του θεού Άρη. Όταν έφθασε η γιορτή του θεού τους, έστειλαν γράμματα και κήρυκες σ' όλη την επαρχία της Χαλκηδόνας, προσκαλώντας όλους να γιορτάσουν. Όσοι δεν θα πήγαιναν στη Χαλκηδόνα, όπου ήταν ο ναός του Θεού, θα τιμωρούνταν με θάνατο.
Τότε όσοι ήσαν χριστιανοί συγκεντρώνονταν και κλείνονταν σε σπίτια ή κατάφευγαν στην έρημο, για να αποφύγουν την ειδωλολατρική γιορτή. Σε μιά ομάδα χριστιανών οδηγός ήταν η Ευφημία. Ο Απελλιανός παρατήρησε την αποχή των χριστιανών και παρακίνησε τον ηγέμονα να συλλάβει όσους ήταν δυνατό, μεταξύ δε αυτών και την ένδοξη Ευφημία. Όλη η συντροφιά της Ευφημίας ήταν σαράντα εννέα άτομα, ξεχώριζε δε η κόρη από το άνθος της ηλικίας και την ευγένια της καταγωγής της.
Οδηγήθηκαν, λοιπόν, στον ηγέμονα, που τους μίλησε με προσποιητή πραότητα λέγοντας:
- Εγώ βλέπω την πολλή σας σύνεση. Ελπίζω, οτι θα θυσιάσετε στον μεγάλο Άρη και δε θα προτιμήσετε αντί της δόξας και της τιμής τον πικρό και επώδυνο θάνατο.
Σ' αυτά τα λόγια του απάντησαν οι Άγιοι με ανδρεία και θάρρος:
- Μη χάνεις τα λόγια σου, άρχοντα. Εμείς το έχουμε μεγάλη ντροπή, ενώ είμαστε λογικά όντα να προσκυνούμε ανόητους θεούς, και ν' αφήνουμε τον αληθινό Θεό. Όσο για τα μαρτύρια με τα οποία μας απειλείς μάθε, οτι φοβούμαστε μήπως είναι ελαφριά και δεν είναι αρκετά για τέλειο μαρτύριο. Δοκίμασε να μας βασανίσεις και θα δείς τη δύναμη του Θεού μας.
Αρχή των βασανιστηρίων
Η απάντηση ήταν απρόσμενη για τον ηγέμονα που οργισμένος διέταξε να τους κτυπούν καθημερινά για είκοσι μέρες. Την εικοστή μέρα τους έφερε πάλι μπροστά του και τους είπε:
- Τώρα που είδατε στην πράξη τον πρόλογο της δυστυχίας σας, πεισθήτε και θυσιάστε.
- Μη κουράζεσαι άδικα, απάντησε με μιά φωνή ο γενναίος χορός. Είναι αδύνατο να σ' ακούσουμε και να θυσιάσουμε στα είδωλα.
Ο ηγέμονας τους αντιμετώπισε πάλι κτυπώντας τους μέχρι που έπεσαν μισοπεθαμένοι. Με συμβουλή του Απελλιανού τους φυλάκισε όλους, για να τους στείλει στον Διοκλητιανό, εκτός από την Ευφημία, που την κάλεσε κοντά του και προσπάθησε να την πλανήσει με κολακείες. Εκείνη του έλεγε:
- Η δύναμη του Χριστού είναι ακατανίκητη. Μη νομίζεις οτι θα με νικήσεις επειδή με βλέπεις γυναίκα.
Τότε ο τύρρανος πρόσταξε να τη γυρίσουν στους τροχούς με ταχύτητα. Τα μέλη της Μάρτυρος κακοποιούντο και πονούσε φοβερά, αλλά ο νους της δεν έφευγε από το Χριστό. Ύψωνε τα μάτια στον ουρανό κι έλεγε:
" Κύριε Ιησού Χριστέ, που σώζεις όσους ελπίζουν σ' εσένα , βοήθησε με. Δείξε, οτι εσύ είσαι Θεός αληθινός"
Ο Θεός απάντησε στην προσευχή της. Αμέσως την έλυσε από τον τροχό και θεράπευσε το σώμα της. Αλλά ο Πρίσκος, πιο τυφλός κι από τους θεούς του, δεν εννοούσε την αλήθεια και φοβέριζε πως θα την κάψει ζωντανή.
Η Ευφημία χωρίς να φοβηθεί από την απειλή αποκρίθηκε:
- Εγώ τύρρανε, αυτή την πρόσκαιρη φωτιά δεν την φοβάμαι. Τρέμω για την αιώνια φωτιά, που καίει, όσους αρνούνται τον Χριστό.
Στο καμίνι της φωτιάς
Ο τύραννος πρόσταξε και άναψαν καμίνι. Ενώ λοιπόν επρόκειτο να την ρίξουν μέσα, ήλθαν οι πρωτοϋπηρέτες Σωσθένης και Βίκτωρ λέγοντας:
- Εμείς, όπως βλέπεις, είμαστε πρόθυμοι να κάμουμε, οτι μας διατάξεις. Όμως δεν μπορούμε ν' αγγίξουμε το σώμα της παρθένου γιατί βλέπουμε άνδρες με φοβερή όψη, που στέκονται κοντά της και μας απειλούν.
Ο Πρίσκος σ' αυτά τα λόγια απάντησε με μιά διαταγή, να τους φυλακίσουν, επειδή έγιναν χριστιανοί. Ενώ γίνονταν αυτά η Αγία προσευχόταν λέγοντας:
" Ο Θεός, που βλέπεις τα πάντα, Συ, που έσωσες τους Τρείς Παίδας στη Βαβυλώνα, έλα βοηθός και στη δούλη σου, που αγωνίζεται για τη δόξα σου".
Τελικά ο ηγέμονας έστειλε δύο κακούς υπηρέτες, τον Καίσαρα και τον Βάριο, που ήσαν αδίστακτοι και δεν είχαν φόβο Θεού για να ρίξουν την Ευφημία στη φωτιά.
Μέσα στο καμίνι η Αγία δεν έπαθε τίποτα. Η φωτιά χύθηκε έξω και διεσκόρπισε τους ασεβείς. Η δε Ευφημία βγήκε χωρίς να έχουν πάθει τίποτε ούτε τα ρούχα της. Πάλι φυλακίστηκε, και οι δύο πρωτοϋπηρέτες Σωσθένης και Βίκτορ διατάχθησαν να θυσιάσουν στα είδωλα. Τότε με γενναίο φρόνημα είπαν:
- Εμείς ανθύπατε, πρωτύτερα είμαστε υποδουλωμένοι σε μεγάλη πλάνη, όπως είσαι και συ ακόμη. Τώρα, όμως, αξιωθήκαμε δια μέσου αυτής της παρθένου να γνωρίσουμε την αλήθεια. Μάθε λοιπόν, οτι δεν θα θυσιάσουμε σε άψυχους Θεούς.
Μετά απ' αυτά τα λόγια τους παραδόθηκαν από τον ηγέμονα στα θηρία. Τα θηρία όμως σεβάσθηκαν τα σώματας τους και δεν κατάφαγαν τις σάρκες, ήπιαν μόνο το αίμα. Τα σώματα τους οι πιστοί τα έθαψαν με ψαλμούς και ύμνους.
Στη δεξαμενή με τα θηρία
Την άλλη μέρα έφεραν πάλι την Αγία στον ηγέμονα, κι αυτός άρχισε να τη φοβερίζει λέγοντας:
- Μέχρι πότε θα ταλαιπωρείς τον εαυτό σου; Μέχρι πότε θα λυπείς τους θεούς και θα οργίζεις τον βασιλιά; Καλό είναι να θυσιάσης.
- Βασιλιά, υπάρχει άλλο φρονιμότερο από το να μη πιστεύει κανείς σε λιθάρια άψυχα και ανόητα;
Ο Πρίσκος τρελλός από οργή διέταξε και κατασκεύασαν στη μέση του σταδίου μεγάλη δεξαμενή. Αφού τη γέμισε νερό έβαλε μέσα όλα τα σαρκοφάγα θηρία της θάλασσας και έρριξε την Αγία.
Εκείνη προσευχόταν με δάκρυα και έλεγε:
" Ιησού, το φώς μου, γίνε βοηθός της αδυναμίας μου, Συ που έκανες την κοιλιά του θηρίου καλό θάλαμο για τον Ιωνά. Σώσε με τώρα για να δοξασθούν όσοι σε προσκυνούν και καταισχυνθούν όσοι σε αρνούνται."
Με το σημείο του σταυρού μπήκε στο νερό η Αγία. Τα θηρία όρμησαν, αλλά μόλις πλησίασαν στο μαρτυρικό της σώμα, λησμόνησαν την τροφή. Κράτησαν την Αγία πάνω τους, σαν να φοβούνταν μήπως πάθει κακό στο νερό.
Ο Πρίσκος μπροστά σ' αυτό το θέαμα απορούσε κι έλεγε:
- Πως από μιά γυναίκα νικήθηκε η φωτιά, οι πληγές, τα θηρία;
Ο Απελλιανός τυφλός από φανατισμό του απάντησε:
- Όλα τα κάνει με μάγια.
- Αλλά γιατί οι Θεοί που μισούν τα πονηρά έργα δεν την τιμωρούν;...
Στο λάκκο με τα καρφιά
Έπειτα ετοίμασαν άλλο λάκκο στρωμένο με καρφιά και σκεπασμένο από πάνω με λίγο χώμα. Η Αγία όμως πέρασε χωρίς να πάθει το παραμικρό. Μερικοί άλλοι που προσπάθησαν να περάσουν, έπεσαν στα κοφτερά όργανα και θανατώθηκαν.
Η Αγία στο μεταξύ ευχαριστούσε το Θεό, που την έσωσε κι έλεγε:
" Ποιός θα λαλεί την δύναμη των έργων σου και θα κάνει ξακουστές τις ευχαριστίες για Σένα, Κύριε;" Με φύλαξες από πληγές και μαστιγώσεις, από φωτιά και θηρία, από νερό και λάκκο. Τώρα σώσε την ψυχή μου από τα χέρια του εχθρού της ανθρώπινης φύσης.
Το τέλος της Αγίας
Τώρα ο Πρίσκος επινοεί άλλο τρόπο για να ξεκάμει την Αγία. Την καλεί και με προσποιητή ευγένεια της λέει:
- Εσύ, σαν γυναίκα, πλανήθηκες. Εμείς δεν πρέπει να δείξουμε τόσο θυμό εναντίον σου. Συγχώρησε μας και θυσίασε στον Άρη. Αν θυσιάσεις, θα ζήσεις με ευτυχία, όπως σου πρέπει, γιατί και όμορφη είσαι και από ευγενική οικογένεια κατάγεσαι.
- Σταμάτησε άρχοντα, τις φλυαρίες. Εγώ να θυσιάσω στους δαίμονες έπειτα από τόσες ευεργεσίες, που έτυχα από τον Κύριο μου; Άφησε, δυστυχισμένε, την υποκρισία και κάμε οτι σου λέει ο διάβολος που σε συμβουλεύει.
Στη συνέχεια υποβλήθηκε σε άλλα βασανιστήρια, αλλά το σώμα της εξακολουθούσε να μένει ανέπαφο. Την έφεραν πάλι στο στάδιο για ν' αντιμετωπίσει θηρία. Η Αγία λυπόταν γιατί δεν αξιωνόταν να φύγει προς το Νυμφίο της και έλεγε αυτά προσευχομένη:
" Κύριε μου έδειξες την ανίκητη δύναμη σου, με έκαμες δυνατή στις πληγές και στα βασανιστήρια. Καθώς δέχτηκες τη θυσία και τα αίματα των μαρτύρων σου που μαρτύρισαν πριν από εμένα, δέξου και τη δική μου θυσία και παράλαβε την ψυχή μου".
Ενώ τέτοια ζητούσε με την προσευχή της, άφησαν εναντίον της τέσσερα λιοντάρια και τρείς αρκούδες. Τα θηρία, αφού πλησίασαν άρχισαν να φιλούν με ευλάβεια τα πόδια της Μάρτυρος. Μιά από τις αρκούδες δάγκωσε την Αγία χωρίς να προξενήσει πληγή, έγινε όμως αφορμή να φύγει η Ευφημία προς τον ουρανό.
Ήταν τότε η 16η Σεπτεμβρίου, κατά την επικρατέστερη γνώμη, του 303 μ.Χ. Μόλις ξεψύχησε φωνή ακούστηκε από τον ουρανό, που έλεγε:
- Έλα προς τον Κύριο, συ που αγωνίστηκες τον καλό αγώνα για να λάβεις τους μισθούς για τα μαρτύρια, που υπέστης.
Μαζί με τη φωνή έγινε μεγάλος σεισμός που προξένησε τον πανικό στους κατοίκους.
Όταν βρήκαν ευκαιρία κατάλληλη οι γονείς της Αγίας πήραν το πολύτιμο εκείνο σώμα και το έθαψαν κοντά στη Χαλκιδόνα. Δεν έκλαιγαν, αλλά εχαίροντο, που αξιώθηκαν να γίνουν γονείς μιάς τέτοιας κόρης.
Το τίμιο λείψανο της έγινε αίτιο πολλών θεραπειών και θαυμάτων.
Ένα από τα θαύματα της
Στην εποχή του Θεοδοσίου του Μικρού, το 410, κάποιος μοναχός και ιερέας, ο Ευτύχιος, έγινε αρχηγός αιρέσεως. Ισχυριζόταν οτι ο Κύριος ημώς Ιησούς Χριστός έχει μόνο μια φύση και μιά ενέργεια Θεότητας. Αυτός καθηρέθη από τον Άγιο Φλαβιανό, Πατριάρχη Κων/πόλεως. Αλλά ο Ευτύχιος δεν έπαυσε να ταράσσει την Εκκλησία μέχρι που πέθανε ο Θεοδόσιος.
Όταν ανέβηκε στην εξουσία ο Μαρκιανός, διέταξε να συγκροτηθεί Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκιδόνα το 451 μ.Χ. για να εξετασθή το θέμα. Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν, εξακόσιοι τριάντα επίσκοποι και συγκρότησαν την Αγία Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Αφού συζητήθηκε το όλο θέμα καταδίκασαν τη πλάνη και αναθεμάτισαν τον Ευτύχιο. Επειδή όμως οι αιρετικοί δεν πείθονταν στις αποφάσεις της Συνόδου, οι Πατέρες έκαναν το εξής·
Έγραψαν και οι Ορθόδοξοι και οι αιρετικοί Μονοφυσίτες σε δύο ξεχωριστά βιβλία τις απόψεις επί του θέματος. Έπειτα άνοιξαν τη θήκη, που περιείχε το λείψανο της Αγίας Ευφημίας, και τοποθέτησαν τα δύο βιβλία στο στήθος της Αγίας. Μετά από ορισμένο χρόνο άνοιξαν πάλι τη θήκη και είδαν το βιβλίο των Ορθοδόξων, που περιείχε και την απόφαση της Συνόδου, να το κρατά η Μάρτυς στην αγκαλιά της.
Απ' αυτό το θαύμα οι μεν Ορθόδοξοι στηρίχθηκαν στην πίστη και δόξασαν τον Θεό, οι δε αιρετικοί κατανικήθηκαν.
Το Πατριαρχείο μετέφερε μαζί του στον ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, το ιερό λείψανο της Αγίας Ευφημίας, όπου στο δεξιό μέρος αυτού του ναού έγινε παρεκκλήσι της Αγίας Ευφημίας την εποχή του Πατριάρχη Κων/πόλεως Γρηγορίου.
Ο Γέροντας Παίσιος και η Αγία Ευφημία
Ήταν στην αυλή της Καλύβης του ο Γέροντας (Παΐσιος), όταν τον επισκέφθηκε κάποιο πνευματικό του τέκνο. Επανελάμβανε συνεχώς από την καρδιά του: «Δόξα σοι ο Θεός», πάλιν και πολλάκις. Σε μια στιγμή ο Γέροντας του είπε: «Αχρηστεύεται κανείς με την καλή έννοια»;
-Ποιός, Γέροντα;
-Ήσυχα καθόμουν στο Κελλί μου, ήρθε και με παλάβωσε. Ωραία περνούν επάνω.
-Τι συμβαίνει, Γέροντα;
-Θα σου πω, αλλά μην το πεις σε κανέναν.
Του διηγήθηκε τότε το έξης: «Είχα γυρίσει από τον κόσμο, όπου είχα βγει για ένα εκκλησιαστικό θέμα. (Με το μακαρίτη Τρίτση).
Την Τρίτη, κατά η ώρα 10 το πρωί, ήμουν μέσα στο Κελί μου και έκανα τις Ώρες. Ακούω χτύπημα στην πόρτα και μια γυναικεία φωνή να λέει: «Δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Σκέφθηκα:
«Πώς βρέθηκε γυναίκα μέσα στο Όρος;». Εν τούτοις ένιωσα μια θεία γλυκύτητα μέσα μου και ρώτησα:
-Ποιος είναι;
-Η Ευφημία! (απαντά).
-Σκεφτόμουν, «ποια Ευφημία; Μήπως καμιά γυναίκα έκανε καμιά τρέλα και ήρθε με ανδρικά στο Όρος; Τώρα τι να κάνω;». Ξαναχτυπά. Ρωτάω: «Ποιος είναι;». «Η Ευφημία», άπαντα και πάλι. Σκέφτομαι και δεν ανοίγω. Στην τρίτη φορά που χτύπησε, άνοιξε μόνη της η πόρτα, που είχε σύρτη από μέσα. Άκουσα βήματα στον διάδρομο. Πετάχτηκα από το Κελί μου και βλέπω μια γυναίκα με μανδήλα. Την συνόδευε κάποιος, που έμοιαζε με τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος εξαφανίσθηκε. Παρ’ όλο πού ήμουν σίγουρος ότι δεν είναι του πειρασμού, γιατί λαμποκοπούσε, την ρώτησα ποια είναι·
-Η μάρτυς Ευφημία, (απαντά).
-Αν είσαι η μάρτυς Ευφημία, έλα να προσκυνήσουμε την Αγία Τριάδα. Ό,τι κάνω εγώ να κάνης και συ.
Μπήκα στην Εκκλησία, κάνω μια μετάνοια λέγοντας: «Εις το όνομα του Πατρός». Το επανέλαβε με μετάνοια. «Και του Υιού». «-Και του Υιού», είπε με ψιλή φωνή.
-Πιο δυνατά, ν’ ακούω, είπα και επανέλαβε δυνατότερα.
-Ενώ ήταν ακόμα στο διάδρομο έκανε μετάνοιες, όχι προς την Εκκλησία, αλλά προς το Κελί μου. Στην αρχή παραξενεύτηκα, αλλά μετά θυμήθηκα ότι είχα μια μικρή χάρτινη εικονίτσα της Αγίας Τριάδος, κολλημένη σε ξύλο, πάνω από την πόρτα του Κελιού μου. Αφού προσκυνήσαμε και για τρίτη φορά.
-«Και του Αγίου Πνεύματος»
Μετά είπα: «Τώρα, να σε προσκυνήσω και εγώ». Την προσκύνησα και ασπάστηκα τα πόδια της και την άκρη της μύτης της. Στο πρόσωπο το θεώρησα αναίδεια να την ασπασθώ.
-Ύστερα κάθισε η Αγία στο σκαμνάκι και εγώ στο μπαουλάκι και μου έλυσε την απορία που είχα (στο εκκλησιαστικό θέμα).
-Μετά μου διηγήθηκε την ζωή της. Ήξερα ότι υπάρχει μια αγία Ευφημία, αλλά τον βίο της δεν τον ήξερα. Όταν μου διηγείτο τα μαρτύρια της, όχι απλώς τα άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα· τα ζούσα. Έφριξα! Πα, πα, πα!
-Πώς άντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.
-Αν ήξερα τι δόξα έχουν οι Άγιοι, θα έκανα ό,τι μπορούσα να περάσω πιο μεγάλα μαρτύρια.
-Μετά απ’ αυτό το γεγονός για τρεις μέρες δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Σκιρτούσα και συνεχώς δόξαζα τον Θεό. Ούτε να φάω, ούτε τίποτα… συνεχώς δοξολογία».
Σε επιστολή του αναφέρει: «Σ’ όλη μου τη ζωή δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω την μεγάλη μου υποχρέωση στην αγία Ευφημία, η οποία ενώ ήταν άγνωστη μου και χωρίς να είχε καμιά υποχρέωση, μου έκανε αυτή την μεγάλη τιμή…».
Διηγούμενος το γεγονός πρόσθεσε με ταπείνωση ότι παρουσιάστηκε η αγία Ευφημία, «όχι γιατί το αξίζω, αλλά επειδή με απασχολούσε εκείνο τον καιρό ένα θέμα που είχε σχέση με την κατάσταση της Εκκλησίας γενικά, και για δύο άλλους λόγους».
Εντύπωση έκανε στον Γέροντα «πώς αυτή η μικροκαμωμένη και αδύνατη άντεξε τόσα μαρτύρια; Να πεις ήταν καμία… (εννοούσε σωματώδης και δυνατή). Μια σταλιά ήταν».
Μέσα σε αυτήν την παραδεισένια κατάσταση συνέθεσε προς τιμήν της Αγίας ένα στιχηρό προσόμοιο: «Ποίοις ευφημιών άσμασιν ευφημήσωμεν την Ευφημίαν, την καταδεχθείσαν από άνωθεν και επισκεφθείσασαν κάτοικον μοναχόν ελεεινόν εν τη Καψάλα. Εκ τρίτου την θύραν πάλιν του έκρουσε τετάρτη ηνοίχθη μόνη εκ θαύματος και εισελθούσα με ουράνιον δόξαν, του Χριστού η Μάρτυς, προσκυνούντες ομού Τριάδα την Αγίαν».
Και ένα εξαποστειλάριο κατά το «Τοις μαθηταίς συνέλθωμεν…», που άρχιζε: «Μεγαλομάρτυς ένδοξε του Χρίστου Ευφημία, σ’ αγαπώ πολύ-πολύ μετά την Παναγία…». (Φυσικά αυτά δεν τα είχε για λειτουργική χρήση, ούτε τα έψαλλε δημοσίως).
Παρά την συνήθειά του βγήκε πάλι στην Σουρωτή και έκανε τις αδελφές μετόχους αυτής της ουράνιας χαράς. Με την βοήθειά του και τις οδηγίες του αγιογράφησαν την Αγία, όπως του εμφανίσθηκε.
Ο Γέροντας φιλοτέχνησε το αρνητικό της εικόνος της Αγίας σε μήτρα ατσάλινη με την οποία έκανε πρεσσαριστά εικονάκια και τα μοίραζε ευλογία στους προσκυνητές εις τιμήν της αγίας Ευφημίας. Κατά το σκάλισμα δυσκολεύτηκε να κάνη τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. Είπε: «Παιδεύτηκα να κάνω το χέρι της, αλλά μετά έβαλα έναν καλό λογισμό: «Ίσως επειδή και εγώ την παίδεψα την καημένη».
Η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη της τη 16ην Σεπτεμβρίου, τη δε μνήμη του θαύματος που συνέβη τότε στη Χαλκιδόνα, την 11ην Ιουλίου.
Πηγές: http://www.oodegr.com/neopaganismos/diogmoi/Eufimia1.htm
http://www.oodegr.com/oode/pateres1/paisios/evfimia_1.htm
Η Αγία Ευφημία έζησε στους χρόνους της βασιλείας του Διοκλητιανού ( 284-305 μ.Χ.) και καταγόταν από τη Χαλκηδόνα. Ο πατέρας της ονομαζόταν Φιλόφρων και ήταν πλούσιος συγκλητικός, η δε μητέρα της ονομαζόταν Θεοδωρησιανή κι ήταν γυναίκα ευσεβής και φιλάνθρωπος.
Ενώπιον του ηγέμονα
Εκείνη την εποχή ο Διοκλητιανός κίνησε μεγάλο διωγμό εναντίον των χριστιανών. Στα μέρη της Ανατολής ήταν ηγέμονας τότε ο Πρίσκος με συνάρχοντα τον φιλόσοφο Απελλιανό, που ήταν κι ιερέας του θεού Άρη. Όταν έφθασε η γιορτή του θεού τους, έστειλαν γράμματα και κήρυκες σ' όλη την επαρχία της Χαλκηδόνας, προσκαλώντας όλους να γιορτάσουν. Όσοι δεν θα πήγαιναν στη Χαλκηδόνα, όπου ήταν ο ναός του Θεού, θα τιμωρούνταν με θάνατο.
Τότε όσοι ήσαν χριστιανοί συγκεντρώνονταν και κλείνονταν σε σπίτια ή κατάφευγαν στην έρημο, για να αποφύγουν την ειδωλολατρική γιορτή. Σε μιά ομάδα χριστιανών οδηγός ήταν η Ευφημία. Ο Απελλιανός παρατήρησε την αποχή των χριστιανών και παρακίνησε τον ηγέμονα να συλλάβει όσους ήταν δυνατό, μεταξύ δε αυτών και την ένδοξη Ευφημία. Όλη η συντροφιά της Ευφημίας ήταν σαράντα εννέα άτομα, ξεχώριζε δε η κόρη από το άνθος της ηλικίας και την ευγένια της καταγωγής της.
Οδηγήθηκαν, λοιπόν, στον ηγέμονα, που τους μίλησε με προσποιητή πραότητα λέγοντας:
- Εγώ βλέπω την πολλή σας σύνεση. Ελπίζω, οτι θα θυσιάσετε στον μεγάλο Άρη και δε θα προτιμήσετε αντί της δόξας και της τιμής τον πικρό και επώδυνο θάνατο.
Σ' αυτά τα λόγια του απάντησαν οι Άγιοι με ανδρεία και θάρρος:
- Μη χάνεις τα λόγια σου, άρχοντα. Εμείς το έχουμε μεγάλη ντροπή, ενώ είμαστε λογικά όντα να προσκυνούμε ανόητους θεούς, και ν' αφήνουμε τον αληθινό Θεό. Όσο για τα μαρτύρια με τα οποία μας απειλείς μάθε, οτι φοβούμαστε μήπως είναι ελαφριά και δεν είναι αρκετά για τέλειο μαρτύριο. Δοκίμασε να μας βασανίσεις και θα δείς τη δύναμη του Θεού μας.
Αρχή των βασανιστηρίων
Η απάντηση ήταν απρόσμενη για τον ηγέμονα που οργισμένος διέταξε να τους κτυπούν καθημερινά για είκοσι μέρες. Την εικοστή μέρα τους έφερε πάλι μπροστά του και τους είπε:
- Τώρα που είδατε στην πράξη τον πρόλογο της δυστυχίας σας, πεισθήτε και θυσιάστε.
- Μη κουράζεσαι άδικα, απάντησε με μιά φωνή ο γενναίος χορός. Είναι αδύνατο να σ' ακούσουμε και να θυσιάσουμε στα είδωλα.
Ο ηγέμονας τους αντιμετώπισε πάλι κτυπώντας τους μέχρι που έπεσαν μισοπεθαμένοι. Με συμβουλή του Απελλιανού τους φυλάκισε όλους, για να τους στείλει στον Διοκλητιανό, εκτός από την Ευφημία, που την κάλεσε κοντά του και προσπάθησε να την πλανήσει με κολακείες. Εκείνη του έλεγε:
- Η δύναμη του Χριστού είναι ακατανίκητη. Μη νομίζεις οτι θα με νικήσεις επειδή με βλέπεις γυναίκα.
Τότε ο τύρρανος πρόσταξε να τη γυρίσουν στους τροχούς με ταχύτητα. Τα μέλη της Μάρτυρος κακοποιούντο και πονούσε φοβερά, αλλά ο νους της δεν έφευγε από το Χριστό. Ύψωνε τα μάτια στον ουρανό κι έλεγε:
" Κύριε Ιησού Χριστέ, που σώζεις όσους ελπίζουν σ' εσένα , βοήθησε με. Δείξε, οτι εσύ είσαι Θεός αληθινός"
Ο Θεός απάντησε στην προσευχή της. Αμέσως την έλυσε από τον τροχό και θεράπευσε το σώμα της. Αλλά ο Πρίσκος, πιο τυφλός κι από τους θεούς του, δεν εννοούσε την αλήθεια και φοβέριζε πως θα την κάψει ζωντανή.
Η Ευφημία χωρίς να φοβηθεί από την απειλή αποκρίθηκε:
- Εγώ τύρρανε, αυτή την πρόσκαιρη φωτιά δεν την φοβάμαι. Τρέμω για την αιώνια φωτιά, που καίει, όσους αρνούνται τον Χριστό.
Στο καμίνι της φωτιάς
Ο τύραννος πρόσταξε και άναψαν καμίνι. Ενώ λοιπόν επρόκειτο να την ρίξουν μέσα, ήλθαν οι πρωτοϋπηρέτες Σωσθένης και Βίκτωρ λέγοντας:
- Εμείς, όπως βλέπεις, είμαστε πρόθυμοι να κάμουμε, οτι μας διατάξεις. Όμως δεν μπορούμε ν' αγγίξουμε το σώμα της παρθένου γιατί βλέπουμε άνδρες με φοβερή όψη, που στέκονται κοντά της και μας απειλούν.
Ο Πρίσκος σ' αυτά τα λόγια απάντησε με μιά διαταγή, να τους φυλακίσουν, επειδή έγιναν χριστιανοί. Ενώ γίνονταν αυτά η Αγία προσευχόταν λέγοντας:
" Ο Θεός, που βλέπεις τα πάντα, Συ, που έσωσες τους Τρείς Παίδας στη Βαβυλώνα, έλα βοηθός και στη δούλη σου, που αγωνίζεται για τη δόξα σου".
Τελικά ο ηγέμονας έστειλε δύο κακούς υπηρέτες, τον Καίσαρα και τον Βάριο, που ήσαν αδίστακτοι και δεν είχαν φόβο Θεού για να ρίξουν την Ευφημία στη φωτιά.
Μέσα στο καμίνι η Αγία δεν έπαθε τίποτα. Η φωτιά χύθηκε έξω και διεσκόρπισε τους ασεβείς. Η δε Ευφημία βγήκε χωρίς να έχουν πάθει τίποτε ούτε τα ρούχα της. Πάλι φυλακίστηκε, και οι δύο πρωτοϋπηρέτες Σωσθένης και Βίκτορ διατάχθησαν να θυσιάσουν στα είδωλα. Τότε με γενναίο φρόνημα είπαν:
- Εμείς ανθύπατε, πρωτύτερα είμαστε υποδουλωμένοι σε μεγάλη πλάνη, όπως είσαι και συ ακόμη. Τώρα, όμως, αξιωθήκαμε δια μέσου αυτής της παρθένου να γνωρίσουμε την αλήθεια. Μάθε λοιπόν, οτι δεν θα θυσιάσουμε σε άψυχους Θεούς.
Μετά απ' αυτά τα λόγια τους παραδόθηκαν από τον ηγέμονα στα θηρία. Τα θηρία όμως σεβάσθηκαν τα σώματας τους και δεν κατάφαγαν τις σάρκες, ήπιαν μόνο το αίμα. Τα σώματα τους οι πιστοί τα έθαψαν με ψαλμούς και ύμνους.
Στη δεξαμενή με τα θηρία
Την άλλη μέρα έφεραν πάλι την Αγία στον ηγέμονα, κι αυτός άρχισε να τη φοβερίζει λέγοντας:
- Μέχρι πότε θα ταλαιπωρείς τον εαυτό σου; Μέχρι πότε θα λυπείς τους θεούς και θα οργίζεις τον βασιλιά; Καλό είναι να θυσιάσης.
- Βασιλιά, υπάρχει άλλο φρονιμότερο από το να μη πιστεύει κανείς σε λιθάρια άψυχα και ανόητα;
Ο Πρίσκος τρελλός από οργή διέταξε και κατασκεύασαν στη μέση του σταδίου μεγάλη δεξαμενή. Αφού τη γέμισε νερό έβαλε μέσα όλα τα σαρκοφάγα θηρία της θάλασσας και έρριξε την Αγία.
Εκείνη προσευχόταν με δάκρυα και έλεγε:
" Ιησού, το φώς μου, γίνε βοηθός της αδυναμίας μου, Συ που έκανες την κοιλιά του θηρίου καλό θάλαμο για τον Ιωνά. Σώσε με τώρα για να δοξασθούν όσοι σε προσκυνούν και καταισχυνθούν όσοι σε αρνούνται."
Με το σημείο του σταυρού μπήκε στο νερό η Αγία. Τα θηρία όρμησαν, αλλά μόλις πλησίασαν στο μαρτυρικό της σώμα, λησμόνησαν την τροφή. Κράτησαν την Αγία πάνω τους, σαν να φοβούνταν μήπως πάθει κακό στο νερό.
Ο Πρίσκος μπροστά σ' αυτό το θέαμα απορούσε κι έλεγε:
- Πως από μιά γυναίκα νικήθηκε η φωτιά, οι πληγές, τα θηρία;
Ο Απελλιανός τυφλός από φανατισμό του απάντησε:
- Όλα τα κάνει με μάγια.
- Αλλά γιατί οι Θεοί που μισούν τα πονηρά έργα δεν την τιμωρούν;...
Στο λάκκο με τα καρφιά
Έπειτα ετοίμασαν άλλο λάκκο στρωμένο με καρφιά και σκεπασμένο από πάνω με λίγο χώμα. Η Αγία όμως πέρασε χωρίς να πάθει το παραμικρό. Μερικοί άλλοι που προσπάθησαν να περάσουν, έπεσαν στα κοφτερά όργανα και θανατώθηκαν.
Η Αγία στο μεταξύ ευχαριστούσε το Θεό, που την έσωσε κι έλεγε:
" Ποιός θα λαλεί την δύναμη των έργων σου και θα κάνει ξακουστές τις ευχαριστίες για Σένα, Κύριε;" Με φύλαξες από πληγές και μαστιγώσεις, από φωτιά και θηρία, από νερό και λάκκο. Τώρα σώσε την ψυχή μου από τα χέρια του εχθρού της ανθρώπινης φύσης.
Το τέλος της Αγίας
Τώρα ο Πρίσκος επινοεί άλλο τρόπο για να ξεκάμει την Αγία. Την καλεί και με προσποιητή ευγένεια της λέει:
- Εσύ, σαν γυναίκα, πλανήθηκες. Εμείς δεν πρέπει να δείξουμε τόσο θυμό εναντίον σου. Συγχώρησε μας και θυσίασε στον Άρη. Αν θυσιάσεις, θα ζήσεις με ευτυχία, όπως σου πρέπει, γιατί και όμορφη είσαι και από ευγενική οικογένεια κατάγεσαι.
- Σταμάτησε άρχοντα, τις φλυαρίες. Εγώ να θυσιάσω στους δαίμονες έπειτα από τόσες ευεργεσίες, που έτυχα από τον Κύριο μου; Άφησε, δυστυχισμένε, την υποκρισία και κάμε οτι σου λέει ο διάβολος που σε συμβουλεύει.
Στη συνέχεια υποβλήθηκε σε άλλα βασανιστήρια, αλλά το σώμα της εξακολουθούσε να μένει ανέπαφο. Την έφεραν πάλι στο στάδιο για ν' αντιμετωπίσει θηρία. Η Αγία λυπόταν γιατί δεν αξιωνόταν να φύγει προς το Νυμφίο της και έλεγε αυτά προσευχομένη:
" Κύριε μου έδειξες την ανίκητη δύναμη σου, με έκαμες δυνατή στις πληγές και στα βασανιστήρια. Καθώς δέχτηκες τη θυσία και τα αίματα των μαρτύρων σου που μαρτύρισαν πριν από εμένα, δέξου και τη δική μου θυσία και παράλαβε την ψυχή μου".
Ενώ τέτοια ζητούσε με την προσευχή της, άφησαν εναντίον της τέσσερα λιοντάρια και τρείς αρκούδες. Τα θηρία, αφού πλησίασαν άρχισαν να φιλούν με ευλάβεια τα πόδια της Μάρτυρος. Μιά από τις αρκούδες δάγκωσε την Αγία χωρίς να προξενήσει πληγή, έγινε όμως αφορμή να φύγει η Ευφημία προς τον ουρανό.
Ήταν τότε η 16η Σεπτεμβρίου, κατά την επικρατέστερη γνώμη, του 303 μ.Χ. Μόλις ξεψύχησε φωνή ακούστηκε από τον ουρανό, που έλεγε:
- Έλα προς τον Κύριο, συ που αγωνίστηκες τον καλό αγώνα για να λάβεις τους μισθούς για τα μαρτύρια, που υπέστης.
Μαζί με τη φωνή έγινε μεγάλος σεισμός που προξένησε τον πανικό στους κατοίκους.
Όταν βρήκαν ευκαιρία κατάλληλη οι γονείς της Αγίας πήραν το πολύτιμο εκείνο σώμα και το έθαψαν κοντά στη Χαλκιδόνα. Δεν έκλαιγαν, αλλά εχαίροντο, που αξιώθηκαν να γίνουν γονείς μιάς τέτοιας κόρης.
Το τίμιο λείψανο της έγινε αίτιο πολλών θεραπειών και θαυμάτων.
Ένα από τα θαύματα της
Στην εποχή του Θεοδοσίου του Μικρού, το 410, κάποιος μοναχός και ιερέας, ο Ευτύχιος, έγινε αρχηγός αιρέσεως. Ισχυριζόταν οτι ο Κύριος ημώς Ιησούς Χριστός έχει μόνο μια φύση και μιά ενέργεια Θεότητας. Αυτός καθηρέθη από τον Άγιο Φλαβιανό, Πατριάρχη Κων/πόλεως. Αλλά ο Ευτύχιος δεν έπαυσε να ταράσσει την Εκκλησία μέχρι που πέθανε ο Θεοδόσιος.
Όταν ανέβηκε στην εξουσία ο Μαρκιανός, διέταξε να συγκροτηθεί Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκιδόνα το 451 μ.Χ. για να εξετασθή το θέμα. Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν, εξακόσιοι τριάντα επίσκοποι και συγκρότησαν την Αγία Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Αφού συζητήθηκε το όλο θέμα καταδίκασαν τη πλάνη και αναθεμάτισαν τον Ευτύχιο. Επειδή όμως οι αιρετικοί δεν πείθονταν στις αποφάσεις της Συνόδου, οι Πατέρες έκαναν το εξής·
Έγραψαν και οι Ορθόδοξοι και οι αιρετικοί Μονοφυσίτες σε δύο ξεχωριστά βιβλία τις απόψεις επί του θέματος. Έπειτα άνοιξαν τη θήκη, που περιείχε το λείψανο της Αγίας Ευφημίας, και τοποθέτησαν τα δύο βιβλία στο στήθος της Αγίας. Μετά από ορισμένο χρόνο άνοιξαν πάλι τη θήκη και είδαν το βιβλίο των Ορθοδόξων, που περιείχε και την απόφαση της Συνόδου, να το κρατά η Μάρτυς στην αγκαλιά της.
Απ' αυτό το θαύμα οι μεν Ορθόδοξοι στηρίχθηκαν στην πίστη και δόξασαν τον Θεό, οι δε αιρετικοί κατανικήθηκαν.
Το Πατριαρχείο μετέφερε μαζί του στον ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, το ιερό λείψανο της Αγίας Ευφημίας, όπου στο δεξιό μέρος αυτού του ναού έγινε παρεκκλήσι της Αγίας Ευφημίας την εποχή του Πατριάρχη Κων/πόλεως Γρηγορίου.
Ο Γέροντας Παίσιος και η Αγία Ευφημία
Ήταν στην αυλή της Καλύβης του ο Γέροντας (Παΐσιος), όταν τον επισκέφθηκε κάποιο πνευματικό του τέκνο. Επανελάμβανε συνεχώς από την καρδιά του: «Δόξα σοι ο Θεός», πάλιν και πολλάκις. Σε μια στιγμή ο Γέροντας του είπε: «Αχρηστεύεται κανείς με την καλή έννοια»;
-Ποιός, Γέροντα;
-Ήσυχα καθόμουν στο Κελλί μου, ήρθε και με παλάβωσε. Ωραία περνούν επάνω.
-Τι συμβαίνει, Γέροντα;
-Θα σου πω, αλλά μην το πεις σε κανέναν.
Του διηγήθηκε τότε το έξης: «Είχα γυρίσει από τον κόσμο, όπου είχα βγει για ένα εκκλησιαστικό θέμα. (Με το μακαρίτη Τρίτση).
Την Τρίτη, κατά η ώρα 10 το πρωί, ήμουν μέσα στο Κελί μου και έκανα τις Ώρες. Ακούω χτύπημα στην πόρτα και μια γυναικεία φωνή να λέει: «Δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Σκέφθηκα:
«Πώς βρέθηκε γυναίκα μέσα στο Όρος;». Εν τούτοις ένιωσα μια θεία γλυκύτητα μέσα μου και ρώτησα:
-Ποιος είναι;
-Η Ευφημία! (απαντά).
-Σκεφτόμουν, «ποια Ευφημία; Μήπως καμιά γυναίκα έκανε καμιά τρέλα και ήρθε με ανδρικά στο Όρος; Τώρα τι να κάνω;». Ξαναχτυπά. Ρωτάω: «Ποιος είναι;». «Η Ευφημία», άπαντα και πάλι. Σκέφτομαι και δεν ανοίγω. Στην τρίτη φορά που χτύπησε, άνοιξε μόνη της η πόρτα, που είχε σύρτη από μέσα. Άκουσα βήματα στον διάδρομο. Πετάχτηκα από το Κελί μου και βλέπω μια γυναίκα με μανδήλα. Την συνόδευε κάποιος, που έμοιαζε με τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος εξαφανίσθηκε. Παρ’ όλο πού ήμουν σίγουρος ότι δεν είναι του πειρασμού, γιατί λαμποκοπούσε, την ρώτησα ποια είναι·
-Η μάρτυς Ευφημία, (απαντά).
-Αν είσαι η μάρτυς Ευφημία, έλα να προσκυνήσουμε την Αγία Τριάδα. Ό,τι κάνω εγώ να κάνης και συ.
Μπήκα στην Εκκλησία, κάνω μια μετάνοια λέγοντας: «Εις το όνομα του Πατρός». Το επανέλαβε με μετάνοια. «Και του Υιού». «-Και του Υιού», είπε με ψιλή φωνή.
-Πιο δυνατά, ν’ ακούω, είπα και επανέλαβε δυνατότερα.
-Ενώ ήταν ακόμα στο διάδρομο έκανε μετάνοιες, όχι προς την Εκκλησία, αλλά προς το Κελί μου. Στην αρχή παραξενεύτηκα, αλλά μετά θυμήθηκα ότι είχα μια μικρή χάρτινη εικονίτσα της Αγίας Τριάδος, κολλημένη σε ξύλο, πάνω από την πόρτα του Κελιού μου. Αφού προσκυνήσαμε και για τρίτη φορά.
-«Και του Αγίου Πνεύματος»
Μετά είπα: «Τώρα, να σε προσκυνήσω και εγώ». Την προσκύνησα και ασπάστηκα τα πόδια της και την άκρη της μύτης της. Στο πρόσωπο το θεώρησα αναίδεια να την ασπασθώ.
-Ύστερα κάθισε η Αγία στο σκαμνάκι και εγώ στο μπαουλάκι και μου έλυσε την απορία που είχα (στο εκκλησιαστικό θέμα).
-Μετά μου διηγήθηκε την ζωή της. Ήξερα ότι υπάρχει μια αγία Ευφημία, αλλά τον βίο της δεν τον ήξερα. Όταν μου διηγείτο τα μαρτύρια της, όχι απλώς τα άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα· τα ζούσα. Έφριξα! Πα, πα, πα!
-Πώς άντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.
-Αν ήξερα τι δόξα έχουν οι Άγιοι, θα έκανα ό,τι μπορούσα να περάσω πιο μεγάλα μαρτύρια.
-Μετά απ’ αυτό το γεγονός για τρεις μέρες δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Σκιρτούσα και συνεχώς δόξαζα τον Θεό. Ούτε να φάω, ούτε τίποτα… συνεχώς δοξολογία».
Σε επιστολή του αναφέρει: «Σ’ όλη μου τη ζωή δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω την μεγάλη μου υποχρέωση στην αγία Ευφημία, η οποία ενώ ήταν άγνωστη μου και χωρίς να είχε καμιά υποχρέωση, μου έκανε αυτή την μεγάλη τιμή…».
Διηγούμενος το γεγονός πρόσθεσε με ταπείνωση ότι παρουσιάστηκε η αγία Ευφημία, «όχι γιατί το αξίζω, αλλά επειδή με απασχολούσε εκείνο τον καιρό ένα θέμα που είχε σχέση με την κατάσταση της Εκκλησίας γενικά, και για δύο άλλους λόγους».
Εντύπωση έκανε στον Γέροντα «πώς αυτή η μικροκαμωμένη και αδύνατη άντεξε τόσα μαρτύρια; Να πεις ήταν καμία… (εννοούσε σωματώδης και δυνατή). Μια σταλιά ήταν».
Μέσα σε αυτήν την παραδεισένια κατάσταση συνέθεσε προς τιμήν της Αγίας ένα στιχηρό προσόμοιο: «Ποίοις ευφημιών άσμασιν ευφημήσωμεν την Ευφημίαν, την καταδεχθείσαν από άνωθεν και επισκεφθείσασαν κάτοικον μοναχόν ελεεινόν εν τη Καψάλα. Εκ τρίτου την θύραν πάλιν του έκρουσε τετάρτη ηνοίχθη μόνη εκ θαύματος και εισελθούσα με ουράνιον δόξαν, του Χριστού η Μάρτυς, προσκυνούντες ομού Τριάδα την Αγίαν».
Και ένα εξαποστειλάριο κατά το «Τοις μαθηταίς συνέλθωμεν…», που άρχιζε: «Μεγαλομάρτυς ένδοξε του Χρίστου Ευφημία, σ’ αγαπώ πολύ-πολύ μετά την Παναγία…». (Φυσικά αυτά δεν τα είχε για λειτουργική χρήση, ούτε τα έψαλλε δημοσίως).
Παρά την συνήθειά του βγήκε πάλι στην Σουρωτή και έκανε τις αδελφές μετόχους αυτής της ουράνιας χαράς. Με την βοήθειά του και τις οδηγίες του αγιογράφησαν την Αγία, όπως του εμφανίσθηκε.
Ο Γέροντας φιλοτέχνησε το αρνητικό της εικόνος της Αγίας σε μήτρα ατσάλινη με την οποία έκανε πρεσσαριστά εικονάκια και τα μοίραζε ευλογία στους προσκυνητές εις τιμήν της αγίας Ευφημίας. Κατά το σκάλισμα δυσκολεύτηκε να κάνη τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. Είπε: «Παιδεύτηκα να κάνω το χέρι της, αλλά μετά έβαλα έναν καλό λογισμό: «Ίσως επειδή και εγώ την παίδεψα την καημένη».
Η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη της τη 16ην Σεπτεμβρίου, τη δε μνήμη του θαύματος που συνέβη τότε στη Χαλκιδόνα, την 11ην Ιουλίου.
Πηγές: http://www.oodegr.com/neopaganismos/diogmoi/Eufimia1.htm
http://www.oodegr.com/oode/pateres1/paisios/evfimia_1.htm
Ετικέτες
Άγιος της Ημέρας
Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009
Η Παγκόσμια Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού
Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει την παγκόσμια ύψωση του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού. Η εορτή είναι αρχαιότατη και μια από τις Δεσποτικές εορτές, τις εορτές δηλαδή τις αφιερωμένες στο Δεσπότη Χριστό. Η εορτή συνδέεται με μεγάλα ιστορικά γεγονότα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, γι’ αυτό έχει πανηγυρικό χαρακτήρα. Συγχρόνως όμως αναφέρεται στη σταύρωση και το θάνατο του Κυρίου, γι’ αυτό και τιμάται με αυστηρή νηστεία, όπως η Μεγάλη Παρασκευή. Το Ευαγγέλιο, που διαβάζεται στη θεία Λειτουργία, είναι το ίδιο που διαβάζεται και τη Μεγ. Παρασκευή. Μέχρι πριν λίγα χρόνια η εορτή της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού ήταν ήμερα γενικής αργίας, αλλά μετά τον πόλεμο οι εργάσιμες ήμερες της εβδομάδος, ενώ από έξη έγιναν πέντε, η εορτή του Σταυρού είναι εργάσιμη ήμερα.
Το 326, ένα χρόνο μετά την πρώτη οικουμενική Σύνοδο, η αγία Ελένη πήγε στα Ιεροσόλυμα, να προσκυνήσει τους αγίους τόπους και να ευχαριστήσει το Θεό, για τις νίκες και τις θριαμβευτικές επιτυχίες του παιδιού της και πρώτου χριστιανού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου. Τότε έκτισε διάφορους ναούς, όπως στο όρος των Ελαιών και στο σπήλαιο της Βηθλεέμ. Με διαταγή του Κωνσταντίνου ανέλαβε να κτίσει μεγάλο ναό στο λόφο του Γολγοθά, εκεί που σταυρώθηκε ο Ιησούς Χριστός. Εκεί, πριν από διακόσια χρόνια, ο αυτοκράτορας Αδριανός, για να εμποδίσει τούς χριστιανούς να προσκυνούν τον άγιο τόπο, είχε ανεγείρει ναό αφιερωμένο στην Αφροδίτη. Η αγία Ελένη κατεδάφισε τον ειδωλολατρικό ναό, ξεκαθάρισε τον τόπο, εξακρίβωσε τη θέση που σταυρώθηκε ο Κύριος και βρήκε τον τίμιο Σταυρό.
Η είδηση ότι βρέθηκε ο τίμιος Σταυρός διαδόθηκε σ’ όλο τον τότε χριστιανικό κόσμο. Έτρεξαν λοιπόν όλοι, και μάλιστα οι πιστοί της Παλαιστίνης, για να προσκυνήσουν το τίμιο ξύλο. Όταν περατώθηκε ο ναός της Αναστάσεως, που έκτισε η αγία Ελένη επάνω στο λόφο του Γολγοθά, στις 14 Σεπτεμβρίου του 336 έγιναν επίσημα και με κάθε λαμπρότητα τα εγκαίνια. Τότε ο Πατριάρχης των Ιεροσολύμων Μακάριος, επειδή το πλήθος του λαού ήταν πολύ, για να δουν όλοι και να προσκυνήσουν, ανέβηκε στον άμβωνα, που ήταν στη μέση του ναού και ύψωσε τον τίμιο Σταυρό. Οι πιστοί προσκυνούσαν, κάνοντας το σταυρό τους κι έλεγαν «Κύριε, ελέησον». Αυτή λοιπόν την ύψωση του τιμίου Σταυρού εορτάζει σήμερα η Εκκλησία και υψώνει τον τίμιο Σταυρό στη μέση τού ναού.
Ύστερ’ από 280 περίπου χρόνια, το 614, οι Πέρσες κυρίευσαν τα Ιεροσόλυμα, έκαναν μεγάλες καταστροφές, πήραν αιχμάλωτο τον Πατριάρχη Ζαχαρία και μαζί τη μεγάλη ασημένια λειψανοθήκη, στην οποία η αγία Ελένη είχε φυλάξει τον τίμιο Σταυρό. Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος, ύστερ’ από 14 χρόνια, έκαμε εκστρατεία, έφτασε νικητής ως την πρωτεύουσα της Περσίας, ελευθέρωσε τους αιχμαλώτους χριστιανούς, πήρε τον τίμιο Σταυρό και τον Πατριάρχη Ζαχαρία και γύρισε στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί κατέβηκε στα Ιεροσόλυμα, έβγαλε το βασιλικό στέμμα και ανυπόδητος, σηκώνοντας το κιβώτιο με το τίμιο Ξύλο το έφερε στο Γολγοθά. Εκεί, πάλι στις 14 Σεπτεμβρίου και στο ναό της Αναστάσεως, ο Πατριάρχης Ζαχαρίας ύψωσε στον άμβωνα τον Σταυρό κι ο λαός έψαλλε «Σώσον, Κύριε, τον λαόν σον,..».
Η ανεύρεση του τιμίου Σταύρου από την αγία Ελένη και η δεύτερη ύψωση του στον άμβωνα από τον Πατριάρχη Ζαχαρία συνοδεύονται με δυό θαύματα. Το πρώτο θαύμα είναι η θεραπεία μιας ετοιμοθάνατης γυναίκας. Η αγία Ελένη βρήκε τρεις σταυρούς· οι άλλοι δύο ήσαν των δύο ληστών. Γεννήθηκε λοιπόν απορία ποιος ήταν ο Σταυρός του Κυρίου. Εκεί κοντά βέβαια βρέθηκε η επιγραφή του Πιλάτου «Ιησούς ο Ναζωραίος ο Βασιλεύς των Ιουδαίων», αλλά ο Πατριάρχης Μακάριος άγγιξε την ετοιμοθάνατη γυναίκα με το τίμιο Ξύλο κι η άρρωστη αμέσως έγινε καλά. Το δεύτερο θαύμα είναι ότι, ανεβαίνοντας με το τίμιο Ξύλο προς το Γολγοθά, ο αυτοκράτορας Ηράκλειος σταμάτησε και δεν μπορούσε να προχωρήσει. Τότε ο Πατριάρχης Ζαχαρίας του είπε κι έβγαλε το βασιλικό στέμμα και τα υποδήματα του. Κι αμέσως ξεκίνησε.
Ετικέτες
Άγιος της Ημέρας
Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2009
Αγία Θεοδώρα Βάστα (Εορτάζει 11η Σεπτεμβρίου)

ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΜΟΥ,
ΚΑΝΕ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑ,
ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΜΟΥ ΔΕΝΤΡΑ
ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΟΥ ΠΟΤΑΜΙ.
(Προσευχή της Οσιομάρτυρος Θεοδώρας)
Κατά το Βυζάντιο, κάθε χωριό είχε αυτόνομο χαρακτήρα. Είχε τη δική του κοινωνική, διοικητική καθώς και στρατιωτική αρχή. Κάθε οικογένεια του χωριού όφειλε να προσφέρει έναν άντρα για το στρατό του κι αν αυτό δεν ήταν εφικτό, έπρεπε να καταβάλει χρήματα για τη μίσθωση ενός μισθοφόρου να την εκπροσωπήσει.
Η νεαρή Θεοδώρα ήταν το μεγαλύτερο κορίτσι μιας φτωχής και πολύ θρήσκας οικογένειας με πατέρα ηλικιωμένο και άρρωστο και ζούσε σε ένα χωριό της Πελοποννήσου, τη Βάστα, λίγο έξω από τη Μεγαλόπολη. Το χρηματικό ποσό που απαιτείτο για την πληρωμή μισθοφόρου ήταν πολύ μεγάλο για τις δυνατότητες της οικογένειάς της και ο πατέρας της ανήμπορος να πάρει μέρος σε μάχη. Έτσι η Θεοδώρα σε ηλικία 17 ετών αποφάσισε να υποδυθεί τον άντρα και να συμμετέχει η ίδια στο στρατό του χωριού της.
Βρέθηκε πολύ σύντομα να πολεμά σε μάχες με περίσσιο θάρρος και όπως ήταν λογικό προάχθηκε σε βαθμό. Το σθένος της, αλλά και η σεμνότητά της την έκαναν αρεστή μέσα στο στράτευμα. Μια νεαρή κοπέλα δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη γοητεία του νεαρού στρατιώτη κι έτσι τον ερωτεύθηκε. Η Θεοδώρα δεν ήθελε να προδώσει το μυστικό της γιατί αυτό θα εξέθετε όλη την οικογένειά της. Όσο κι αν η Θεοδώρα προσπαθούσε να μεταπείσει τη νεαρή κοπέλα λέγοντάς της ότι είναι αφιερωμένη στο Θεό, τόσο η νεαρή κοπέλα ήθελε το νεαρό που έβλεπε μπροστά της, τον όμορφο και θαρραλέο στρατιώτη που είχε γνωρίσει. Η συνεχής άρνηση της Θεοδώρας οδήγησε τη νεαρή κοπέλα στην εκδίκηση. Κοιμήθηκε με κάποιον άλλο στρατιώτη με τον οποίο έμεινε έγκυος και πήγε στον Διοικητή του στρατού δηλώνοντας ότι η Θεοδώρα, δηλαδή ο στρατιώτης που είχε ερωτευθεί η κοπέλα, ήταν εκείνος που την άφησε έγκυο και θα έπρεπε να την παντρευτεί.
Η άρνηση της Θεοδώρας, η οποία δεν ήθελε να αποκαλύψει το μυστικό της, στο συγκεκριμένο γάμο, δεν επέτρεπε παρά την καταδίκη της σε θάνατο λόγω ατίμωσης της νεαρής κοπέλας.
Έτσι κι έγινε. Ο νεαρός στρατιώτης μέχρι την έσχατη στιγμή δεν ήθελε να αποκαλύψει το μυστικό του και να φέρει έτσι τον πατέρα του σε δύσκολη θέση. Οδηγήθηκε έξω από το χωριό και εκτελέστηκε. Καθώς ξεψυχούσε, είπε: «Κάνε Κύριε τα χρόνια μου να γίνουν δέντρα και το αίμα μου νερό να τα ποτίζει». και ξαφνικά, ένα ρυάκι σχηματίστηκε με ορμητικό νερό...
Άλλη θεωρία διατείνεται ότι η Αγία Θεοδώρα ήταν η Αυγούστα Θεοδώρα, κόρη του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Η΄ της μακεδονικής δυναστείας, που λέγεται πως βασίλεψε σαν άνδρας από το 1055 μέχρι το 1056. Η Αυγούστα Θεοδώρα κατά τους ισχυρισμούς του Μιχαήλ ΣΤ΄ του Στρατιωτικού που τη διαδέχθηκε με κίνημα αρρώστησε βαριά και πέθανε, ενώ κατ' άλλους εικάζεται ότι ο ίδιος την δολοφόνησε και την έθαψε εδώ.
Μερικούς αιώνες αργότερα, γύρω στον 12ο αιώνα, στο σημείο αυτό φτιάχτηκε ένα εκκλησάκι εις μνήμη της Αγίας Θεοδώρας όπου μεταφέρθηκαν και θάφτηκαν τα λείψανά της. Με την ολοκλήρωση του ναϊδρίου αυτού, φύτρωσαν 17 δέντρα στη στέγη του όσα και τα χρόνια της Θεοδώρας όταν θανατώθηκε και έτσι ολοκληρώθηκε ο θρύλος της Αγίας Θεοδώρας.
Ακόμα και σήμερα το εκκλησάκι στέκει εκεί δίπλα στα νερά ενός χείμαρρου που διασταυρώνεται με τον ποταμό Χάραδρο και παρότι μικρό σε μέγεθος εντυπωσιάζει κάθε επισκέπτη που προσπαθεί να δικαιολογήσει την ύπαρξη των 17 πανύψηλων δέντρων στη σκεπή του χωρίς ίχνος ρίζας στο κάτω μέρος της στέγης ή το εσωτερικό του ναΐσκου.
Ο ναός της Αγίας Θεοδώρας αποτελεί μοναδικό φαινόμενο και είναι από τα πιο δημοφιλή και αξιόλογα αξιοθέατα της Αρκαδίας. Η εκκλησία κτίστηκε μεταξύ του 1050-1100 προς τιμήν της οσιομάρτυρος Θεοδώρας. Βρίσκεται κοντά στο χωριό Βάστα της Μεγαλόπολης σε μια κατάφυτη ειδυλλιακή ρεματιά με πυκνό δάσος από θεόρατες βελανιδιές. Η οδική πρόσβαση γίνεται από το Ίσαρι μετά από μια πανέμορφη κατηφορική διαδρομή.
Η μνήμη της Οσιοπαρθενομάρτυρος Θεοδώρας από αμνημονεύτων ετών και μέχρι του έτους 1952 εορταζόταν κάθε Λαμπροτρίτη για λόγους που δεν διέσωσε η παράδοση ως τοπική Αγία και πανηγύριζε ο φερώνυμος ιερός ναΐσκος της. Έκτοτε καθιερώθηκε να εορτάζεται την ίδια μέρα, που η εκκλησία μας τιμά και την μνήμη της Οσίας Θεοδώρας της εξ Αλεξάνδρειας.
Η εξήγηση που έδωσαν για το παράδοξο αυτό φαινόμενο συνοπτικά μερικοί επιστήμονες:
- κ. Λούκος Κων/νος (Γεωπόνος - Κόρινθος): "Δεν υπάρχει εξήγηση από πλευράς γεωπονικής επιστημονικής. Πρόκειται για ένα ΔΙΑΡΚΕΣ ΘΑΥΜΑ".
- κ. Μακρυγιάννης Π. (Γεωπόνος): "... Αλλά σα γεωπόνος, είμαι σε θέση να ξέρω πολύ καλά, ότι οι τοίχοι θα είχαν ανοίξει και σπάσει από τις ρίζες ενός μόνο δέντρου, πόσο μάλλον δεκαεπτά".
- κ. Ράπτης Γεώργιος (Δασολόγος - Ναύπακτος): "Το όλο φαινόμενο υπερβαίνει κάθε λογική, φυσική και επιστημονική εξήγηση του ανθρώπου".
- κ. Μπεληγιάννης Ελευθέριος (Πολιτικός Μηχανικός - Αθήνα): "Όταν ο αέρας αυτός (της ρεματιάς) έχει τη δυνατότητα να ξεριζώνει δέντρα, καταλαβαίνει κανείς, τι δυνάμεις εξασκούνται από τα 17 δέντρα για την ανατροπή της στέγης".
- κ. Σταυρογιάννη - Περρή Ελένη (Αρχιτέκτων - Καλαμάτα): "Φαινόμενο επιστημονικά ανεξήγητο. Οι δυνάμεις βάρους και αέρος σε συνάρτηση, θα έπρεπε λόγω θέσεως του εξωκλησιού, αλλά και λόγω της προχείρου κατασκευής αυτού, προς δε και της παλαιότητάς του να είχαν διαλύσει το κτίσμα. Τούτο όμως, παραμένει επί τόσους αιώνας χωρίς σοβαρές φθορές".
- κ. Παλλας (Διευθυντής Αρχαιοτήτων - Κόρινθος): "Βάσει των φυσικών νόμων, τουλάχιστον τα μεγάλα αυτά δέντρα, λόγω κλίσεως, ύψους, περιμέτρου έπρεπε να είχαν γκρεμισθεί. Δια να στέκουν αγέρωχα, είναι κάτι που η επιστήμη δεν μπορεί να δώσει εξήγηση".
- κ. Τίγκας Αναστάσιος (Θεολόγος, Αρχαιολόγος, Ιστορικός - Ηράκλειο Αττικής): " Η όλη ανάπτυξις, ύπαρξις και ζωή των δέντρων επί της στέγης του ναού της Οσιοπαρθενομάρτυρος Θεοδώρας εκπλήσσει, αντιβαίνει προς πάσα λογικήν και φυσικήν εξήγησιν του ανθρώπου. Καταδεικνύει μίαν σπανίαν ιδιαιτερότητα, την επέμβασιν του Θεού επί της δημιουργίας Του, το θαύμα".
Πηγή: http://www.neromylos-nikola.gr/Agia_Theodora.htm
Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009
Προφήτης Μωυσής (Εορτάζει 4 Σεπτεμβρίου)

Γεννήθηκε στην Αίγυπτο σε μια εποχή κατά την οποία είχε νομοθετηθεί η θανάτωση των αρσενικών παιδιών των Εβραίων. Έζησε, γιατί έτσι το θέλησε ο Θεός. Η μητέρα του για να τον σώση από τον θάνατο, τον ξάπλωσε μέσα σε ένα καλάθι, που το άλειψε με πίσσα για να μη βουλιάζη, και τον άφησε σε ένα ποτάμι. Εκεί τον βρήκε η κόρη του Φαραώ και επειδή της έκανε εντύπωση η χαρούμενη όψη του, θέλησε να τον υιοθετήση και τον έδωσε σε κάποια Εβραία να της τον μεγαλώση. Ο Θεός οικονόμησε έτσι τα πράγματα ούτως ώστε να βρεθή στην αγκαλιά της μητέρας του και να θηλάζη το μητρικό γάλα. Όταν μεγάλωσε, αρνήθηκε να ονομάζεται γιός της κόρης του Φαραώ. Περιφρόνησε τα πλούτη, τις αμαρτωλές ηδονές και την ψεύτικη ανθρώπινη δόξα και προτίμησε να συγκακουχείται με τον λαό του Θεού.
Ο Θεός του έδειξε, στην έρημο, το θαύμα της φλεγομένης και μη κατακαιομένης βάτου, όπου του αποκάλυψε ότι είναι ο Ών, και στην συνέχεια τον κάλεσε να γίνη ηγέτης του λαού του και να τον οδηγήση από την Αίγυπτο, την χώρα της δουλείας, στην γη της επαγγελίας. Αυτός από ταπείνωση αρνήθηκε γιατί ήταν ισχνόφωνος, δηλαδή είχε αδύνατη φωνή, και βραδύγλωσσος. Όμως ο Θεός τον εξέλεξε γιατί είχε άλλα μεγαλύτερα χαρίσματα, όπως υπακοή, προσευχή, υπομονή, δικαιοσύνη, θυσιαστική αγάπη κ.λ.π., που καταξιώνουν έναν αληθινό ηγέτη.
Ήταν ηγέτης ενός λαού “σκληροτράχηλου και απερίτμητου”, δυσκολοκυβέρνητου, που ευεργετήθηκε τα μέγιστα από τον Θεό και από τον ίδιο (τόν Μωϋσή), που όμως εύκολα λησμονούσε τις ευεργεσίες και πολύ συχνά στρεφόταν εναντίον των ευεργετών του. Αλλά ο Μωϋσής κάθε φορά που γκρίνιαζε ο λαός και αγανακτούσε, δεν προσπαθούσε να καταπραΰνη την οργή του με ψεύτικες υποσχέσεις, ούτε προσπαθούσε να βρη “λογικές λύσεις”, αλλά στρεφόταν στον Θεό και με πύρινη προσευχή ζητούσε από Αυτόν την λύση. Και ο Θεός τον κατηύθυνε πάντα και την κατάλληλη στιγμή έδινε την πρέπουσα λύση στο προβλημα. Η προσευχή του Μωϋσή ήταν δυνατή, πύρινη, γιατί γινόταν με καθαρότητα καρδιάς, πόνο ψυχής και με μεγάλη αγάπη για τον λαό. Παρ’ όλο που εξωτερικά δεν ακουγόταν, εν τούτοις ενώπιον του Θεού ανέβαινε ως βοή, που ανάγκασε τον Θεό να ερωτήση: “Τί βοάς προς με;”. Δηλαδή τί θέλεις και φωνάζεις; Τόση δύναμη είχε.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης τον αποκαλεί πρότυπο αρετής και τελείου βίου. Απαντώντας σε πνευματικό του παιδί, που με επιστολή του ζητούσε να του γράψη τα σχετικά με τον τέλειο βίο, ο άγιος Γρηγόριος του περιγράφει και στην συνέχεια του αναλύει τον βίο του Προφήτη Μωϋσή. Τον αποκαλεί Θεόπτη, επειδή αξιώθηκε να δη τον Θεό. Αφού, σύμφωνα με την εντολή του Θεού, νήστεψε σαράντα ημέρες ανέβηκε στο Όρος Σινά, είδε την δόξαν του Θεού και στην συνέχεια παρέλαβε τις Πλάκες με τον “Θεόγραφον Νόμον”. Σύμφωνα με την βιβλική περιγραφή, είδε τα οπίσθια του Θεού και όχι το πρόσωπό Του, δηλαδή είχε μεθέξει των ακτίστων ενεργειών του Θεού και όχι της ακτίστου ουσίας Του. Οι άγιοι μετέχουν όχι της ακτίστου ουσίας του Θεού, αλλά των ακτίστων ενεργειών Του. Κάτι παρόμοιο θα λέγαμε ότι συμβαίνει και με τα κτιστά πράγματα, όπως π. χ. με τον ήλιο. Μετέχουμε καθημερινά των ενεργειών του, όπως είναι το φως η θερμότητα κ.λ.π., όχι όμως και της ουσίας του, γιατί αυτό είναι αδύνατον.
Αναφέρει, λοιπόν, ότι ο Μωϋσής ήταν μέγας και συνεχώς γινόταν μεγαλύτερος και το ανέβασμά του δεν είχε τέλος, αφού δεν έχει τέλος η τελειότητα, την οποία οι άγιοι Πατέρες ονομάζουν ατέλεστη. “Ο μέγας Μωϋσής, επειδή γινόταν ολοένα μεγαλύτερος, δεν σταματούσε πουθενά το ανέβασμά του, ούτε έβαζε κάποιο όριο στην φορά του προς τα άνω. Αλλά μια και πάτησε την σκάλα όπου στηριζόταν ο Θεός, όπως λέει ο Ιακώβ, ανέβαινε πάντοτε στο πιο πάνω σκαλί και ποτέ δεν έπαυε να υψώνεται, επειδή έβρισκε πάντοτε το ψηλότερο σκαλί από εκείνο όπου είχε σταθεί. Αρνείται την ψευδή συγγένεια με την βασιλοπούλα των Αιγυπτίων και γίνεται εκδικητής του Εβραίου. Μετοικεί και ζη στην έρημο, που δεν την τάραζε η ανθρώπινη ζωή. ... Βλέπει την λάμψη του φωτός, κάνει ανάλαφρο το ανέβασμά του προς το φως με την αφαίρεση των υποδημάτων του. Βγάζει από την σκλαβιά στην ελευθερία τους συγγενείς και ομοφύλους του, βλέπει τον εχθρό να πηγαίνη στο βυθό βουλιάζοντας κάτω από το κύμα ... Τί μας διδάσκουν όσα είπαμε; Να αποβλέπομε δια βίου σε ένα τέλος, με τις πράξεις της ζωής μας να ονομαστούμε υπηρέτες του Θεού... Να θεωρήσομε ως μόνο φοβερό το να εκπέσομε από την φιλία του Θεού και να κρίνομε ως μόνο ακριβό και ποθητό για μας το να γίνομε φίλοι του Θεού, πράγμα που είναι, σύμφωνα με τον λόγο μου, η τελειότητα της ζωής”. (Ε.Π.Ε., Γρηγ. Νύσσης, τόμος 9, Δύο λόγοι “Στο βίο του Μωϋσή”).
Στο Θαβώρ, το Όρος της Μεταμορφώσεως του Χριστού, ήταν παρών μαζί με τον Προφήτη Ηλία και αυτό έγινε, σύμφωνα με τον ιερό υμνογράφο, για να γίνη φανερό ότι ο Θεάνθρωπος Χριστός “ζώντων και νεκρών κυριεύει”.
Ο Προφήτης Μωϋσής αποτελεί πρότυπο πίστεως, “πίστει Μωσής μέγας εγένετο”, ελεύθερης υπακοής, πύρινης προσευχής, δικαιοσύνης και ανιδιοτελούς αγάπης. Ήταν και παραμένει πρότυπο αληθινού ηγέτη και οδηγού από την αιγυπτιακή δουλεία των παθών στην όντως ζωή, στην πραγματική ελευθερία, την ελευθερία “τών τέκνων του Θεού”.
Πηγή: http://www.egolpio.com/AGIOLOGIO/Moses.htm
Ετικέτες
Άγιος της Ημέρας
Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Άγιος Μάμας (2 Σεπτεμβρίου)

Στη Βασιλεία του Χριστού κάθε ηλικία έχει να επιδείξει τους αντιπροσώπους της.
Γιατί κάθε ηλικία έχει προσφέρει σ' Αυτόν ό,τι διαλεχτό κι υπέροχο έχει να παρουσιάσει. Κι η εφηβική ηλικία, που είναι η πιο δύσκολη στη ζωή του ανθρώπου, έχει να προβάλει τους δικούς της.
Ο άγιος Μάμας είναι ένας απ' αυτούς. Διαλεχτός στους διαλεχτούς κι ωραίος στους ωραίους αποτελεί μια απ' τις πιο αγαπητές κι ηρωικές μορφές της Εκκλησίας μας των τριών πρώτων αιώνων.
Οι γονείς του Θεόδοτος και Ρουφίνα ζούσαν στη Γάγγρα της Παφλαγονίας και ήσαν χριστιανοί με μεγάλη κοινωνική θέση.
Την εποχή αυτή ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός κίνησε σκληρό διωγμό ενάντια στους χριστιανούς (270-275 μ.Χ.).
Μεταξύ των πρώτων συνελήφθη ο Θεόδοτος κι αφού ανακρίθηκε κι ομολόγησε τον Χριστό, ρίχτηκε στις φυλακές της Καισαρείας.
Η σύζυγος του, η ενάρετη Ρουφίνα, σαν έμαθε τη φυλάκιση του συντρόφου της, αν και ήταν ετοιμόγεννη, έτρεξε να τον συναντήσει. Εκεί με παρρησία ομολόγησε και αυτή την πίστη του Χριστού, που φλόγιζε την καρδία της, με αποτέλεσμα να κλεισθεί στη φυλακή.
Δύο αδελφές ψυχές, ευγενικές κι αγαπημένες, ενωμένες στη χαρά και στον πόνο. Μια νύχτα η Ρουφίνα εκεί στη σκοτεινή κι υγρή φυλακή, έφερε στον κόσμο το παιδάκι της. Η καρδιά της σκίρτησε από χαρά. Αλλά μόνο για μια στιγμή. Όταν πήρε το παιδάκι της να το δείξει στον σύζυγο της, τον καλό Θεόδοτο, τον βρήκε νεκρό. Τα μαρτύρια τα πολλά που δοκίμασε για την πίστη και την αγάπη του Χριστού, τον οδήγησαν πρόωρα στον θάνατο. Η πονεμένη μάνα με συντριβή ψυχής έβαλε το παιδί στην αγκαλιά του, γονάτισε δίπλα του κι έκαμε με δάκρυα την προσευχή της. Ύστερα έγειρε δίπλα του για να μη σηκωθεί ποτές. Την ίδια νύχτα παρέδωσε κι αυτή το πνεύμα. Η ψυχή της πέταξε κοντά στον Χριστό, που αγάπησε με την καρδιά της. Τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες της φυλακής την οδήγησαν τόσο γρήγορα στον ουρανό, κοντά στον μάρτυρα σύζυγο της.
Και το παιδί της; Ορφανό, πεντάρφανο μένει τώρα! Τι άραγε θα γίνει; Την απάντηση δίνει το πνεύμα του θεού! "Ορφανόν και χήραν αναλήψεται". Το ορφανό και τη χήρα τα παίρνει υπό την προστασία του ο Θεός. Και να!
Μια ευσεβής γυναίκα, η Αμμία Ματρώνα οδηγημένη από ένα άγγελο πηγαίνει στη φυλακή. Παίρνει τα λείψανα των μαρτύρων γονιών και τα ενταφιάζει με σεβασμό. Ύστερα παίρνει στο σπίτι και το παιδί κι αναλαμβάνει με προθυμία και στοργή την ανατροφή του. Από τα πρώτα ψελλίσματά του "μάμα-μάμα" του έδωκε το όνομα Μάμας. Κοντά στην καινούργια μανούλα του το παιδί μεγάλωσε με της πίστης τ' άγιο "κι άφθαρτο μάννα". Και το τίμησε. Όχι μόνο ο ίδιος από παιδί αγωνιζόταν να ζει τη χριστιανική ζωή, αλλά και φρόντιζε τα όσα μάνθανε, να τα διδάσκει και στα παιδιά της ηλικίας του. Υπεράξιο παιδί αξίων γονιών, μα κι υπέροχης θετής μητέρας του.
Η διαγωγή αυτή και ο ζήλος του μικρού ιεραποστόλου δεν άργησαν να γίνουν γνωστά. Κάποια μέρα μερικοί εχθροί της πίστεως τον έπιασαν και τον οδήγησαν μπροστά στον σκληρό ηγεμόνα Δημόκριτο. Εκείνος, σαν είδε το παιδί, προσπάθησε με κολακείες στην αρχή κι απειλές αργότερα να τον μεταπείσει από τις αρχές και την πίστη του. Μα δεν μπόρεσε. Όλες του οι προσπάθειες πήγαν χαμένες. Τότες άρχισαν τα βασανιστήρια. Το ξύλο, το πλήγωμα του κορμιού με σιδερένια νύχια, το κάψιμο των πληγών με αναμμένες λαμπάδες και τέλος το ρίξιμο στη θάλασσα με μια σιδερένια σφαίρα δεμένη στον λαιμό.
Το αποτέλεσμα;
Μηδέν!
Οι βάρβαρες πράξεις του χριστομάχου πήγαν άδικα. Η σφαίρα κόπηκε και το παιδί με τη βοήθεια ενός Αγγέλου βγήκε στη στεριά κι ανέβηκε σ' ένα βουνά της Καισαρείας. "Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει". Στο μέρος αυτό ο πιστός κι ηρωικός Μάμας έζησε μέχρι τα δεκαπέντε του χρόνια με συντροφιά τα λιοντάρια και τ' άλλα άγρια ζώα. Τα εξημέρωσε και τα εβοσκούσε και τ' άρμεγε για να τρέφεται, μα και να φιλοξενεί κι εκείνους που τον επισκέπτονταν, για ν' ακούσουν τα λόγια του και να διδαχθούν.
Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός κι η παρουσία του φλογερού κι αληθινά πιστού εφήβου έγινε και πάλι γνωστή. Για δεύτερη φορά οι εχθροί του Χριστού πήγαν και τον έπιασαν. Για άλλη μια φορά τα μαρτύρια επαναλήφθηκαν σκληρότερα κι αγριότερα. Μα και αυτή τη φορά τίποτα δεν έκαμαν. Ο μάρτυρας έμεινε και τώρα άκαμπτος. Καμιά δύναμη δεν στάθηκε ικανή να τον λυγίσει και να τον αλλάξει. Ούτε οι δελεαστικές υποσχέσεις, ούτε κι οι απειλές, μα ούτε και το ξέσχισμα του κορμιού, ούτε και το αναμμένο καμίνι. Ο νεαρός μάρτυρας με το χαμόγελο στα χείλη τα αντιμετώπισε όλα ψάλλοντας μαζί με τον απόστολο Παύλο τα λόγια της παρρησίας και της βαθιάς πίστεως: "Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχώρια ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα"; Και την απάντηση την έδινε πάλιν ο ίδιος επαναλαμβάνοντας μ' απόλυτη πεποίθηση του Αποστόλου τα λόγια: "Πέπεισμαι ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών" (Ρωμ. η' 35-39). Καμιά δύναμη ούτε κι ο θάνατος δεν μπορεί να με αποσπάσει από σένα, Χριστέ μου. Ναι! Ούτε κι ο θάνατος. Και το απέδειξε.
Τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν. Μα ο δεκαπεντάχρονος έφηβος έμεινε αλύγιστος. Ταπεινωμένος και ντροπιασμένος ο ασεβής ηγεμόνας από το θάρρος και την αντοχή του έδωσε διαταγή να, τον θανατώσουν. Κι ο δήμιος με μια σιδερένια τρίαινα (τρικάνι) τον κτύπησε στην κοιλιά. Ο γενναίος αθλητής έπεσε κάτω κι αφήκε την αγνή ψυχή του να πετάξει κοντά σ' Εκείνον, που αγάπησε και πόθησε και λάτρεψε, μα και κοντά στους μάρτυρες γονείς. Σύντομη υπήρξε η ζωή του. Σύντομη αλλά μεγαλειώδης και παραδειγματική. Νέος ήταν κι αυτός. Ναι! Νέος, στην άνοιξη της ζωής, με δυσκολίες και προβλήματα και πειρασμούς. Όμως δεν παρασύρθηκε. Δεν πλανήθηκε. Δεν λύγισε. Έμεινε πιστός κι ακλόνητος στις αρχές του μέχρι θανάτου. Για να διδάσκει. Και να δείχνει τον δρόμο σε όσους νοσταλγούν και ποθούν και θέλουν να ζήσουν μια ζωή ανώτερη. Μια αληθινή ζωή.
Στήν Κύπρο ο άγιος Μαμάς είναι ένας πολύ σεβαστός και δημοφιλής άγιος, Πολλοί ναοί και παρεκκλήσια, μα και χωριά φέρουν το όνομα του (Σ όλη την Κύπρο 66 ναοί περίπου είναι αφιερωμένοι στον Άγιο Μάμα).. Αλλά και πολλές κυπριακές παραδόσεις κυκλοφορούν μεταξύ του λαού γύρω από την άγια μορφή του. Μια τέτοια παράδοση που δημιουργήθηκε, όπως φαίνεται, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δίνει μια πολύ όμορφη ερμηνεία της εικονογράφησης του αγίου, καβάλα σ' ένα λιοντάρι και μ' ένα αρνί στα χέρια. Σύμφωνα με τη σχετική παράδοση ο άγιος Μάμας ήταν ένας φτωχός ερημίτης, που ζούσε σε μια σπηλιά κοντά στην κωμόπολη Μόρφου. Μια χρονιά οι φοροθέτες τον έβαλαν να πληρώσει βαρύ κεφαλικό φόρο. Επειδή ο Άγιος αρνιόταν, κλήθηκε από τον διοικητή σε απολογία. Στον δρόμο που ερχόταν μαζί με τη συνοδεία των στρατιωτών που τον βρήκαν και τον ακολουθούσαν, ένα λιοντάρι πετάχτηκε μπροστά τους κι άρπαξε ένα αρνί, που κυνηγούσε. Ο Άγιος έκαμε νόημα στο θηρίο να σταματήσει, και ν' αφήσει το θύμα του. Το λιοντάρι υπάκουσε. Σταμάτησε με μιας, κι άρχισε να κουνάει την ουρά του, για να δείξει την υποταγή του. Ο αθλητής, κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία, πήρε το αρνί στα χέρια κι αφού καβαλίκεψε το θηρίο συνέχισε τον δρόμο του προς το Διοικητήριο... Όταν ο Διοικητής αντίκρυσε το απίθανο αυτό θέαμα, έδωκε διαταγή ν' αφήσουν ελεύθερο τον αθλητή και να τον απαλλάξουν απ' τη φορολογία σ' όλη του τη ζωή. Ο Άγιος αφήκε το αρνί σαν δώρο στον Διοικητή κι έφυγε.
Μια άλλη παράδοση αναφέρει, πώς το άγιο λείψανο του μάρτυρα μεταφέρθηκε στην Κύπρο από τη Μ. 'Ασία και τάφηκε στη Μόρφου. Ένας μεγαλοπρεπής ναός κτίστηκε δίπλα στη λάρνακα που φιλοξένησε το άγιο λείψανο του και πολλά θαύματα γίνονται κάθε φορά σε όσους με πίστη καταφεύγουν στη χάρη του.
Η φήμη του αγίου ως θαυματουργού είναι πολύ πλατιά διαδεδομένη στο νησί μας. Ο Λεόντιος Μαχαιράς (Κύπριος χρονογράφος του ΙΕ' αιώνος). στο χρονικό του λέει γι' αυτόν χαρακτηριστικά: "Άν ήτουν να γράψω ταίς γιάσεις του ως του νάζουν δεν έφταναν". Κάθε χρόνο στίς 2 του Σεπτέμβρη πλήθη χριστιανών τρέχουν να τιμήσουν τον μάρτυρα με πανηγυρικές λειτουργίες κι αγρυπνίες. Η μεγαλύτερη όμως τιμή, που μπορούμε όλοι να του προσφέρουμε είναι να μιμηθούμε το παράδειγμα του. Μας φαίνεται δύσκολο; Ναι! Μπορεί να 'ναι. Εδώ όμως βρίσκεται το αληθινό μεγαλείο.
Πηγή: http://www.pigizois.net/kiprioi_agioi/mamas.htm
Ετικέτες
Άγιος της Ημέρας
Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009
Κατάθεση Της Τιμίας Ζώνης της θεοτόκου
Σήμερα 31 Αυγούστου εορτάζουμε την Κατάθεση της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου. Αποτελεί το μοναδικό ιερό κειμήλιο που σχετίζεται με τον επίγειο βίο της Θεοτόκου και διασώζεται μέχρι σήμερα στην Ιερά Μονή του Βατοπαιδίου στο Άγιο Όρος, στο Περιβόλι της Παναγίας. Η ίδια η Θεοτόκος την ύφανε από τρίχες καμήλας.
Οι πληροφορίες για τον επίγειο βίο της Θεοτόκου είναι λιγοστές και προέρχονται από την Καινή Διαθήκη και από την παράδοση που διασώθηκε από τούς αποστολικούς ακόμη χρόνους. Η Θεοτόκος μέχρι την Κοίμησή της παρέμεινε στα Ιεροσόλυμα και ήταν μέλος της πρώτης Εκκλησίας. Τη φροντίδα της είχε αναλάβει ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.
Οι τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής της είναι θαυμαστές και συγκινητικές. Κοντά της βρέθηκαν οι Απόστολοι οι οποίοι έφτασαν από τα πέρατα της οικουμένης στα Ιεροσόλυμα με τρόπο θαυμαστό, «επί νεφελών» . Και τότε, ο ίδιος ο Κύριος εμφανίστηκε θριαμβευτικά «επί νεφελών», με τη συνοδεία πλήθους αγγέλων. Η Θεοτόκος προσευχήθηκε στον Υιό της, παρηγόρησε τούς Αποστόλους και υποσχέθηκε ότι θα είναι πάντα κοντά στην Εκκλησία για να μεσιτεύει στον Υιό της και παρέδωσε την πανάμωμη ψυχή της στον Κύριο.
Οι Απόστολοι εναπόθεσαν την Αγία Σορό της Θεοτόκου σε «καινόν μνημείον» στη Γεθσημανή. Εκεί η Αγία Ελένη αργότερα έκτισε το ναό της Κοιμήσεως. Τρεις μέρες μετά την κοίμηση κατέβηκε ο Κύριος με τη συνοδεία των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και πλήθους αγγέλων. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ με εντολή του Κυρίου παρέλαβε την Αγία Σορό της Θεοτόκου και όλοι μαζί ανήλθαν στούς ουρανούς. Η θαυμαστή Μετάσταση της Θεομήτορος είχε συντελεστεί. Το ιερό Σώμα της ενώθηκε πάλι με την αγνή ψυχή της.
Ο Απόστολος Θωμάς ήταν ο μόνος από τούς Αποστόλους που είδε τη θαυμαστή Μετάσταση της Θεοτόκου. Δεν είχε μπορέσει να παρευρεθεί στην κηδεία της ευρισκόμενος στις Ινδίες. Εκεί, μετά από τρεις ημέρες, και ενώ τελούσε τη Θεία Λειτουργία, βρέθηκε στη Γεθσημανή με θαυμαστό τρόπο και είδε όλα όσα συνέβησαν. Τότε παρακάλεσε την Παναγία να του δώσει για ευλογία τη Ζώνη της. Και εκείνη, καθώς ανέβαινε στούς ουρανούς, του έριξε το Ιερό κειμήλιο «προς δόξαν ακήρατον, ανερχομένη Αγνή, χειρί σου δεδώρησαι τω αποστόλω Θωμά την πάνσεπτον Ζώνην σου» ψάλλουμε στο απολυτίκιο της εορτής της Καταθέσεως της Τιμίας Ζώνης.
Ο Απόστολος Θωμάς στη συνέχεια πληροφόρησε και τούς υπόλοιπους Αποστόλους για τα θαυμαστά αυτά γεγονότα και τούς έδειξε την Αγία Ζώνη της Παναγίας. Εκείνοι δοξολόγησαν τον Θεό και του ζήτησαν να τούς ευλογήσει, καθώς ήταν ο μόνος που αξιώθηκε να δει την ένδοξη Μετάσταση της Θεοτόκου.
Τη διαφύλαξη της Αγίας Ζώνης ανέλαβαν δύο φτωχές και ευσεβείς γυναίκες στα Ιεροσόλυμα, οι οποίες φρόντιζαν τη Θεοτόκο. Παρέλαβαν με ευλάβεια το ιερό κειμήλιο και από τότε το έργο της διαφύλαξής του συνέχιζε από γενιά σε γενιά μία ευλαβής παρθένος καταγόμενη από την οικογένεια αυτή.
Η ανακομιδή της Τιμίας Ζώνης και η μεταφορά της στην Κωνσταντινούπολη έγινε από τον αυτοκράτορα Αρκάδιο (395-408). Η υποδοχή του ιερού λειψάνου στη Βασιλεύουσα ήταν λαμπρότατη. Ο αυτοκράτορας κατέθεσε την Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου σε λειψανοθήκη που ονόμασε «αγίαν σορόν» . Η κατάθεση έγινε στις 31 Αυγούστου, τελευταία μέρα του εκκλησιαστικού έτους. Στην πόλη του Αγίου Κωνσταντίνου, της οποίας Υπέρμαχος Στρατηγός και Προστάτις ήταν η Θεοτόκος, θα φυλασσόταν πλέον η Αγία Ζώνη της Θεομήτορος.
Η κόρη του Αρκάδιου, η αυτοκράτειρα Πουλχερία, ανήγειρε λαμπρό ναό προς τιμή της Παναγίας, τον περίφημο ναό της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων. (Χαλκοπράτεια ονομαζόταν η συνοικία όπου κτίστηκε ο ναός· το όνομά της η συνοικία το έλαβε από το γεγονός ότι εκεί πριν κατασκευάζονταν και πωλούνταν χάλκινα αντικείμενα). Στο ναό αυτό η αυτοκράτειρα κατέθεσε την Αγία Ζώνη της Παναγίας. Η ίδια μάλιστα η Πουλχερία κέντησε με χρυσή κλωστή την Τιμία Ζώνη διακοσμώντας την. Η χρυσή αυτή κλωστή είναι ευδιάκριτη και σήμερα στο τμήμα που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου.
Ο αυτοκράτορας Ιουστίνος Β και η σύζυγός του Σοφία ανακαίνισαν τον ιερό ναό των Χαλκοπρατείων και ανήγειραν εκεί και το παρεκκλήσιο της Αγίας Σορού· εκεί, μέσα σε λειψανοθήκη και πάνω στην Αγία Τράπεζα, φυλασσόταν η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου.
Πλήθος πιστών συνέρρεαν για να την προσκυνήσουν με ευλάβεια ζητώντας από την Παναγία να μεσιτεύσει με τις πρεσβείες της στον Κύριο. Πλήθος θαυμάτων επιτέλεσε η Τιμία Ζώνη. Άνθρωποι δυστυχισμένοι και πονεμένοι βρήκαν λύτρωση με τη θαυματουργή δύναμη του αγίου λειψάνου. Για το λόγο αυτό υμνήθηκε από φημισμένους ανθρώπους της εποχής· με τη χάρη της Παναγίας καθαγιάζει τούς πιστούς που προσέρχονται ευλαβικά για να το προσκυνήσουν· τούς ανυψώνει από τη φθορά, τούς απαλλάσσει από ασθένειες και θλίψεις.
Στη συνέχεια η Αγία Ζώνη τεμαχίστηκε και τεμάχιά της μεταφέρθηκαν σε διάφορους ναούς της Κωνσταντινούπολης. Μετά την άλωση της Πόλης από τούς Σταυροφόρους το 1204, κάποια τεμάχια αρπάχτηκαν από τούς βάρβαρους και απολίτιστους κατακτητές και μεταφέρθηκαν στη Δύση. Ένα μέρος όμως διασώθηκε και παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη και μετά την απελευθέρωση της Πόλης από τον Μιχαήλ Η Παλαιολόγο. Φυλασσόταν στον ιερό ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών. Η τελευταία αναφορά για το άγιο λείψανο είναι ενός ανώνυμου Ρώσου προσκυνητή στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ του 1424 και 1453.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τούς Τούρκους το 1453, είναι άγνωστο τι απέγινε το υπόλοιπο μέρος της Αγίας Ζώνης στη συνέχεια. Έτσι το μοναδικό σωζόμενο τμήμα είναι αυτό που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου· με εξαιρετικά περιπετειώδη τρόπο έφτασε εκεί.
Ο Άγιος Κωνσταντίνος είχε κατασκευάσει έναν χρυσό σταυρό για να τον προστατεύει στις εκστρατείες. Στη μέση του σταυρού είχε τοποθετηθεί τεμάχιο Τιμίου Ξύλου· ο σταυρός έφερε επίσης θήκες με άγια λείψανα Μαρτύρων, και ένα τεμάχιο της Τιμίας Ζώνης. Όλοι οι βυζαντινοί αυτοκράτορες έπαιρναν αυτόν τον σταυρό στις εκστρατείες. Το ίδιο έπραξε και ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β ?γγελος (1185-1195) σε μία εκστρατεία εναντίον του ηγεμόνα των Βουλγάρων Ασάν. Νικήθηκε όμως και μέσα στον πανικό ένας ιερέας τον πέταξε στο ποτάμι για να μην τον βεβηλώσουν οι εχθροί. Μετά από μερικές μέρες όμως οι Βούλγαροι τον βρήκαν· έτσι πέρασε στα χέρια του Ασάν.
Οι Βούλγαροι ηγεμόνες μιμούμενοι τούς Βυζαντινούς αυτοκράτορες έπαιρναν μαζί τους στις εκστρατείες το σταυρό. Σε μία μάχη όμως εναντίον των Σέρβων ο βουλγαρικός στρατός νικήθηκε από τον Σέρβο ηγεμόνα Λάζαρο (1371-1389). Ο Λάζαρος αργότερα δώρισε το σταυρό του Αγίου Κωνσταντίνου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου μαζί με το τεμάχιο της Τιμίας Ζώνης.
Οι Άγιοι Πατέρες της Ιεράς Μονής διασώζουν και μία παράδοση σύμφωνα με την οποία η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου αφιερώθηκε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου από τον αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ Καντακουζηνό (1341-1354), ο οποίος στη συνέχεια παραιτήθηκε από το αξίωμα, εκάρη μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ και μόνασε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου.
Τα θαύματα που πραγματοποίησε και πραγματοποιεί η Τιμία Ζώνη είναι πολλά. Βοηθά ειδικά τις στείρες γυναίκες να αποκτήσουν παιδί. Αν ζητήσουν με ευλάβεια τη βοήθειά της Παναγίας, τούς δίδεται τεμάχιο κορδέλας που έχει ευλογηθεί στην λειψανοθήκη της Αγίας Ζώνης· αν έχουν πίστη, καθίστανται έγκυες.
Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/2009/08/31/agia-zonh1/
Οι πληροφορίες για τον επίγειο βίο της Θεοτόκου είναι λιγοστές και προέρχονται από την Καινή Διαθήκη και από την παράδοση που διασώθηκε από τούς αποστολικούς ακόμη χρόνους. Η Θεοτόκος μέχρι την Κοίμησή της παρέμεινε στα Ιεροσόλυμα και ήταν μέλος της πρώτης Εκκλησίας. Τη φροντίδα της είχε αναλάβει ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.
Οι τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής της είναι θαυμαστές και συγκινητικές. Κοντά της βρέθηκαν οι Απόστολοι οι οποίοι έφτασαν από τα πέρατα της οικουμένης στα Ιεροσόλυμα με τρόπο θαυμαστό, «επί νεφελών» . Και τότε, ο ίδιος ο Κύριος εμφανίστηκε θριαμβευτικά «επί νεφελών», με τη συνοδεία πλήθους αγγέλων. Η Θεοτόκος προσευχήθηκε στον Υιό της, παρηγόρησε τούς Αποστόλους και υποσχέθηκε ότι θα είναι πάντα κοντά στην Εκκλησία για να μεσιτεύει στον Υιό της και παρέδωσε την πανάμωμη ψυχή της στον Κύριο.
Οι Απόστολοι εναπόθεσαν την Αγία Σορό της Θεοτόκου σε «καινόν μνημείον» στη Γεθσημανή. Εκεί η Αγία Ελένη αργότερα έκτισε το ναό της Κοιμήσεως. Τρεις μέρες μετά την κοίμηση κατέβηκε ο Κύριος με τη συνοδεία των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και πλήθους αγγέλων. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ με εντολή του Κυρίου παρέλαβε την Αγία Σορό της Θεοτόκου και όλοι μαζί ανήλθαν στούς ουρανούς. Η θαυμαστή Μετάσταση της Θεομήτορος είχε συντελεστεί. Το ιερό Σώμα της ενώθηκε πάλι με την αγνή ψυχή της.
Ο Απόστολος Θωμάς ήταν ο μόνος από τούς Αποστόλους που είδε τη θαυμαστή Μετάσταση της Θεοτόκου. Δεν είχε μπορέσει να παρευρεθεί στην κηδεία της ευρισκόμενος στις Ινδίες. Εκεί, μετά από τρεις ημέρες, και ενώ τελούσε τη Θεία Λειτουργία, βρέθηκε στη Γεθσημανή με θαυμαστό τρόπο και είδε όλα όσα συνέβησαν. Τότε παρακάλεσε την Παναγία να του δώσει για ευλογία τη Ζώνη της. Και εκείνη, καθώς ανέβαινε στούς ουρανούς, του έριξε το Ιερό κειμήλιο «προς δόξαν ακήρατον, ανερχομένη Αγνή, χειρί σου δεδώρησαι τω αποστόλω Θωμά την πάνσεπτον Ζώνην σου» ψάλλουμε στο απολυτίκιο της εορτής της Καταθέσεως της Τιμίας Ζώνης.
Ο Απόστολος Θωμάς στη συνέχεια πληροφόρησε και τούς υπόλοιπους Αποστόλους για τα θαυμαστά αυτά γεγονότα και τούς έδειξε την Αγία Ζώνη της Παναγίας. Εκείνοι δοξολόγησαν τον Θεό και του ζήτησαν να τούς ευλογήσει, καθώς ήταν ο μόνος που αξιώθηκε να δει την ένδοξη Μετάσταση της Θεοτόκου.
Τη διαφύλαξη της Αγίας Ζώνης ανέλαβαν δύο φτωχές και ευσεβείς γυναίκες στα Ιεροσόλυμα, οι οποίες φρόντιζαν τη Θεοτόκο. Παρέλαβαν με ευλάβεια το ιερό κειμήλιο και από τότε το έργο της διαφύλαξής του συνέχιζε από γενιά σε γενιά μία ευλαβής παρθένος καταγόμενη από την οικογένεια αυτή.
Η ανακομιδή της Τιμίας Ζώνης και η μεταφορά της στην Κωνσταντινούπολη έγινε από τον αυτοκράτορα Αρκάδιο (395-408). Η υποδοχή του ιερού λειψάνου στη Βασιλεύουσα ήταν λαμπρότατη. Ο αυτοκράτορας κατέθεσε την Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου σε λειψανοθήκη που ονόμασε «αγίαν σορόν» . Η κατάθεση έγινε στις 31 Αυγούστου, τελευταία μέρα του εκκλησιαστικού έτους. Στην πόλη του Αγίου Κωνσταντίνου, της οποίας Υπέρμαχος Στρατηγός και Προστάτις ήταν η Θεοτόκος, θα φυλασσόταν πλέον η Αγία Ζώνη της Θεομήτορος.
Η κόρη του Αρκάδιου, η αυτοκράτειρα Πουλχερία, ανήγειρε λαμπρό ναό προς τιμή της Παναγίας, τον περίφημο ναό της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων. (Χαλκοπράτεια ονομαζόταν η συνοικία όπου κτίστηκε ο ναός· το όνομά της η συνοικία το έλαβε από το γεγονός ότι εκεί πριν κατασκευάζονταν και πωλούνταν χάλκινα αντικείμενα). Στο ναό αυτό η αυτοκράτειρα κατέθεσε την Αγία Ζώνη της Παναγίας. Η ίδια μάλιστα η Πουλχερία κέντησε με χρυσή κλωστή την Τιμία Ζώνη διακοσμώντας την. Η χρυσή αυτή κλωστή είναι ευδιάκριτη και σήμερα στο τμήμα που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου.
Ο αυτοκράτορας Ιουστίνος Β και η σύζυγός του Σοφία ανακαίνισαν τον ιερό ναό των Χαλκοπρατείων και ανήγειραν εκεί και το παρεκκλήσιο της Αγίας Σορού· εκεί, μέσα σε λειψανοθήκη και πάνω στην Αγία Τράπεζα, φυλασσόταν η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου.
Πλήθος πιστών συνέρρεαν για να την προσκυνήσουν με ευλάβεια ζητώντας από την Παναγία να μεσιτεύσει με τις πρεσβείες της στον Κύριο. Πλήθος θαυμάτων επιτέλεσε η Τιμία Ζώνη. Άνθρωποι δυστυχισμένοι και πονεμένοι βρήκαν λύτρωση με τη θαυματουργή δύναμη του αγίου λειψάνου. Για το λόγο αυτό υμνήθηκε από φημισμένους ανθρώπους της εποχής· με τη χάρη της Παναγίας καθαγιάζει τούς πιστούς που προσέρχονται ευλαβικά για να το προσκυνήσουν· τούς ανυψώνει από τη φθορά, τούς απαλλάσσει από ασθένειες και θλίψεις.
Στη συνέχεια η Αγία Ζώνη τεμαχίστηκε και τεμάχιά της μεταφέρθηκαν σε διάφορους ναούς της Κωνσταντινούπολης. Μετά την άλωση της Πόλης από τούς Σταυροφόρους το 1204, κάποια τεμάχια αρπάχτηκαν από τούς βάρβαρους και απολίτιστους κατακτητές και μεταφέρθηκαν στη Δύση. Ένα μέρος όμως διασώθηκε και παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη και μετά την απελευθέρωση της Πόλης από τον Μιχαήλ Η Παλαιολόγο. Φυλασσόταν στον ιερό ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών. Η τελευταία αναφορά για το άγιο λείψανο είναι ενός ανώνυμου Ρώσου προσκυνητή στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ του 1424 και 1453.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τούς Τούρκους το 1453, είναι άγνωστο τι απέγινε το υπόλοιπο μέρος της Αγίας Ζώνης στη συνέχεια. Έτσι το μοναδικό σωζόμενο τμήμα είναι αυτό που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου· με εξαιρετικά περιπετειώδη τρόπο έφτασε εκεί.
Ο Άγιος Κωνσταντίνος είχε κατασκευάσει έναν χρυσό σταυρό για να τον προστατεύει στις εκστρατείες. Στη μέση του σταυρού είχε τοποθετηθεί τεμάχιο Τιμίου Ξύλου· ο σταυρός έφερε επίσης θήκες με άγια λείψανα Μαρτύρων, και ένα τεμάχιο της Τιμίας Ζώνης. Όλοι οι βυζαντινοί αυτοκράτορες έπαιρναν αυτόν τον σταυρό στις εκστρατείες. Το ίδιο έπραξε και ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β ?γγελος (1185-1195) σε μία εκστρατεία εναντίον του ηγεμόνα των Βουλγάρων Ασάν. Νικήθηκε όμως και μέσα στον πανικό ένας ιερέας τον πέταξε στο ποτάμι για να μην τον βεβηλώσουν οι εχθροί. Μετά από μερικές μέρες όμως οι Βούλγαροι τον βρήκαν· έτσι πέρασε στα χέρια του Ασάν.
Οι Βούλγαροι ηγεμόνες μιμούμενοι τούς Βυζαντινούς αυτοκράτορες έπαιρναν μαζί τους στις εκστρατείες το σταυρό. Σε μία μάχη όμως εναντίον των Σέρβων ο βουλγαρικός στρατός νικήθηκε από τον Σέρβο ηγεμόνα Λάζαρο (1371-1389). Ο Λάζαρος αργότερα δώρισε το σταυρό του Αγίου Κωνσταντίνου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου μαζί με το τεμάχιο της Τιμίας Ζώνης.
Οι Άγιοι Πατέρες της Ιεράς Μονής διασώζουν και μία παράδοση σύμφωνα με την οποία η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου αφιερώθηκε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου από τον αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ Καντακουζηνό (1341-1354), ο οποίος στη συνέχεια παραιτήθηκε από το αξίωμα, εκάρη μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ και μόνασε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου.
Τα θαύματα που πραγματοποίησε και πραγματοποιεί η Τιμία Ζώνη είναι πολλά. Βοηθά ειδικά τις στείρες γυναίκες να αποκτήσουν παιδί. Αν ζητήσουν με ευλάβεια τη βοήθειά της Παναγίας, τούς δίδεται τεμάχιο κορδέλας που έχει ευλογηθεί στην λειψανοθήκη της Αγίας Ζώνης· αν έχουν πίστη, καθίστανται έγκυες.
Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/2009/08/31/agia-zonh1/
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)