Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

Άγιος Ιωάννης ο Λαμπαδιστής (Εορτάζει 4 Οκτωβρίου)

Πολύ γνωστό το όνομά του στο «μυρωμένο νησί». Πολύ γνωστό και το μοναστήρι του.

Μα είναι υποδειγματική κι υπέροχη κι ή σύντομη ζωή του. Μια γρήγορη ματιά σ' αυτή θα μας το βεβαιώσει.

Έζησε τον 10ο αιώνα μ.Χ., την εποχή που ο δοξασμένος αυτοκράτορας Νικηφόρος Β' ό Φωκάς Μερικοί υποθέτουν πώς πρόκειται περί του Νικηφόρου του Γ', που έζησε τον 11ο αιώνα μ.Χ. κι όχι του Β', που αναγράφουμε. (963-969) είχε απαλλάξει την Κύπρο μας από τον απαίσιο ζυγό των Αράβων και την είχε κάμει επαρχία της μεγάλης μας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Γεννήθηκε στην εύανδρη Λαμπαδιστό, στο χωριό που γεννήθηκε κι ο άγιος Ηρακλείδιος και που βρισκόταν, όπως είπαμε κι άλλου, κοντά στην περιοχή του χωρίου Μιτσερό, όπου αποκαλύφθηκαν και τα ερείπια του.

Ό Ιωάννης για την οικογένεια του υπήρξε δώρο της γεροντικής των ηλικίας.

Οι γονείς του Κυριάκος ιερέας και Άννα πρεσβυτέρα ήταν άνθρωποι πολύ ευσεβείς και πλούσιοι.

Ό Ιωάννης ήταν το μονάκριβο παιδί τους. Κι αυτό το απέκτησαν υστέρα από θερμές κι εγκάρδιες προς τον Κύριο προσευχές. Γι' αυτό και τον αγαπούσαν πολύ κι από μικρό τον ανέθρεψαν με το γάλα της αυστηρής χριστιανικής πίστεως. Στή μελέτη και την εκμάθηση των ιερών γραμμάτων ό Ιωάννης ξεπερνούσε όλους τους συνομηλίκους του. Όλοι θαύμαζαν την εξυπνάδα, αλλά και τη φιλομάθεια του.

Ή παιδική κι ή εφηβική ηλικία του Λαμπαδιστή ήταν μια ζωή αληθινά πρότυπη. Ό Ιωάννης νέος, ωραίος, ψηλός, με μάτια γαλανά σαν τον ουρανό δεν μάθαινε μόνο τα ιερά γράμματα. Τα ζούσε.

Ή ζωή του συγκρατημένη και αυτοκυριαρχούμενη είχε σαν οδηγό το Πανάγιο Πνεύμα το όποιο λες κι αγαπούσε να μένει και να επαναπαύεται στην αγνή ψυχή του. Δίκαια, λοιπόν, ο άγιος Θεός τον δόξασε από τούτη την ηλικία.

Κάποια μέρα που ο νεαρός Ιωάννης έκοψε ένα τσαμπί ώριμο σταφύλι και το 'φερε στο σπίτι πριν από τις 6 Αυγούστου — που οι χριστιανοί συνήθιζαν να παίρνουν σταφύλια στην εκκλησία, για να διαβάζονται κι ύστερα να τα τρώνε -, τιμωρήθηκε από τον ευλαβή και τυπικό ιερέα πατέρα του με μια αυστηρή παρατήρηση κι ένα ράπισμα. Ό Ιωάννης, που έκοψε το σταφύλι όχι για να το φάει, άλλα για να δείξει στον πατέρα τη θεϊκή ευλογία με την άφθονη καρποφορία, δέχτηκε την τιμωρία αδιαμαρτύρητα. Ύστερα αφού προσευχήθηκε θερμά, και με δάκρυα, πήγε κι έβαλε το τσαμπί στο μέρος από το όποίο το έκοψε. Και το θαύμα έγινε. Το τσαμπί κόλλησε στην κληματόβεργα, ωσάν να μη κόπηκε ποτέ. Έτσι τιμά ο Θεός εκείνους που τον σέβονται και τον αγαπούν.

Όταν ο Ιωάννης έγινε 18 χρόνων, οι γονείς του, που δεν κατάλαβαν ακόμη τους ανώτερους κι ευγενέστερους εσωτερικούς πόθους του παιδιού τους, τον πίεσαν να μνηστευθεί μια πλούσια κόρη. Ή επιθυμία τους να δουν το οικογενειακό τους δένδρο να συνεχίζεται τους έκαμε να λησμονήσουν το τάμα τους. Το τάμα που έκαμαν, ν' αφιερώσουν το παιδί τους στον Θεό. Ή απαίτηση των γονιών να τον μνηστεύσουν, μα κι ό αγνός πόθος του νέου να ασκητέψει και να ζήσει μια ζωή τέλειας αφιέρωσης δημιούργησαν στην ψυχή του μια σύγκρουση. Κουρασμένος και στενοχωρημένος ό νέος από την πάλη που διεξαγόταν στην καρδιά του κατέφυγε στην προσευχή. Γονάτισε και με πόνο ψυχής ζήτησε τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Ξαφνικά, τη στιγμή που γονατιστός παρακαλούσε να του φανερώσει ό Θεός το θέλημα του, άκουσε μια φωνή μέσα του να του λέει:

«Ό φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ εστί μου άξιος· και ο φιλών υίόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ουκ εστί μου άξιος· και ός ού λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ εστί μου άξιος». (Ματθ. Γ, 37-38). Δηλαδή εκείνος που αγαπά τον πατέρα ή τη μητέρα του πιο πολύ από μένα, αυτός δεν είναι άξιος να λέγεται οπαδός μου. Και εκείνος που αγαπά τον γιο του ή την κόρη του πιο πολύ από μένα, κι αυτός πάλι δεν είναι άξιος να λέγεται οπαδός μου. Μα κι όποιος δεν παίρνει σταθερή την απόφαση να υποστεί κάθε ταλαιπωρία κι αυτόν ακόμη τον σταυρικό θάνατο για την πίστη του σε μένα και δεν με ακολουθεί σαν αρχηγό κι υπόδειγμα του, κι αυτός δεν είναι άξιος για μένα.

Ύστερα από τα λόγια της φωνής ο Ιωάννης σηκώθηκε κι έτρεξε στην κόρη. Με ειλικρίνεια κι αγάπη της φανέρωσε τον πόθο του. Τον πόθο να ζήσει παρθενική ζωή. Αφού της ανακοίνωσε την επιθυμία του, πρότεινε το ίδιο και σ' αυτήν. Ή κόρη όμως δεν δέχθηκε κι έτσι ή μνηστεία διαλύθηκε.

Οι γονείς της κόρης, που θεώρησαν το πράγμα προσβολή, θέλησαν να εκδικηθούν. Μια σατανοκίνητη ψυχή, ένας μάγος, προσφέρθηκε να τους βοηθήσει. Χωρίς να φανερώσουν τις διαθέσεις τους και προσποιούμενοι τους φίλους κάλεσαν τον Ιωάννη σε γεύμα μαζί με τον πατέρα του. Στο φαγητό, που παρέθεσαν στον νέο, έβαλαν κάποιο δηλητήριο.


Στα μεταλλεία της περιοχής είναι γνωστό το δηλητήριο τούτο και σήμερα. Όταν φάγει κανείς λίγο απ' το φαΐ, που παρασκευάζεται με το είδος αυτό, χάνει το φως του. Αν φάγει περισσότερο, πεθαίνει.

Ό Ιωάννης, νέος, εγκρατής, έφαγε μόνο λίγο από το φαγητό με αποτέλεσμα να τυφλωθεί. Τα γαλανά του μάτια μέσα στα οποία καθρεφτιζόταν ή καλοσύνη κι ή απλότητα της αγνής καρδίας του, σκοτείνιασαν για πάντα. Έχασαν το γλυκύ και ζωογόνο φως.

Ό Ιωάννης με υπομονή και καρτερία αληθινά χριστιανική δέχθηκε τη δοκιμασία. Γνωρίζει ο θεοφώτιστος νέος πώς «χριστιανός χωρίς τη φωτιά της καρδιάς, είναι φανάρι χωρίς φως, κορμί χωρίς ψυχή. Ή καρδιά του άνθρωπου δεν καθαρίζεται, αν δεν πονέσει κι αν δεν κλάψει. Σε καρδιά που δεν πόνεσε, δεν μπαίνει ό Χριστός». Τα γνωρίζει αυτά κι υπομένει. Και προσεύχεται. Κι ειρηνικά σηκώνει τον σταυρό της δοκιμασίας και δοξολογεί τον Θεό.

Πέρασαν ακόμη μερικές μέρες. Αφού ο Ιωάννης συγχώρησε και πάλι όλους όσους τον έβλαψαν, πήρε τον πιστό του υπηρέτη, που είχε κι αυτός το όνομα Ιωάννης, κι έφυγαν για τη Μαραθάσα. Εκεί, απέναντι από τον Καλοπαναγιώτη και στο μέρος όπου οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος είχαν βαπτίσει κατά μια παράδοση τον άγιο Ηρακλείδιο, ήταν ή μονή του αγίου Ηρακλειδίου. Σ' αυτήν έφτιαξε ο Ιωάννης το ασκητήριό του. Τέσσερα χρόνια έζησε στο μέρος αυτό προσευχόμενος και διδά σκοντας τόσο με τα λόγια, όσο και με το παράδειγμα του το θέλημα του θεού. Πολλά θαύματα έκαμε, όταν ήταν ακόμη στη ζωή. Ένα είναι και τούτο:

Μια μέρα ο πολυδοκιμασμένος νέος πήρε τον πιστό του υπηρέτη και βγήκε μαζί του περίπατο. Στο μέρος όπου έφτασαν δεν είχε νερό κι ή ζέστη ήταν αφόρητη. Ό υπηρέτης, που καιόταν κυριολεκτικά από τη δίψα, έτρεξε πάνω-κάτω αλλά πουθενά δεν βρήκε νερό. Απογοητευμένος κάθησε κάπου ζαλισμένος και μισολιπόθυμος. Ό Ιερός Λαμπαδιστής στον όποιο ό υπηρέτης φανέρωσε την κατάσταση του σηκώθηκε και γονάτισε. Σήκωσε τα μάτια, σταύρωσε τα χέρια και με θέρμη απήγγειλε μια προσευχή. Ύστερα άπλωσε τα χέρια και κτύπησε τον διπλανό βράχο. Δοξασμένος να 'ναι ο Κύριος στους αιώνες. Το θαύμα του Μωϋση στην έρημο επαναλήφθηκε. Ό βράχος άνοιξε κι εδώ. Και μια δροσερή πηγή κρυστάλλινου νερού ανέβλυσε από τον βράχο. Ό πιστός υπηρέτης σώθηκε. Και μαζί μ' αυτόν χιλιάδες διψασμένοι ξεδίψασαν έκτοτε από το γάργαρο νερό της, που στέκει ως τα σήμερα κι είναι γνωστό σαν άγιασμα του Λαμπαδιστή. Στέκει και διαλαλεί και θα διαλαλεί στους αιώνες το έλεος του Θεού σ' εκείνους, που με την πίστη επικαλούνται τη Χάρη του.

Τρεις μέρες προτού να πεθάνει ό μακάριος ασκητής ανέκτησε και πάλι το φως του. Κι είδε τότε τρεις αετούς χρυσόπτερους να πετάνε γύρω του. Ήταν ή επίσκεψη του Τριαδικού Θεού υπό τη μορφή των τριών αετών που τον καλούσε κοντά του. Και πραγματικά! Στις 4 του Οκτώβρη ή αγία ψυχή του πέταξε στον ουρανό. Άφησε τον κόσμο τούτο σε ηλικία 22 χρόνων. Οι γονείς του μαζί με τους μοναχούς της μονής έθαψαν το άγιο σκήνωμα του στην εκκλησία του αγίου Ήρακλειδίου. Κι έκτισαν εδώ άλλο ναό στο όνομα του παιδιού τους - τέλη του 10ου και αρχές του 11ου αιώνα - που περιέκλεισε τον τάφο με το άγιο λείψανο του Λαμπαδιστή.

Πολλά θαύματα έκαμε ό άγιος όσο καιρό ζούσε. Προ παντός θεραπείες δαιμονιζομένων. Ό χρονικογράφος της Κύπρου Λεόντιος Μαχαιράς γράφει γι' αυτόν στο χρονικό του: «Και ο Μέγας Ιωάννης ό Λαμπαδιστής εις την Μαραθάσαν όπου διώχνει τα δαιμόνια». Ή θαυματουργική χάρη του αγίου συνεχίζεται πλούσια και σήμερα, σε όσους με πίστη κι ευλάβεια ζητούν τη χάρη του. Θα αναφέρουμε εδώ ακόμη ένα θαύμα. Το διηγείται ένας πολύ αξιόπιστος κάτοικος από την Αμμόχωστο.

Βρισκόταν τότε στον Καλοπαναγιώτη το 1950. Πήγε εκεί για λουτροθεραπεία. Μια μικρή πληγή πούχε στο κορμί του μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Πυορροούσε συνέχεια και δεν φαινόταν πουθενά ελπίδα να κλείσει και να θεραπευτεί. Οι γιατροί πηγαινοερχόντουσαν χωρίς αποτέλεσμα. Ό ιδιαίτερος γιατρός του βέβαιος για το σύντομο τέλος του πελάτη του, κάλεσε και ιατροσυμβούλιο, για να κατοχυρώσει τη θεραπεία που έκαμνε. Μετά από προσεκτική και πλατιά συζήτηση συμφώνησαν όλοι στη θεραπευτική αγωγή, μα και στον κίνδυνο, τον μεγάλο κίνδυνο τον όποιο περνούσε. Όταν το ιατροσυνέδριο τέλειωσε, κοινή ήταν ή διαπίστωση όλων, πώς το πρωί της άλλης μέρας δεν θα έβρισκαν τον άρρωστο ζωντανό. Αν και οι γιατροί τίποτα δεν αποκάλυψαν σ' αυτόν, ό άρρωστος κατάλαβε ότι ή θέση του δεν ήταν καλή. Για μια στιγμή το θάρρος του κλονίστηκε. Ή πίστη του όμως στον Θεό έμεινε σταθερή. Έκλεισε με πόνο τα σωματικά του μάτια και με ψυχή «συντετριμμένην και τεταπεινωμένην», μουρμούρισε:

— Άγιε μου Ιωάννη, λυπήσου με. Λυπήσου την οικογένεια μου και κάνε
με καλά. Δώσε μου την υγεία μου και να κάνω τη γιορτή σου, όσο ζω.

Την προσευχή του - κραυγή - επανέλαβε αρκετές φορές. Ξαφνικά εκεί που προσευχόταν, ένα φως, ιλαρό φως γέμισε το δωμάτιο του και μια μορφή υπέροχη, αγγελική, του Λαμπαδιστή ή γλυκιά κι ουράνια μορφή, στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι του.

— Μη φοβάσαι, καλέ μου άνθρωπε. Πίστευε μόνο στον Θεό. Οι γιατροί σου βέβαια γνωμάτευσαν πώς θα πεθάνεις. Όχι όμως κι ο Θεός.

Κι αγγίζοντας με το άγιο χέρι του την πληγή πρόσθεσε:

- Να! Με τη χάρη του Χριστού ή αγιάτρευτη πληγή σου θεραπεύεται.

Ό άρρωστος άνοιξε τα μάτια. Έμεινε ακίνητος για λίγα λεπτά. Ήταν καταϊδρωμένος. Συνήλθε όμως γρήγορα κι ένοιωθε ότι είχε γιατρευτεί. Σηκώθηκε από το στρώμα και κάθισε. Με το τρεμάμενο χέρι αφήρεσε τους επιδέσμους. Ή πληγή είχε εξαφανιστεί. Θεραπεύτηκε. Ό άρρωστος πετάχτηκε κάτω από το στρώμα. Γονάτισε. Και με την καρδιά ξέχειλη από ευγνωμοσύνη δόξασε τον Θεό κι ευχαρίστησε τον γιατρό του, τον ιερό Λαμπαδιστή.

Τα πολλά θαύματα που γινόντουσαν στο μέρος αυτό, αποκατέστησαν με τον καιρό τη δόξα της μονής του αγίου Ηρακλειδίου, που είναι σήμερα γνωστή σαν μονή του Ιωάννη του Λαμπαδιστή.

Καρπός πίστεως και δώρο του Θεού, όπως είδαμε υπήρξε ο όσιος για τους γονείς του. Γεννήθηκε κι ανατράφηκε σ' ένα περιβάλλον αληθινής χριστιανικής ευσέβειας. Μα και διακρίθηκε σε οσιότητα βίου κι αρετή. Ή οικογένεια έγινε γ' αυτόν εργαστήριο αγιότητος. Στην οικογένεια μας οφείλουμε κι εμείς ό,τι είμαστε. Στ' αλήθεια! Μεγάλο δίκαιο είχε ο άγιος Γρηγόριος ό Νύσσης να γράφει: «Από της εστίας ή χάρις. Ενταύθα το των αγαθών εργαστήριον». Ευτυχισμένοι όλοι εκείνοι που αγωνίζονται και φροντίζουν να γίνει ή οικογένεια τους «των αγαθών έργαστήριον».

Πηγή: http://www.pigizois.net/kiprioi_agioi/ioannis_o_lampadistis.htm

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΑ (Εορτάζουν 2 Οκτωβρίου)


Τον 3ον αιώνα μ.Χ. στην Αντιόχεια της Συρίας ζούσε ένας Καρχηδόνιος στην καταγωγή, πλούσιος, ευγενής, μορφωμένος και πολύ ικανός στη μαγεία, ο Κυπριανός. Διέθετε τέτοια ικανότητα, ώστε καλούσε τους δαίμονες και τους έστελνε να εξυπηρετήσουν όποια εντολή τους έδινε σε βάρος των θυμάτων του.
Στην ίδια πόλη κατοικούσε μία ευσεβής παρθένος, πιστή χριστιανή, η Ιουστίνα. Τούτη την κόρη ένας νεαρός πλούσιος ειδωλολάτρης με άσωτη ζωή, ο Αγλαίδας, θέλησε να την εμπλέξει στα δίχτυα του. Επειδή όμως όλες του οι προσπάθειες δεν έφεραν αποτέλεσμα, έτρεξε στη μαγική δύναμη του Κυπριανού. Πραγματικά, ο Κυπριανός άρχισε να στέλνει διάφορους δαίμονες, για να ξελογιάσει την Ιουστίνα και να την υποδουλώσει στα αμαρτωλά σχέδια του Αγλαίδα. Οι δαίμονες γύριζαν άπρακτοι στον Κυπριανό χωρίς να καταφέρνουν καν να πλησιάσουν στην κόρη, διότι, όπως έλεγαν, με το σημείο του Σταυρού τους έκαιγε και δεν μπορούσαν να σταθούν κοντά της. Όμοια άπρακτος γύρισε και ο άρχοντας των δαιμόνων, τον οποίο χρησιμοποίησε στο τέλος ο Κυπριανός ως έσχατο όπλο του.
Η πραγματική αυτή ήττα των δαιμονικών δυνάμεων άνοιξε τα μάτια της ψυχής του Κυπριανού. Κατανόησε την πλάνη του και την ακαταμάχητη δύναμη του Ιησού Χριστού. Έτσι, αληθινά μετανοημένος προσπίπτει στον επίσκοπο Αντιοχείας Άνθιμο, καίει μπροστά του όλα τα μαγικά βιβλία και ζητάει να γίνει χριστιανός.
Μετά την βάπτισή του ο Κυπριανός, ως πρόβατο της ποίμνης του Κυρίου, αξιώνεται σιγά-σιγά να γίνει επίσκοπος. Το έτος 304 μάλιστα στη Νικομήδεια μαζί με την Ιουστίνα υφίστανται μαρτυρικό δι' αποκεφαλισμού θάνατο. Η μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Κυπριανού και της αγίας παρθενομάρτυρος Ιουστίνης εορτάζεται στις 2 Οκτωβρίου.

Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ

Ο βίος των αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης είναι ένα ζωντανό μάθημα για τη δύναμη της μαγείας, που συντρίβεται από την παντοδυναμία του Χριστού. Δυστυχώς όμως και στην εποχή μας η μαγεία, με τις διάφορες μορφές της, έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας. Τα κρούσματα της λευκής και μαύρης μαγείας αυξάνονται επικίνδυνα. Οι μάγοι, οι πνευματιστές, οι εξορκιστές, οι οραματίστριες, οι μέντιουμ, οι αστρολόγοι κ.λ.π. πληθαίνουν όλο και περισσότερο και κάνουν χρυσές δουλειές. Είναι και αυτό ένδειξη της απομάκρυνσής μας από τον αληθινό Θεό. Η πίστη στο Θεό και η ζωντανή σχέση μαζί Του, έχουν ατονήσει. Ο άνθρωπος αισθάνεται ανασφαλής, νοιώθει το κενό και προσπαθεί να το υποκαταστήσει με τη μαγεία και τον αποκρυφισμό. Είναι παρατηρημένο από την ιστορία ότι όσο η πίστη των ανθρώπων στον ζώντα Θεό ατονεί, τόσο αναβιώνει η μαγεία και αυξάνουν οι μάγοι. Στις μέρες μας πολύ συχνά βλέπουν το φως της δημοσιότητας γεγονότα συγκλονιστικά και ιστορίες φρικιαστικές με πρωταγωνιστές μάγους, σατανιστές κι ένα σωρό τσαρλατάνους και αγύρτες. Τα μέσα που χρησιμοποιούν είναι μαγικά ξόρκια και φυλαχτά, δαιμονικές επικλήσεις και μαγγανείες, σατανιστικές τελετουργίες με ζωοθυσίες και ανθρωποθυσίες. Οι συνέπειες στη ζωή εκείνων που καταφεύγουν στη μαγεία, είναι τραγικές. Ξεκινούν με την ελπίδα ότι θα λύσουν τα προβλήματά τους και καταλήγουν σε σύγχυση και αδιέξοδο, σε μαρασμό και κατάθλιψη, σε ψυχοσωματική και οικονομική εξουθένωση.
Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, λόγω και της αμάθειας των Χριστιανών η μαγεία ήταν αρκετά διαδεδομένη. Αυτό το βλέπουμε και στη διδασκαλία δύο μεγάλων αγίων, του αγίου Κοσμά του Αιτωλού και του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, οι οποίοι προσπάθησαν να αφυπνίσουν τους χριστιανούς. Ειδικά ο άγιος Νικόδημος αντιμετωπίζοντας το θλιβερό αυτό φαινόμενο, εκφράζει τη θλίψη του για την τραγική κατάσταση των χριστιανών της εποχής του, οι οποίοι ουσιαστικά έρχονταν αντιμέτωποι με τον Χριστό, γιατί ο μεν Χριστός με το σταυρικό του θάνατο νίκησε όλες τις αρχές κι εξουσίες των δαιμόνων, ενώ οι χριστιανοί τους αναδεικνύουν πάλι νικητές και τροπαιούχους με τις διάφορες μαγείες τους. Ο Χριστός απάλλαξε από τη δουλεία και τυραννία του διαβόλου τον κόσμο και τους Χριστιανούς και αυτοί, με τη μαγεία, τον ξαναφέρνουν στον κόσμο και τον ξανακάνουν τύραννό τους
Τον 3ον αιώνα μ.Χ. στην Αντιόχεια της Συρίας ζούσε ένας Καρχηδόνιος στην καταγωγή, πλούσιος, ευγενής, μορφωμένος και πολύ ικανός στη μαγεία, ο Κυπριανός. Διέθετε τέτοια ικανότητα, ώστε καλούσε τους δαίμονες και τους έστελνε να εξυπηρετήσουν όποια εντολή τους έδινε σε βάρος των θυμάτων του.
Στην ίδια πόλη κατοικούσε μία ευσεβής παρθένος, πιστή χριστιανή, η Ιουστίνα. Τούτη την κόρη ένας νεαρός πλούσιος ειδωλολάτρης με άσωτη ζωή, ο Αγλαίδας, θέλησε να την εμπλέξει στα δίχτυα του. Επειδή όμως όλες του οι προσπάθειες δεν έφεραν αποτέλεσμα, έτρεξε στη μαγική δύναμη του Κυπριανού. Πραγματικά, ο Κυπριανός άρχισε να στέλνει διάφορους δαίμονες, για να ξελογιάσει την Ιουστίνα και να την υποδουλώσει στα αμαρτωλά σχέδια του Αγλαίδα. Οι δαίμονες γύριζαν άπρακτοι στον Κυπριανό χωρίς να καταφέρνουν καν να πλησιάσουν στην κόρη, διότι, όπως έλεγαν, με το σημείο του Σταυρού τους έκαιγε και δεν μπορούσαν να σταθούν κοντά της. Όμοια άπρακτος γύρισε και ο άρχοντας των δαιμόνων, τον οποίο χρησιμοποίησε στο τέλος ο Κυπριανός ως έσχατο όπλο του.
Η πραγματική αυτή ήττα των δαιμονικών δυνάμεων άνοιξε τα μάτια της ψυχής του Κυπριανού. Κατανόησε την πλάνη του και την ακαταμάχητη δύναμη του Ιησού Χριστού. Έτσι, αληθινά μετανοημένος προσπίπτει στον επίσκοπο Αντιοχείας Άνθιμο, καίει μπροστά του όλα τα μαγικά βιβλία και ζητάει να γίνει χριστιανός.
Μετά την βάπτισή του ο Κυπριανός, ως πρόβατο της ποίμνης του Κυρίου, αξιώνεται σιγά-σιγά να γίνει επίσκοπος. Το έτος 304 μάλιστα στη Νικομήδεια μαζί με την Ιουστίνα υφίστανται μαρτυρικό δι' αποκεφαλισμού θάνατο. Η μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Κυπριανού και της αγίας παρθενομάρτυρος Ιουστίνης εορτάζεται στις 2 Οκτωβρίου.

Πηγή: http://orthodox-world.pblogs.gr/2008/09/oi-agioi-kyprianos-kai-ioystina-ta-eidh-ths-mageias-kai-pws-na-f.html

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Αν ένας αδελφός σου κάνει κακό

 

Του αββά Ησαΐα.
Αν ένας αδελφός σου κάνει κακό και τον κατηγορήσει κάποιος μπροστά σου, φύλαξε την καρδιά σου, για να μην ανανεωθεί μέσα σου ή κακία. Θυμήσου αμέσως τις αμαρτίες πού έχεις κάνει ενώπιον του Θεού και πού θέλεις να σου συγχωρηθούν, και μην
ανταποδώσεις (το κακό) στον πλησίον σου.


Αν ακούσεις ότι κάποιος είπε κακό λόγο για σένα, και τον συναντήσεις κάπου ή σε επισκεφθεί, δώσε, όσο μπορείς, στο πρόσωπο σου έκφραση πρόσχαρη και καλοσυνάτη και μην του πεις τίποτε άπ' όσα άκουσες. Γιατί είναι γραμμένο: ""Ος μνησικακεί, παράνομος" (Παροιμ. 21:24).

Του αββά Μάρκου
Ή κακία, όταν τη μελετάει κανείς με τη σκέψη του, αποθρασύνει την καρδιά· όταν όμως την καταπολεμεί με την εγκράτεια και την ελπίδα, τότε τη συντρίβει.

Του αγίου Μαξίμου
Η λύπη είναι στενά συνδεδεμένη με τη μνησικακία. Όταν ο νους φέρνει μπροστά του το πρόσωπο του αδελφού και αισθάνεται λύπη, είναι φανερό ότι έχει μνησικακία εναντίον του. Οι δρόμοι όμως των μνησίκακων οδηγούν στον πνευματικό θάνατο (Παροιμ. 12:28), γιατί κάθε μνησίκακος είναι παραβάτης του θείου νόμου (Παροιμ. 21:24).
Αν εσύ έχεις μνησικακία εναντίον άλλου, να προσεύχεσαι γι' αυτόν, και σταματάς έτσι την κίνηση του πάθους, γιατί με την προσευχή απομακρύνεται ή λύπη από τη θύμηση του κάκου πού σου έκανε. Όταν μάλιστα αποκτήσεις αγάπη και φιλανθρωπία, θα εξαφανίσεις εντελώς το πάθος από την ψυχή σου.
Αν πάλι κάποιος άλλος μνησικακεί εναντίον σου, να γίνεις ευεργετικός και ταπεινός απέναντι του, να τον καλείς σε γεύμα, να τον κάνεις παρέα, να συζητάς μαζί του, κι έτσι θα τον απαλλάξεις από το πάθος.

Του αγίου Εφραίμ
Ό καπνός διώχνει τις μέλισσες και ή μνησικακία την (πνευματική) γνώση από την καρδιά. Να προσεύχεσαι στον Κύριο και να χύνεις δάκρυα μπροστά στην αγαθότητα Του, "ως θυμίαμα ενώπιον αυτόν" (πρβλ. Ψαλμ. 140:2), και ή μνησικακία να μη βρίσκει θέση στην ψυχή σου.

 

Να δέχεσαι την προσφορά της αγάπης

Ήμουν πάντα επιφυλακτικός στην αποδοχή προσφορών, ακόμη και εκ μέρους φίλων, με αποτέλεσμα να τους πληγώνω, άθελα μου. Ο γέροντας <<είδε>> αυτή την αδυναμία μου πού, μέσα στην εξιδανίκευσή της, έκρυβε στοιχεία εκλεπτισμένης υπερηφάνειας και θέλησε να την μεταμορφώσει. Ενώ δεν του είχα κάνει ποτέ λόγο γι’αυτήν, σε μια συζήτησή μας, μου είπε ξαφνικά: <<Ξέρεις , όταν σου προσφέρουν κάτι από αγάπη, εσύ πρέπει να το δέχεσαι>>. Ήταν μια άμεση και εύστοχη παρέμβασή του, με την οποία μου ξαναθύμιζε μια ξεχασμένη φράση, που με είχε συγκινήσει στα εφηβικά μου χρόνια: << Ματαιότητα ο,τι παίρνεις από εγωισμό. Αιωνιότητα, ο,τι αποδέχεσαι με αγάπη, για να δώσεις τη χαρά της αμοιβαιότητας σ’αυτόν που σου προσφέρει από αγάπη>>.  

Ανθολόγιο συμβουλών

Γέροντος Πορφυρού

Εκδόσεις

Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος

 

Άγιος Κυριάκος ο Αναχωρητής (Εορτάζει 29 Σεπτεμβρίου)


Ήταν άνθρωπος πού καλλιεργούσε "ύπομονήν, πραότητα". Γι' αυτό και πέτυχε στην ασκητική του ζωή. Γεννήθηκε στην Κόρινθο το 5ο αιώνα, από Ιερέα πατέρα, τον Ιωάννη. Τη μητέρα του έλεγαν Ευδοξία και είχε αδελφό τον αρχιεπίσκοπο Κορίνθου Πέτρο. Από ιερατικό, λοιπόν, γένος ό Κυριάκος, σε νεαρή ηλικία πήγε στα Ιεροσόλυμα και από 'κει στη Λαύρα του Μεγάλου Ευθυμίου. Εκεί, ό Μέγας Ευθύμιος, τον έκανε μοναχό και τον έστειλε στον ασκητή Γεράσιμο. Όταν πέθανε ό Γεράσιμος, ό Κυριάκος επέστρεψε στη Λαύρα του Ευθυμίου, όπου με ζήλο καλλιεργούσε τις αρετές του, ώσπου κάποια στάση πού έγινε στη Λαύρα του Ευθυμίου τον ανάγκασε να πάει στη Λαύρα του Σουκά. Εκεί 40 χρονών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και ανέλαβε την επιστασία του Σκευοφυλακίου. Εκείνο πού τον διέκρινε απέναντι στους συμμοναστές του, ήταν ό γαλήνιος τρόπος με τον όποιο τους αντιμετώπιζε, γι' αυτό και ήταν παράδειγμα προς μίμηση από όλους. Εβδομήντα χρονών ό Κυριάκος, έφυγε κι από 'κει και με υπομονή γύρισε πολλά μοναστήρια και σκήτες, όπου έζησε με αυστηρότατη άσκηση. Τελικά, πέθανε 107 χρονών, και σε όλους έμεινε ή ενθύμηση του ασκητή, πού έδειχνε "πραότητα προς πάντας ανθρώπους". Πραότητα, δηλαδή, σ' όλους ανεξαίρετα τους ανθρώπους.

Πηγή: http://www.arxontariki.net/viewtopic.php?f=238&t=3298

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2009

Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος (Εορτάζει 28 Σεπτεμβρίου)



Αὐτὸς ὁ ἅγιος ἤτανε βλάστημα τῆς μοσκοβολημένης Κύπρου. Γεννήθηκε στὰ 1134 στὸ χωριὸ Λεύκαρα, ποὺ τώρα τὸ λένε Κάτω Δρῦ, κοντὰ στὴ Λάρνακα. Ἡ Κάτω Δρῦ χτίσθηκε ὕστερα ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ ἁγίου. Ἡ γενιά του λεγότανε Καταμούτηδες καὶ βρίσκεται ἀκόμα. Ἀπὸ μικρὸς ἤτανε διαλεγμένος ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ γίνει ἅγιος. Γιατὶ δὲν συνήθιζε σὰν τ᾿ ἄλλα τὰ παιδιὰ ποὺ παίζουνε καὶ διασκεδάζουνε, παρὰ ὁ μονάχος πόθος τοῦ ἤτανε νὰ ἀφοσιωθεῖ στὸν Χριστὸ καὶ τὴ θρησκεία του. Σὰν γίνηκε 18 χρονῶν, οἱ γονιοί του τὸν ἀρραβωνιάσανε. Μὰ ὁ Νεόφυτος ἔφυγε ἀπὸ τὸ πατρικό του σπίτι καὶ πῆγε στὸ μοναστήρι τοῦ Χρυσοστόμου στὸ βουνὸ Κουτζουβέντη. Ὕστερα ἀπὸ δυὸ μῆνες τὸν βρήκανε οἱ δικοί του καὶ γύρισε στὸ σπίτι τους, μὰ δὲν ἔστερξε νὰ παντρευτεῖ, παρὰ ἤθελε νὰ καλογερέψει. Βλέποντας οἱ γονιοί του αὐτὴ τὴ στερεὴ ἀπόφασή του, τὸν ἀφήσανε λεύτερον. Βγαίνει λοιπὸν πάλι ἀπὸ τὸ σπίτι τους καὶ πηγαίνει γιὰ δεύτερη φορὰ στὸ μοναστήρι τοῦ Κουτζουβέντη κ᾿ ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ ἡγούμενου παρακαλώντας τὸν νὰ τὸν κάνει δόκιμο. Καὶ κεῖνος τὸν ἔκανε. Ἐπὶ πέντε χρόνια φύλαγε τ᾿ ἀμπέλια τοῦ μοναστηριοῦ καὶ μάθαινε νὰ λέγει ἀπ᾿ ἔξω τὸ Ψαλτήρι καὶ τἆλλα τὰ γράμματα. Ἀλλὰ δὲν τὸν εὐχαριστοῦσε ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ σ᾿ αὐτὸ τὸ μοναστήρι, γιατὶ ἤθελε πιὸ αὐστηρὴ καλογερική, καὶ μίσεψε ἀπὸ κεῖ καὶ πῆγε στὸ Μελισσόβουνο κι᾿ ἀσκήτεψε ἕνα χρόνο μέσα σ᾿ ἕνα σπήλαιο. Ὕστερα μπαρκάρησε καὶ πῆγε στὸν Ἅγιο Τάφο κι᾿ ἀπόμεινε ἕξι μῆνες ἐκειπέρα. Μετά, γύρισε πάλι στὴν Κύπρο καὶ πῆγε στὴν Πάφο καὶ τὸν πιάσανε οἱ στρατιῶτες ποὺ φυλάγανε τὸ κάστρο καὶ τὸν βάλανε φυλακὴ ἕνα μερόνυχτο. Σὰν τὸν λευτερώσανε, τράβηξε παραμέσα στὸ νησὶ γιὰ νὰ βρεῖ μέρος ἥσυχο νὰ ἀσκητέψει. Περπάτησε ὅπως τὸν φώτισε ὁ Θεὸς κ᾿ ἔφταξε σ᾿ ἕνα μέρος ἀπόγκρεμνο, καὶ ἔψαχνε ἀπὸ τὸν Ἰούνιο ἕως τὸν Σεπτέμβρη. Τέλος βρῆκε ἕνα σπήλαιο ποὺ φωλιάζανε μέσα ὄρνια καὶ φίδια κ᾿ ἔπιασε καὶ τὸ βάθαινε. Ἕνα χρόνο δούλεψε σκληρὰ κι᾿ ἀποτελείωσε τ᾿ ἀσκηταριό του τὴ μέρα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Αὐτὸ τὸ σπήλαιο τὸ ὀνόμασε ὁ ἅγιος «Ἐγκλείστρα» κι᾿ ὁ ἴδιος εἶναι γραμμένος στὸ συναξάρι του μὲ τὄνομα «ὁ ἅγιος Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος». Ἡ ἁγιωσύνη του ξακούσθηκε σὲ ὅλη τὴν Κύπρο καὶ προστρέξανε πολλοὶ νὰ μονάσουνε κοντά του. Τότε ἔπιασε κ᾿ ἔχτισε μοναστήρι μεγάλο, τιμημένο εἰς μνήμην τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ὅλα βρίσκουνται ὡς τὰ σήμερα ἀπείραχτα. Ἡ σπηλιὰ τῆς Ἐγκλείστρας εἶναι καταζωγραφισμένη ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ ἁγίου Νεοφύτου, μὲ ὑποθέσεις ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ μὲ ὁσίους σὲ σχῆμα ἥσυχο καὶ ἁπλό. Σ᾿ ἕνα κελλὶ σκαμμένο στὸ παραμέσα μέρος τοῦ βράχου, βρίσκεται ὁ τάφος τοῦ ἁγίου. Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ σπήλαιο ἀπόμεινε κατακλειδωμένος μὲ νηστεία καὶ μὲ προσευχὴ ἐπὶ πολλὰ χρόνια. Μονάχα κάθε Κυριακὴ κατέβαινε μὲ μία σκάλα στὴν παρακάτω σπηλιὰ καὶ δίδασκε τοὺς μαθητές του. Σ᾿ αὐτὴ τὴ διαγωγὴ ἔζησε πενηνταπέντε χρόνια καὶ μελετοῦσε τὴν ἁγία Γραφὴ μέρα καὶ νύχτα. Καὶ μὲ ὅλο ποὺ ἤτανε λιγογράμματος ὁ μακάριος, ἔγραψε πολλὰ ἁγιασμένα γραψίματα, γεμάτα ἀπὸ τὴν εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σὲ δεκαέξι βιβλία συναθροισμένα. Προεῖδε τὴ μέρα τῆς κοίμησής του καὶ μάζεψε γύρω του τοὺς μαθητές του καὶ τοὺς ὁρμήνεψε νὰ ζοῦνε μὲ ἀγάπη καὶ ὁμόνοια, σύμφωνα μὲ τὸν Κανόνα, ποὺ τοὺς ἄφησε γραμμένον. Παράδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο στὶς 12 Ἀπριλίου κατὰ τὰ 1215 ἀπάνω κάτω.

Αὐτὸς ὁ ἅγιος εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ἁπλὲς ψυχὲς ποὺ δεχτήκανε τὸν Χριστὸ σὰν φυσικὴ θροφὴ τῆς ψυχῆς τους, δίχως νὰ μάθουνε γράμματα πονηρά. Τὸ πρῶτο βιβλίο, ποὺ ἔμαθε νὰ τὸ λέγει ἀπέξω καὶ ποὺ τ᾿ ἀγάπησε πολύ, ἤτανε τὸ Ψαλτήρι τοῦ προφητάνακτα Δαυΐδ. Ὕστερα ἀποστήθισε διάφορες εὐχὲς καὶ τροπάρια καὶ λόγια τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Κανένας ζωντανὸς ἄνθρωπος δὲν τὸν δίδαξε, γι᾿ αὐτὸ μπορεῖ νὰ πεῖ κανένας πὼς ὁ ἅγιος Νεόφυτος εἶναι «διδακτὸς Θεοῦ». Ὅ,τι ἔγραψε εἶναι γραμμένο μὲ τὸ δικό του τὸν τρόπο, εὐωδιασμένο ἀπὸ εὐλάβεια κι᾿ ἀπὸ φόβο Θεοῦ. Ἔγραψε «Ἑρμηνείαν εἰς τὴν Ἑξαήμερον» ἤγουν γιὰ τὴ Δημιουργία τοῦ κόσμου, λόγους «εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ Ἰνδίκτου, εἰς τὸν Ἀρχάγγελον Γαβριήλ, εἰς τὸν ἅγιον μάρτυρα Μάμαντα, εἰς τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, εἰς τὸν τίμιον καὶ ζωοποιὸν Σταυρόν, εἰς τὸν ὁσιομάρτυρα Πολυχρόνιον» καὶ πολλοὺς ἄλλους. Ἔγραψε ἀκόμα «Περὶ τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου», «Περὶ σεισμῶν διαφόρων», «Ἑρμηνείαν τῶν Ψαλμῶν» καὶ ἄλλα. Ἀπ᾿ αὐτὰ σταχυολογήσαμε λιγοστὰ καὶ τὰ βάζουμε παρακάτω.

Στὴν Ἑρμηνεία τῆς Ἑξαημέρου, γράφει πὼς ἀποφάσισε νὰ γράψει γι᾿ αὐτὴ τὴ μεγάλη ὑπόθεση: «Μοῦ φαίνεται καλὸ νὰ πῶ ἀπὸ ποιὰ αἰτία ἔφθασα στὴν ἀπόφαση νὰ συντάξω τοῦτο τὸ βιβλίο. Τὸν καιρὸ λοιπὸν ποὺ μὲ φώτισε κάποια θεϊκὴ ἀνατολὴ ἄνωθεν καὶ μὲ ἔστρεψε μακριὰ ἀπὸ τὶς ματαιότητες τῆς ζωῆς, κι᾿ ὁδήγησε τὰ πόδια μου σὲ ἴσιους δρόμους καὶ σὲ ὁδὸν εἰρήνης, ὥστε νὰ ἀκολουθήσω τὸ μοναχικὸ βίο, ξέφυγα κρυφὰ ἀπὸ τοὺς γονιούς μου κι᾿ ἀπὸ τὰ ἑφτὰ τ᾿ ἀδέρφια μου, ἀρσενικὰ καὶ θηλυκά, κ᾿ ἔφθασα σὲ κάποιο ἅγιο μοναστήρι. Ἐκειπέρα ἔτυχε νὰ ἀκούσω τὴν προφητεία ποὺ λέγει «ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν» καὶ τἆλλα λόγια ποὺ ἔρχουνται κατόπι, καὶ πολὺ θαύμασα σὰν τ᾿ ἄκουσα· γιατὶ δὲν εἶχα ἀκούσει ποτὲ τέτοιον λόγο, ἐπειδὴς ἤμουνα ἀγράμματος καὶ δὲν ἤξερα οὔτε τὸ ἄλφα κ᾿ ἤμουνα παιδὶ ὡς δεκαοχτὼ χρονῶν στὴν ἡλικία. Καὶ τόσο θαύμασα ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ ποὺ ἄκουσα καὶ τόσο πολὺ τ᾿ ἀγάπησε ἡ ψυχή μου, ποὺ μακάρι ἔλεγα νὰ διαβάζανε τέτοια ἀναγνώσματα καὶ νὰ τάκουγα, μ᾿ ὅλο ποὺ δὲν καταλάβαινα τὸ νόημα ποὺ εἴχανε, ἐκτὸς τὸ «ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς καὶ ὅτι εἶδεν ὁ Θεὸς ὅτι καλὰ λίαν» καὶ τίποτα περισσότερο ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν ἔνοιωθα. Ἀλλὰ δὲν ἤθελα νὰ ρωτήσω καὶ κανέναν νὰ μοῦ τὰ ἐξηγήσει, καὶ μονάχα μέσα στῆς καρδιᾶς μου τὸν κρυφὸν τόπο φύλαγα αὐτὸ τὸ θαῦμα. Καὶ σὰν μὲ βάλανε οἱ γέροντές μου νὰ κλαδεύω τ᾿ ἀμπέλια, ἔπιασα νὰ μαθαίνω κάποια γράμματα μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς εὐχὲς ποὺ λέγανε οἱ μοναχοὶ τὴ νύχτα καὶ τὴ μέρα. Μὰ ἡ θεία χάρη μου χάρισε περισσότερο κι᾿ ἀπὸ αὐτά, ὥστε νὰ μάθω νὰ λέγω ἀπ᾿ ἔξω ὁλόκληρο τὸ ἱερὸ Ψαλτήρι. Καὶ σάν μου ἦρθε πάλι κάποια φώτιση νὰ φύγω ἀπὸ τὸ θόρυβο τοῦ κοινοβίου καὶ νὰ πάγω νὰ ἡσυχάσω, τότε ἧβρα καιρὸ ἡσυχίας, κ᾿ ἐπειδὴ εἶχα στὴ θύμησή μου αὐτὰ τὰ θεϊκὰ λόγια ποὺ εἶπα, ἔψαχνα νὰ βρῶ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο βιβλίο ἐκεῖνο τὸ προφητικό. Καὶ σὰν τὸ βρῆκα, τὸ ἔμαθα ἀπ᾿ ἔξω μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸν πόθο ποὺ εἶχα γιὰ ὅσα ἔλεγε. Κ᾿ ἔμαθα ὄχι μονάχα τὴν ἑξαήμερη κοσμοκτισία, ἀλλὰ κι᾿ ὅσα λέγει γιὰ τὸν Παράδεισο καὶ γιὰ τὴν παράβαση, γιὰ τὸν κατακλυσμὸ καὶ γιὰ τὴν πυργοποιΐα, ἕως τὸ φίλο τοῦ Θεοῦ τὸν Ἀβραάμ, κι᾿ εἶχα πολὺ θαυμασμὸ γιὰ τὰ θεϊκὰ λόγια αὐτῆς τῆς Γραφῆς».

Γιὰ τὶς συμφορὲς τῆς Κύπρου γράφει «Περὶ τῶν κατὰ τὴν χῶραν Κύπρον σκαιῶν», κι᾿ ἀρχίζει μὲ τοῦτα τὰ λόγια: «Τὸ σύννεφο σκεπάζει τὸν ἥλιο κ᾿ ἡ ἀντάρα τὰ ὄρη καὶ τὰ βουνά, καὶ μποδίζανε τὴ ζέστη καὶ τὴ φωτεινὴ ἀχτίνα τοῦ ἥλιου γιὰ λίγον καιρό. Κ᾿ ἐμᾶς μας ἔχει σκεπασμένους δώδεκα χρόνια τώρα σύννεφο κι᾿ ἀντάρα ἀπὸ βάσανα ἀπανωδιαστὰ ποὺ πέσανε ἀπάνω στὴ χώρα μας. Γιατὶ σὰν πῆρε τὴν Ἱερουσαλὴμ ὁ ἄθεος Σαλαχαντὴς καὶ τὴν Κύπρο ὁ Ἰσαάκιος ὁ Κομνηνός, σκεπάσανε τὸν τόπο χειρότερα ἀπὸ ἀντάρες καὶ φουρτοῦνες, πολέμοι καὶ ταραχὲς κι᾿ ἀκαταστασίες, κουρσέματα κ᾿ αἱματοχυσίες. Γιατὶ νά, ὁ ζωηφόρος τάφος τοῦ Κυρίου καὶ τἆλλα τὰ ἅγια δοθήκανε στοὺς σκύλους Μουσουλμάνους γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ δακρύζει γιὰ τούτη τὴ συμφορὰ κάθε ψυχὴ π᾿ ἀγαπᾶ τὸ Θεό. Σὰν τὰ εἴδανε αὐτά, ταραχθήκανε τὰ ἔθνη καὶ τὰ βασίλεια, κατὰ τὸ γραμμένο, ὁ Ἀλαμάνος λέγω κι᾿ ὁ Ἐγκλινίας καὶ σχεδὸν κάθε ἔθνος κίνησε γιὰ νὰ σώσει τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ δὲν μπορέσανε νὰ κάνουνε τίποτα. Καὶ νά, δώδεκα χρόνια, καὶ τὰ κύματα ἀγριεύουνε καὶ ψηλώνουνε χειρότερα... Κι᾿ αὐτὰ συγχωρηθήκανε νὰ γίνουνε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας τὶς μεγάλες, μὲ δίκαια ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ταπεινωθοῦμε κ᾿ ἴσως συγχωρεθοῦμε. Εἶναι μία χώρα Ἰγκλιτέρρα, πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὴ Ρωμανία κατὰ τὸ βοριᾶ, κι᾿ ἀπὸ δαύτη σύννεφο Ἰγκλίνων μαζὶ μὲ τὸν ἄρχοντά τους μπήκανε σὲ κάτι καράβια μεγάλα ποὺ τὰ λένε νάκκες καὶ ταξιδέψανε γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα. Τότε τράβηξε γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα κι᾿ ὁ βασιλιὰς τῶν Ἀλαμάνων μὲ ἐννιακόσιες χιλιάδες. Μὰ αὐτός, περπατώντας κατὰ τὰ ἀνατολικὰ μέρη τοῦ Ἰκονίου, ἔχασε τὰ στρατεύματά του ἀπὸ τὸ περπάτημα κι᾿ ἀπὸ τὴν πείνα κι᾿ ἀπὸ τὴ δίψα κι᾿ ὁ ἴδιος ὁ βασιλιὰς πνίγηκε μέσα σ᾿ ἕναν ποταμὸ καβάλλα στ᾿ ἄλογό του. Κι᾿ ὁ Ἰγκλίτερ ἦρθε στὴν Κύπρο καὶ τὴ βρῆκε σὰν χαροκαμένη μάνα...

Ἡ χώρα μας εἶναι σὰν τὴ θάλασσα ποῦναι ἀγριεμένη ἀπὸ πολλὴ ἀνεμοζάλη. Καὶ μάλιστα ἡ συμφορά μας εἶναι χειρότερη κι᾿ ἀπὸ τὴν ἄγρια τὴ θάλασσα. Γιατὶ ἡ θάλασσα, σὰν περάσει ἡ ἀγριάδα της, ἔρχεται ἡ γαλήνη, ἐνῶ σ᾿ ἐμᾶς ἡ φουρτούνα χειροτερεύει κάθε μέρα κ᾿ ἡ μανία της δὲν ἔχει τέλος. Στὸ Λευϊτικὸ βιβλίο εἶναι γραμμένα ὅσα βρήκανε τὴ χώρα μας, πολέμοι, σπάρσιμο χωρὶς ἀπολαβή, φάγωμα τῶν κόπων μας ἀπὸ τοὺς ὀχτρούς μας. Κ᾿ ἡ δύναμή μας γίνηκε ἕνα τίποτα· κι᾿ ἀπομείναμε λιγοστοί. «Πορευθήκατε σὲ μένα πλάγια, μᾶς λέγει ὁ Θεός, κ᾿ ἐγὼ θὰ πορευθῶ σὲ σᾶς μὲ θυμὸ πλάγιον». Κι᾿ ἀληθινὰ ἔτσι εἴναι· γιατὶ ἂν δὲν κουτσαθεῖ κανένας, οὔτε κι᾿ ὁ γιατρὸς τὸν κόβει μὲ τὸ νυστέρι, κι᾿ οὔτε τοῦ καίει τὸ πονεμένο μέρος. Λοιπὸν εἶναι φανερὸ πὼς κ᾿ ἐμεῖς, ἂν δὲν πικραίναμε κάποτε τὸν πανάγαθο γιατρό μας καὶ δὲν πηγαίναμε σ᾿ αὐτὸν πλάγια, κ᾿ Ἐκεῖνος δὲ θὰ φερνότανε σὲ μᾶς πλάγια καὶ δὲ θὰ μᾶς πίκραινε γιὰ νὰ σωθοῦμε».

Πηγή: Aπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996 (Φώτης Κόντογλου)

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ

ΚΥΡΙΕ, βοήθησε με να αντιμετωπίσω με ψυχική γαλήνη όλα όσα θα μου φέρει ή σημερινή ήμερα. Βοήθησέ με να παραδοθώ ολοκληρωτικά στο άγιο θέλημα Σου.

Στην κάθε ώρα αυτής της ημέρας φώτιζε με και δυνάμωνε με για το κάθε τι.
Όποιες ειδήσεις κι αν λάβω στο διάστημα της σημερινής ημέρας, δίδαξε με να τις δεχθώ με ηρεμία και με την πεποίθησι ότι προέρχονται από το άγιο θέλημα Σου.


Καθοδήγησε τις σκέψεις και τα συναισθήματα μου σε όλα τα έργα μου και τα λόγια μου.

Σ' όλες τις απρόοπτες περιστάσεις μη με αφήσεις να ξεχάσω, ότι τα πάντα προέρχονται από Σένα.


Δίδαξε με να συμπεριφέρομαι σε κάθε μέλος της οικογενείας μου με ευθύτητα και σύνεση, ώστε να μην συγχύσω και στενοχωρήσω κανένα.


ΚΥΡΙΕ, δος μου την δύναμη να υποφέρω τον κόπο και όλα τα γεγονότα της ημέρας αυτής καθ' όλη την διάρκεια της.

Καθοδήγησε την θέλησή μου κα δίδαξε με να προσεύχομαι, να πιστεύω, να υπομένω, να συγχωρώ και να αγαπώ.

ΑΜΗΝ.