Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Εισόδια της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου)



«…Εάν το δένδρο αναγνωρίζεται από τον καρπό, και το καλό δένδρο παράγει επίσης καλό καρπό, η μητέρα της αυτοαγαθότητος, η γεννήτρια της αιώνιας καλλονής, πως δεν θα υπερείχε ασύγκριτα κατά την καλοκαγαθία από κάθε αγαθό εγκόσμιο και υπερκόσμιο;

Διότι η δύναμη που καλλιέργησε τα πάντα, ο προαιώνιος και υπερούσιος Λόγος, από ανέκφραστη φιλανθρωπία και ευσπλαχνία γιά χάρη μας θέλησε να περιβληθεί τη δική μας εικόνα, για να ανακαλέσει τη φύση πού σύρθηκε στον άδη και να την ανακαινίσει, γιατί είχε παλαιωθεί και να την αναβιβάσει προς το υπερουράνιο ύψος της βασιλείας και θεότητός του.

Και βρίσκει αυτήν την αειπάρθενη η οποία υμνείται από μας σήμερα που γιορτάζουμε την παράδοξη είσοδό της στα άγια των αγίων και την εκλέγει ανάμεσα από όλους ανά τους αιώνες εκλεκτούς και θαυμαστούς και περιβόητους για την ευσέβεια και σύνεση και σε λόγια και σε έργα.

Ήταν αδύνατο η υψίστη και υπεράνω του νου καθαρότης, ο σαρκωθείς Λόγος, να ενωθεί με μολυσμένη φύση, γιατί ένα μόνο πράγμα είναι αδύνατο στο θεό, το να έλθει σε ένωση με ακάθαρτο, πριν αυτό καθαρισθεί. Γι' αυτό και χρειαζόταν κατ' ανάγκη μια τελείως αμόλυντη και καθαρότατη παρθένο για κυοφορία και γέννηση εκείνου που είναι και εραστής της και δοτήρας της καθαρότητας, η οποία και προορίσθηκε και φανερώθηκε και τό σχετικό με αυτήν μυστήριο τελέσθηκε, με πολλά παράδοξα γεγονότα.

Πρώτα η γέννησή της από το ζεύγος που ζητούσε με άσκηση και προσευχή τη λήξη της ατεκνίας τους και έλαβαν την υπόσχεση και συνέλαβαν τη τωρινή Θεομήτωρα. Και επειδή οι πολυάρετοι γονείς της πέτυχαν το ζητούμενο, έσπευσαν να εκπληρώσουν την προς το Θεό υπόσχεσή τους και μετά τον απογαλακτισμό την οδηγούν στο ιερό του Θεού και στον ιεράρχη που ευρίσκετο εκεί, αλλά και αυτή μόνη της με ελεύθερη γνώμη προσήλθε στο Θεό και διέμενε στα άγια των αγίων. Τρεφόταν δε από πάνω με άγγελο με απόρρητη τροφή που δυνάμωνε καλύτερα τη φύση της και τελειοποιούσε τον εαυτό της κατά το σώμα, ώστε το κατάλληλο καιρό να ανοιχθούν οι ουράνιες μονές και να δοθούν για αιώνια κατοίκηση σε όσους πιστεύουν στη παράδοξη γέννα της.

Έχοντας πλέον από τη μητρική ακόμη κοιλιά τέτοια θεία χαρίσματα και φυσικά δώρα, δεν δέχθηκε ούτε καμιά άλλη επίκτητη φύση (διότι έτσι νομίζω ότι πρέπει να ονομάζουμε τα από τους δασκάλους αποκτήματα) να εισφέρει μέσα της φοιτώντας σε δασκάλους. Αντίθετα, αφού παρέδωσε στο Θεό τον ηγεμονικό νου ως υπήκοο σε όλα, εγκατέλειψε δε τελείως τα διδάγματα των ανθρώπων και έτσι δέχθηκε άφθονη την από τα άνω σοφία, στο σημείο της ηλικίας που οι γονείς τοποθετούν τα παιδιά χωρίς τη θέλησή τους ως νήπια κάτω από τη καθοδήγηση νηπιαγωγού και τα παραδίδουν σε γραμματοδιδασκάλους, αυτή παρακάθεται μαζί με το Θεό σε άγια άδυτα σαν θεσπέσια ανάκτορα, ως βασιλικός έμψυχος θρόνος ανώτερος από κάθε έδρα, στολισμένος ολόκληρος με αρετές που πρέπουν σε τέτοιο βασιλέα που κάθεται σε αυτόν.

Μόλις τριών ετών που μόλις είχε αποκοπεί από το θήλασμα και τη δίαιτα της αγκαλιάς δείκνυε το πρέπον σε όσους γνωρίζουν να κρίνουν αλάθευτα. Όταν έφθασε κοντά στα πρόθυρα του ιερού, ενώ νεάνιδες ευγενείς ντυμένες επάξια προς το γένος τους την περιστοίχιζαν κρατώντας λαμπάδες και έτσι με επισημότατη πομπή την προέπεμπαν με ευταξία προς το εσωτερικό, σε αυτό το σημείο φάνηκε ότι αισθανόταν καλύτερα από όλους όσα συμβαίνουν και πρόκειται να της συμβούν. Σεμνή τότε και χαρούμενη και θαυμαστή με το κατάλληλο παράστημα και ήθος και φρόνημα προχωρούσε και έρχεται σε συνάντηση με τον αρχιερέα.

Και αμέσως εγκατέλειψε όλους γονείς, τροφούς, συνομήλικες και αποχωρίσθηκε από τους συναγμένους, μόνη εντελώς, χαρούμενη προχωρεί στον αρχιερέα ο οποίος την εισήγαγε στα άγια των αγίων και έπεισε όλους τους τότε ζώντας να δέχονται το γεγονός αυτό, με τη σύμπραξη και τη συναπόφαση του Θεού. Διότι επρόκειτο να γίνει σκεύος εκλογής, όχι όπως η κιβωτός γεμάτο σκιές και τύπους, αλλά γεμάτο αλήθεια, για να βαστάσει κυοφορώντας εκείνον τον ίδιο, του οποίου το όνομα είναι θαυμαστό. Τι σπουδαίο θαύμα;

Ας δούμε λοιπόν, πως τίθεται τέλος στους τύπους, πως πάνω σε εκείνη ακριβώς τη σκιαγραφία τελετουργείται η μορφή της αλήθειας. Εισήλθε στα πρόσκαιρα άγια των αγίων η παντοτινή αγία των αγίων. Εισήλθε η αχειροποίητη σκηνή του Λόγου, η λογική και έμψυχη κιβωτός του άρτου της ζωής που αληθινά αποστάλθηκε σε εμάς από τους ουρανούς. Εισήλθε η βίβλος της ζωής, που δεν δέχθηκε τύπους λόγου, αλλά τον ίδιο το Λόγο του Πατρός απορρήτως. Σε αυτήν την αληθινή κιβωτό παρίστανται όχι οι τύποι των αγγέλων, αλλά οι ίδιοι οι άγγελοι και το σπουδαιότερο είναι ότι δεν επεσκίαζαν απλά, αλλά διακονούσαν και υπηρετούσαν στη διατροφή. Διατροφή που δεν είναι δυνατό να πούμε ούτε τι ήταν, τόσο ξεπερνούσε σε θαυμασμό και το πολυθρύλητο εκείνο μάννα.

Ο διακομιστής ήταν καθαρό σύμβολο της αγγελικής πολιτείας της Παρθένου σε αυτό το στάδιο της ηλικίας την υπηρετούσε συνεχώς και δεν την επεσκίαζε, υποσχόμενος σε αυτήν το μελλοντικό μεγαλείο. Αυτήν άλλωστε πρόκειτο να επισκιάσει, όχι άγγελος ούτε αρχάγγελος ούτε τα ίδια τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ, αλλά η ίδια η ενυπόστατη δύναμη του Υψίστου. Τούτο μάλιστα δεν είναι επισκίαση αλλά καθαρά ένωση, όχι μόνο στη γαστέρα αλλά και μόρφωση. Και το μορφωμένο από τα δύο, δηλαδή από τη δύναμη του Υψίστου και στη παναγία και παρθενική εκείνη γαστέρα ήταν ο Λόγος Θεού σαρκωμένος.

Πω πω, σε ποιό βάθος μυστηρίου κατεβάσαμε το λογο! Και έτσι ζούσε λοιπόν σαν στο παράδεισο, βίο απαράσκευο, αφρόντιστο, αμέριμνο, αμέτοχο αγενών παθών, ζώντας μόνο για το Θεό, βλεπόμενη μόνο από το Θεό, τρεφόμενη μόνο από το Θεό και γενικά αφιερωμένη συνεχώς στο Θεό.

Ζούσε την ιερά ησυχία, τη στάση του νου και του κόσμου, τη λησμονιά των κάτω, την μύηση των άνω, την απόθεση των νοημάτων προς το καλύτερο, δια της παιδείας από την ησυχία που θεωρούμε μέσα το Θεό. Αφού λύθηκε από κάθε υλικό δεσμό ανυψώθηκε πάνω και από αυτή τη συμπάθεια προς το σώμα της, σύνηψε το νου της με τη προς τον εαυτό στροφή και προσοχή και με τη αδιάλειπτο θεία προσευχή. Και δι' αυτής ερχόμενη τελείως στον εαυτό της και υπερβαίνοντας το πολύμορφο συρφετό των λογισμών, διέκρινε νέα και απόρρητη οδό στους ουρανούς, που θα την έλεγα νοητή σιγή.

Αφού έτσι μυήθηκε στα ανώτατα μυστήρια με αυτές τις ακρότατες θεωρίες και κατά το τρόπο αυτόν ενώθηκε και αφομοιώθηκε με το Θεό, μόνη αυτή στους αιώνες επετέλεσε αυτή την υπερφυά πρεσβεία για χάρη μας και μόνη της την αποπεράτωσε, πραγματοποιώντας το μέγα και το πάνω από το μέγα κατόρθωμα. Διότι δεν έγινε μόνο καθ' ομοίωση Θεού, αλλά και έκαμε το Θεό καθ' ομοίωση ανθρώπου. Και δεν το έκανε αυτό πείθοντάς τον, αλλά και τον κυοφόρησε ασπόρως και τον γέννησε αφράστως, κατά την χάρη από το Θεό (γι' αυτό και προσαγορεύθηκε από τον αρχάγγελο, κεχαριτωμένη).

Ποιος μπορεί να περιγράψει τα μεγαλεία σου, παρθένε; Έγινες Θεομήτωρ, ένωσες το νου με το Θεό, ένωσες το Θεό με τη σάρκα, έκανες το Θεό υιό ανθρώπου και τον άνθρωπο υιό Θεού, συμφιλίωσες τον κόσμο με τον ποιητή του κόσμου. Μας δίδαξες με έργα ότι το θεωρείν δεν προσγίνεται μόνο με αίσθηση ή και λογισμό στους πραγματικούς ανθρώπους (διότι τότε θα ήσαν λίγο μόνο καλύτεροι από τα άλογα), αλλά πολύ περισσότερο με τη κάθαρση του νου και τη μέθεξη της θείας χάριτος, κατά την οποία εντρυφούμε στα θεοειδή κάλλη όχι με λογισμούς, αλλά με άυλες επαφές. Έκαμες τους ανθρώπους ομοδίαιτους με τους αγγέλους, ή μάλλον αξίωσες και μεγαλύτερων βραβείων, αφού συνέλαβες από το άγιο Πνεύμα θεανδρική μορφή και την γέννησες παράδοξα και κατέστησες την ανθρώπινη φύση απορρήτως συμφυή και, θα λέγαμε, ομόθεη με τη θεία φύση.

Ας φυλάττουμε επομένως τη προς το Θεό και προς αλλήλους ενότητα, που έχει εντυπωθεί σ' εμάς από το Θεό θείως, δια των δεσμών της αγάπης. Ας βλέπουμε πάντοτε προς τον άνω γεννήτορα. Ας υψώσουμε άνω προς αυτόν τη καρδιά μας. Ας παρατηρήσουμε το μέγα τούτο θέαμα, τη φύση μας να συνδιαιωνίζει αύλως με το πυρ της Θεότητος, και, αποβάλλοντας τους δερμάτινους χιτώνες, που έχουμε ενδυθεί από τη παράβαση, ας σταθούμε σε αγία γη, αναδεικνύοντας ο καθένας μας τη δική του γη αγία δια της αρετής και της προς το Θεό σταθερής αφοσιώσεως, να φωτισθούμε και φωτιζόμενοι να συνδιαιωνίσουμε σε δόξα της τρισηλίας Θεότητος που πρέπει κάθε δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνηση τώρα και στους ατέλειωτους αιώνες. Γένοιτο...».

(απόσπασμα από τις Πατερικές εκδόσεις
«Γρηγόριος ο Παλαμάς», τόμος 11ος).

Πηγή: http://www.xfe.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=380

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

Η Μισή Νίκη



Ιωάννης της Κλίμακος επισημαίνει: Η ποιότητα της προσευχής μας, η διάθεση και ο πόθος μας για προσευχή, ο κόπος και η προσπάθεια μας για προσευχή, είναι ο καθρέπτης της πνευματικής μας προκοπής· είναι φανέρωση του βαθμού της πνευματικής μας προόδου· είναι αποκάλυψη της πνευματικής μας καταστάσεως.

Βέβαια δεν είναι και τόσο εύκολα και άπλα τα πράγματα αυτά.

* * *

Ερώτησαν κάποτε εναν έμπειρο αγωνιστή της προσευχής, τον αββά Αγάθωνα:

-Ποιά είναι η πιο δυσκολοκατόρθωτη αρετή;

Και απάντησε:-Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ.

Η προσευχή χρειάζεται αγώνα ως την στερνή μας πνοή. Διότι πάντα, όταν ο άνθρωπος θέλει να προσευχηθεί, προσπαθούν οι δαίμονες να τον αποτρέψουν. Επειδή η προσευχή είναι το αποτελεσματικώτερο όπλο μας κατά του διαβόλου· επειδή η προσευχή τον κατακαίει· επειδή εξουδετερώνει τις παγίδες του. Γι΄ αυτό μας πολεμά ιδιαίτερα σ΄ αυτό το θέμα. Γι΄ αυτό προσπαθεί να την ματαιώσει με ποικίλους πανούργους τρόπους και μεθοδεύσεις,

* * *

Χαρακτηριστικά ο μακαριστός π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος εδίδασκε:

-Μη αμελείτε ΠΟΤΕ την προσευχή. Στο τραπέζι, το πρωί, το απόγευμα, το βράδυ. Ιδιαιτέρως μη παραλείπετε ΤΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ. Για κανένα λόγο. Όσο απασχολημένοι και κουρασμένοι κι αν είσθε. Είναι ζήτημα αυτοθυσίας, και κυρίως αγάπης. Όταν σας τηλεφωνήσει πολύ αργά τη νύκτα κάποιο αγαπητό σας πρόσωπο, πώς, παρά την κούρασή σας, αγκιστρώνεστε στο ακουστικό και μάλιστα κάποτε μια και δυο ώρες, χωρίς να δυσανασχετείτε, αλλά αντίθετα χαίρεσθε;

Διηγούνται για τον ίδιο ότι συνέβαινε πολλές φορές μετά από μια εξαντλητικά κοπιαστική ήμερα, λόγω κυρίως πολύωρης εξομολογήσεως, να ανεβαίνει με πολλή δυσκολία τα σκαλοπάτια για το δωμάτιο του κρατώντας τα κάγκελα της σκάλας. Και έλεγε:

Μου ψιθύριζε τότε ο πονηρός στο αυτί:

-Τώρα είσαι κουρασμένος. Γιατί να κάνεις το απόδειπνο; Δεν θα καταλάβεις τίποτε, θα το κάνεις μηχανικά,

Κι’ εγώ απαντούσα:

-Αν δεν το κάμω καθόλου, θα είναι όλη η νίκη δική σου. Αν το κάμω όμως, έστω και μηχανικά, η μισή νίκη θά είναι δική μου.

Και το έκανα (Υποθήκες ζωής, σελ. 53).

* * *

Ας μάθωμε και εμείς να ποθούμε και να επιδιώκουμε για τον εαυτό μας έστω και «μισές» νίκες.

Και μην ξεχνάμε ποτέ, ότι

έτσι αρχίζει η πάλη κατά του διαβόλου·

και έτσι θα συνεχίζεται μέχρι τέλους της ζωής μας.



(Αρχιμ. Σάββα Δημητρέα, Δίδαξόν με τα δικαιώματά σου, Εκδ. Ι. Μ. Προφήτου Ηλιού, σ. 56)

Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/2009/05/27/%CE%B7-%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%B7-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B7/

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Εορτάζει 13 Νοεμβρίου)




Η παλάμη του Αγίου Χρυσοστόμου (1600 χρόνια μετά)






Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, οικουμενικός διδάσκαλος και άγιος της Χριστιανικής Εκκλησίας, είναι ένα από τα πιο μεγάλα ιστορικά πρόσωπα που έζησαν επί γης.

Φωτισμένος από τον πάνσοφο Θεό, άνθρωπος χαριτωμένος με σπάνιες αρετές, προικισμένος με θαμαστή ρητορική δύναμη, παραμένει σαν παράδειγμα υψηλό αγωνιστή που πολέμησε θαρρετά το κακό κι έδειξε απεριόριστη επιθετικότητα μαζί και ακατάβλητη ηθική αντίσταση.

Ο Ιωάννης γεννήθηκε το 354 μ.Χ. στην Αντιόχεια της Συρίας από χριστιανούς γονείς, το Σεκούνδο και την Ανθούσα. Ο πατέρας του Ιωάννου, ανώτερος αξιωματικός στη Συρία, πέθανε λίγους μήνες μετά τη γέννηση του Ιωάννου. Η Ανθούσα ήταν τότε είκοσι ετών περίπου, κι αφοσιώθηκε στο παιδί της. Είναι εκείνη που έκανε το Λιβάνιο, μέγα φιλόσοφο και διδάσκαλο της εποχής εκείνης, ειδωλολάτρη, να πει όταν τη γνώρισε: «Αλίμονο! Τι γυναίκες υπάρχουν στον χριστιανισμό!». Και πραγματικά, τέτοιες μητέρες, με την πίστη και την αγνότητά τους, σήμαιναν το τέλος της θρησκείας των ειδώλων.

Η Ανθούσα ανέθρεψε το παιδί της χριστιανικά, κι οραματιζόταν ν’ αναστήσει την ανδρεία μορφή του ανδρός της σαν μορφωμένο πρότυπο του χριστιανού ανθρώπου. Ο Λιβάνιος ήταν ο διδάσκαλός του στη ρητορική και ο Ανδραγάθιος στη φιλοσοφία. Ο Ιωάννης σπούδασε συνήγορος κι έκανε το επάγγελμα αυτό λίγους μήνες στην Αντιόχεια, μ’ επιτυχία αφού «ήταν δεινός στο να λέει και να πείθει». Τότε έζησε κοσμική ζωή και γνώρισε τις αδυναμίες και τα πάθη της κοινωνίας. Δεν επηρεάστηκε όμως απ’ αυτά, γιατί η ψυχή του ήταν καλά αγνισμένη από την Ανθούσα, και οι ακτίνες από τον ήλιο του Χριστού φώτιζαν και ζέσταιναν την καρδιά του. Παραιτήθηκε από το επάγγελμα του συνηγόρου, βαφτίστηκε χριστιανός και αποσύρθηκε στην έρημο για έξι χρόνια, προετοιμαζόμενος με την προσευχή και τη μελέτη να υπηρετήσει το λαό του Θεού ως κληρικός.

Το 381 μ.Χ. χειροτονήθηκε διάκονος στην Αντιόχεια και το 386 πρεσβύτερος, όπου και έδρασε για έντεκα χρόνια. Η αγάπη του για τους φτωχούς ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πούλησε ακόμη και τα αντικείμενα του επισκοπικού μεγάρου και κατάργησε τα επίσημα γεύματα, για να υποστηρίξει τη φτωχολογιά της πόλης. Στις 15 Δεκεμβρίου του 397 μ.Χ. χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινούπολης, ενώ η ενθρόνισή του έγινε μ’ επίσημη τελετή στις 26 Φεβρουαρίου του 398 μ.Χ..

Ο Ιωάννης αναδείχθηκε μέγας οργανωτής του εκκλησιαστικού και του κοινωνικού έργου. Μ’ εκλεκτό επιτελείο από μαθητές και μαθήτριες, με προσωπικό κόπο αφάνταστα μεγάλο, με πίστη στον Χριστό κι αγάπη για τους ανθρώπους, βάλθηκε να εξυγιάνει κάθε νοσηρό, να δυναμώσει κάθε ανίσχυρο, να διαδώσει το Χριστιανισμό στους εθνικούς και να επαναφέρει τους πιστούς στην απλότητα και την καθαρότητα του πρώτου χριστιανικού αιώνος. Βαθύς ανατόμος της ψυχής του ανθρώπου, γνώστης των παθών της κοινωνίας, ζηλωτής του Χριστού, πήρε τη μάχαιρα του λόγου και της εξουσίας που του χάρισε ο Θεός και χτυπούσε ζωηρά κάθε κακό. Με πόνο και μ' αγάπη, αλλά και με θάρρος αδίστακτο. Τα κηρύγματά του τα παρακολουθούσε πλήθος κόσμου, Χριστιανοί και Ιουδαίοι, πολλές φορές και εθνικοί, κι ήταν τόσο το ενδιαφέρον και ο ενθουσιασμός, που πολλές φορές το πλήθος ξεσπούσε σε χειροκροτήματα. Μιλάει γλυκά, απαλά για τους ανθρώπινους πόνους, αλλά κι αυστηρά για τα πάθη τα ανθρώπινα. Ελέγχει και καταδικάζει με γλώσσα ωμή κάθε αμαρτία, με σχήματα ρητορικά που πηγάζουν χωρίς επιτήδευση από το θεόδοτο τάλαντό του, κι αυτά που λέει τα στηρίζει στην απλή λογική αλλά και στη Γραφή, στην Παλαιά και την Καινή, ιδιαίτερα στα κείμενα του Παύλου, που συχνά προστρέχει σ’ αυτόν με βαθιά σκέψη και θαυμασμό.

Μιλάει σε τακτικές μέρες κι εξαντλεί το θέμα του σε σειρές από λόγους, μιλάει σ’ ευκαιρίες που παρέχονται ξαφνικά και τότε πιο πολύ φανερώνει το θείο του χάρισμα, μιλάει σε μνήμες αγίων, σε εορτές, σε γεγονότα. Ερμηνεύει τη Γραφή, συνθέτει πραγματείες πάνω σε πολλά θέματα του εκκλησιαστικού και του κοινωνικού βίου. Και πάντοτε δίνει στο λόγο του το άρωμα της μεγάλης χριστιανικής αρετής, της αγάπης. Η αγάπη στο Θεό και στον συνάνθρωπο είναι που κινεί τη σκέψη και το χρυσό στόμα του.

Όμως, τα μέτρα που έλαβε και η αυστηρή γλώσσα που μεταχειρίσθηκε, έφεραν αντίδραση. Ο Χρυσόστομος δεν κολάκευε, δε μιλούσε για να ‘ναι ευχάριστος. Θεωρούσε επικίνδυνο το «προς χάριν δημηγορείν». Ξεκινούσε από τη σωστή άποψη ότι οι πληγές πρέπει να ξεγυμνώνονται για να θεραπευθούν κι αυτό δεν ήταν αρεστό σ’ εκείνους που τα καυτερά λόγια που έλεγε ή τα μέτρα που έπαιρνε, έφερναν ταραχή στη βουρκιασμένη ζωή τους ή και ζημία σ’ όσους δεν αποφάσιζαν να διορθωθούν. Το πλήθος άκουγε με συντριβή κι όσο κι αν ταρασσόταν, αναγνώριζε την ανάγκη να μετανοήσει και πικραινόταν που το ξυπνούσε από της αμαρτίας τη νάρκη. Όμως άτομα πολλά δεν ένιωθαν και δεν φέρνονταν έτσι κι αντιδρούσαν βίαια, κρυφά ή φανερά.

Έτσι βγήκε αυτοκρατορική διαταγή ν’ αναχωρήσει από την πρωτεύουσα. Κρυφά, για να μη γίνουν άλλες ταραχές, παραδόθηκε στις 20 Ιουλίου του 404 κι οδηγήθηκε στην εξορία του, αφού αποχαιρέτησε συγκινητικά τους κληρικούς και τις διακόνισσες που ήταν γύρω του. Το πλήθος, όταν έμαθε ότι ο Ποιμενάρχης του αναχώρησε, ξέσπασε σ’ εκδηλώσεις οργής, κι έβαλε φωτιά στην Αγία Σοφία και στο μέγαρο της Γερουσίας. Από τότε άρχισε διωγμός εναντίον των φίλων του επισκόπων, που ονομάσθηκαν Ιωαννιταί.

Ο άγιος Ιωάννης, βαθιά θλιμμένος για τον άδικο διωγμό του, αλλά με γαλήνη ψυχής στην ταραχή αυτή, αφέθηκε στα χέρια των εχθρών του, δοξολογώντας το Θεό. Στη Νίκαια της Βιθυνίας παρέμεινε λίγες μέρες. Από εκεί οδηγήθηκε με πολλές ταλαιπωρίες προς την Αρμενία. Εκεί ταλαιπωρήθηκε και στερήθηκε τα πάντα. Δεν υπήρχαν τρόφιμα, δεν είχε καμιά ευκολία, γιατρός δεν βρισκόταν εκεί, το κλίμα ήταν κακό και βαρύ. Ο Ιωάννης αρρώστησε επικίνδυνα δυο φορές. Κοντά στ’ άλλα οι Ίσαυροι έκαναν επιδρομές στην Αρμενία, το χειμώνα του 406 μ.Χ. ο Χρυσόστομος μεταφέρθηκε στο οχυρό της Αραβισσού, την άνοιξη τον γύρισαν πίσω στον Κουκουσό. Στην εξορία του μελετά, προσεύχεται, γράφει επιστολές να ενθαρρύνει τους φίλους του που καταδιώκονταν. Σώζονται πολλές επιστολές του από αυτή την εποχή. Οι πιστοί έρχονται συχνά στον Ιωάννη, να τον δουν, να δείξουν την αφοσίωσή τους, να ευλογηθούν από αυτόν, από τη Βασιλεύουσα, από τις επαρχίες, όλη η Αντιόχεια έρχεται στην Αρμενία.

Η κίνηση αυτή ενοχλεί τους εχθρούς του Χρυσοστόμου. Αποφασίζουν και προκαλούν διαταγή να μεταφερθεί ο εξόριστος πιο μακριά, στην Πιτυούντα, «τόπον πανέρημον», στη θάλασσα του Πόντου. Ο Ιωάννης είναι κουρασμένος και άρρωστος. Είναι στην ηλικία των πενήντα δύο ετών μα η τόσο καταπονημένη ζωή του τον δείχνει γέροντα πολύ. Το «αραχνώδες σωμάτιόν» του φανερώνει τα όρια της αντοχής του εξαντλημένα. Δοξάζει όμως τον Θεό και προχωρεί.

Τρεις μήνες οδοιπορεί μ’ αφάνταστο κόπο. Οι στρατιώτες που τον οδηγούν βιάζονται κι αδιαφορούν που ο Ιωάννης δεν αντέχει, ομολογούν πως έχουν εντολές, ότι αν πεθάνει αυτοί θα προαχθούν. Βρέχει και τρέχουν τα νερά πάνω στο σώμα του αγίου, ύστερα ο ήλιος καίει το γυμνό κεφάλι του.

Στα Κόμανα του Πόντου, κοντά στον τάφο του αγίου Βασιλίσκου, που ήταν επίσκοπος στα Κόμανα κι είχε μαρτυρήσει στο διωγμό του Μαξιμιανού, βλέπει τη νύχτα τον Βασιλίσκο να του λέει: «Θάρρος, αδελφέ Ιωάννη, γιατί αύριο θα είμαστε μαζί».

Ο Ιωάννης πίστεψε στο μήνυμα αυτό και παρακαλούσε τους στρατιώτες την άλλη μέρα να μη φύγουν από κει. Αυτοί τον παίρνουν και προχωρούν. Μα σε λίγες ώρες γύρισαν γιατί η κατάστασή του ήταν βαριά. Εκεί, κοντά στον τάφο του αγίου Βασιλίσκου, κοινώνησε για τελευταία φορά τα άχραντα Μυστήρια, προσευχήθηκε, είπε για τελευταία φορά το «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν, Αμήν» και παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Χριστού. Ήταν 14 Σεπτεμβρίου του 407 μ.Χ.. Πέθανε στα Κόμανα του Πόντου, στο δρόμο της εξορίας του.

Οι εχθροί της εκκλησίας του Χριστού και των αγίων Του, μπόρεσαν κι αυτή τη φορά να νικήσουν. Προσωρινά κι εφήμερα όμως, όπως πάντα, διότι «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής». Διότι ο άγιος Ιωάννης, υπάρχει πάντοτε σαν μεγάλη μορφή και πάντοτε το έργο του θα στέκει αντίθετο στην αμαρτία και στο κακό και θα γίνεται φως στον κόσμο. «Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσιν».

Πηγή: http://www.jesuslovesyou.gr/Biography/John_Chrysostom.htm

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

Άγιος Μηνάς ο Μεγαλομάρτυς (Εορτάζει 11 Νοεμβρίου)



Ο Άγιος Μηνάς θεωρείται από τους ορθόδοξους χριστιανούς προστάτης των γεωργών και των κτηνοτρόφων. Οι μικρασιάτες τον θεωρούσαν προστάτη των ξενιτεμένων τους, ενώ σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας θεωρείται προστάτης των ανύπαντρων γυναικών. Επίσης πολλοί πιστεύουν ότι ο Άγιος Μηνάς βοηθά στην ανεύρεση χαμένων πραγμάτων. Ας δούμε όμως λίγα στοιχεία του βίου του.

Γεννήθηκε στα μέσα με τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. στην Αίγυπτο. Οι γονείς του τον μεγάλωσαν σε ένα ειδωλολατρικό περιβάλλον, όντας και οι δύο ειδωλολάτρες. Ο Άγιος Μηνάς όμως από την εφηβική του ακόμα ηλικία ασπάστηκε τον χριστιανισμό.

Μετά τα εφηβικά του χρόνια εισήλθε στις τάξεις του Ρωμαϊκού στρατού και πιο συγκεκριμένα σε ένα τάγμα ιππικού με έδρα το Κοτυάειον της Μικράς Ασίας (η πόλη αυτή στις μέρες μας ονομάζεται Κιουτάχεια). Οι αρχές του 4ου αιώνα τον βρήκαν να διάγει μια λαμπρή πορεία στις τάξεις του Ρωμαϊκού στρατού λόγω της ανδρείας που τον χαρακτήριζε.

Εκείνο τον καιρό όμως, έφτασαν αυτοκρατορικές διαταγές σύμφωνα με τις οποίες ο στρατός έπρεπε να συλλαμβάνει τους χριστιανούς και να τους κάνει να αλλάξουν πίστη με κάθε μέσο. Αυτό ήταν φυσικά κάτι που δεν μπορούσε να πράξει ο Άγιος Μηνάς και έτσι έθεσε τέλος στην στρατιωτική του καριέρα και κατέφυγε σε ένα βουνό της περιοχής.

Στον άγριο αυτό τόπο ασκήτευσε αφιερώνοντας τον χρόνο του στην προσευχή και στην νηστεία. Έτσι έζησε για ένα αρκετά μακρύ χρονικό διάστημα, έως ότου άφησε τον τόπο που ασκήτεψε και επανήλθε κοντά στους ανθρώπους. Επέλεξε μάλιστα να βρεθεί κοντά τους την ημέρα μιας ειδωλολατρικής εορτής. Στην γιορτή αυτή μίλησε και ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να οδηγηθεί στον διοικητή της πόλης. Στον Πύρρο, έτσι ονομαζόταν ο διοικητής, ομολόγησε για άλλη μια φορά την χριστιανική του πίστη, φανέρωσε το όνομα του καθώς και όσα είχαν προηγηθεί στην ζωή του. Επειδή όπως είπαμε ήταν ημέρα γιορτής, ο Πύρρος διέταξε τη φυλάκιση του Αγίου Μηνά αναβάλλοντας την εξέταση της υποθέσεως για την επομένη ημέρα.

Οι ώρες πέρασαν και ο Άγιος βρέθηκε πάλι ενώπιον του διοικητή με τις κατηγορίες της λιποταξίας από τον Ρωμαϊκό στρατό και την εξύβρισης των θεών (των ειδωλολατρών). Ο Πύρρος στην αρχή προσπάθησε με υποσχέσεις και όμορφα λόγια να κάνει τον Άγιο Μηνά να απαρνηθεί την χριστιανική πίστη. Κατόπιν πέρασε στις απειλές και τέλος, βλέποντας ότι ο Άγιος δεν υποχωρεί, διέταξε τον άγριο βασανισμό του.

Ο Άγιος με την βοήθεια του Χριστού, υπέμεινε φρικτά βασανιστήρια αρνούμενος να αλλαξοπιστήσει. Μην έχοντας πλέον σε κάτι χειρότερο να τον υποβάλει, ο Πύρρος διέταξε τον αποκεφαλισμό του Αγίου Μηνά που έλαβε χώρα στις 11 Νοεμβρίου. Μετά τον αποκεφαλισμό, το σώμα του Αγίου ρίχτηκε στην φωτιά. Από αυτήν μερικοί χριστιανοί έσωσαν ότι πρόλαβαν από το άγιο σώμα του και το έθαψαν κοντά στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπως τους είχε ζητήσει ο Άγιος λίγο πριν θανατωθεί.

Στον τόπο που ενταφιάστηκε χτίστηκε ναός, ενώ με την πάροδο των ετών δημιουργήθηκε εκεί μία μικρή πόλη αφού πλήθος χριστιανών επισκέπτονταν τον Άγιο για να ζητήσουν την βοήθεια του. Πριν αναφέρουμε ένα δυο από τα χιλιάδες θαύματα του Αγίου Μηνά, αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Άγιος παρουσιάζεται στις εικόνες καβάλα σε άλογο και φορώντας στρατιωτική ενδυμασία.

Το πρώτο θαύμα που θα αναφέρουμε, έχει ως εξής: Κάποτε ένας χριστιανός έταξε να προσφέρει σε ένα ναό του Αγίου Μηνά έναν ασημένιο δίσκο. Όντας ευκατάστατος, παρήγγειλε στο εργαστήριο αργυροχοΐας δύο δίσκους – ένα για τον Άγιο και ένα για τον εαυτό του. Όταν παρέλαβε τους δίσκους λοιπόν, ξεκίνησε το ταξίδι του με πλοίο για να πάει να παραδώσει τον δίσκο που είχε τάξει. Παρατήρησε όμως ότι ο δίσκος που προοριζόταν για τον ναό, ήταν πιο λαμπερός και σκέφτηκε να τον κρατήσει για τον εαυτό του. Έτσι έδωσε εντολή στον νεαρό υπηρέτη του να σερβίρει το φαγητό στον όμορφο και λαμπερό δίσκο. Όταν όμως μετά το φαγητό, ο υπηρέτης πήγε να πλύνει τον δίσκο, εκείνος του έπεσε μέσα στην θάλασσα. Φοβούμενος τότε εκείνος την τιμωρία του αφεντικού του, βούτηξε να τον πιάσει και έτσι χάθηκαν στα νερά τόσο ο ασημένιος δίσκος όσο και ο νεαρός υπηρέτης.

Ο χριστιανός μαθαίνοντας τι συνέβη κατάλαβε ότι τιμωρήθηκε για την απληστία του και άρχισε να προσεύχεται στον Άγιο Μηνά και να τον παρακαλεί να βρεθεί η σωρός του υπηρέτη του. Το πλοίο έφτασε στον προορισμό του ενώ ο χριστιανός συνέχιζε τις προσευχές του. Μία δυο μέρες μετά και ενώ συνέχιζε τις προσευχές ο Άγιος έκανε το θαύμα του. Ο νεαρός υπηρέτης εμφανίστηκε. Και όχι μόνο αυτό. Δεν ξεβράστηκε η σωρός του στην ακτή αλλά εμφανίστηκε να βγαίνει από την θάλασσα ζωντανός, κρατώντας μάλιστα τον ασημένιο δίσκο στα χέρια του. Τον ρώτησαν τι συνέβη και τους είπε ότι όταν έπεσε στην θάλασσα, εμφανίστηκαν μπροστά του τρεις ανθρώπινες μορφές. Αυτές τον συνόδευσαν περπατώντας στον βυθό μαζί του μέχρι την στιγμή που βγήκε στην παραλία. Η μία μορφή, δε, φορούσε στρατιωτικά ρούχα. Όλοι κατάλαβαν ότι ο ένας από τους τρεις ήταν ο Άγιος Μηνάς. Οι άλλοι δύο ήταν ο Άγιος Βίκτωρ και ο Άγιος Βικέντιος που εορτάζουν μαζί με τον Άγιο Μηνά στις 11 Νοεμβρίου.

Το δεύτερο θαύμα που θα αναφέρουμε, έλαβε χώρα το 1942 στο Ελ Αλαμέιν. Τον Οκτώβριο του έτους αυτού και λίγο πριν την έναρξη της μάχης στην οποία ηττήθηκε ο Ρόμελ, εμφανίστηκε ένας στρατιωτικός καβάλα σε ένα άλογο στο στρατόπεδο των συμμάχων και εμψύχωνε τους στρατιώτες. Ο Άγιος Μηνάς είχε σταθεί για άλλη μια φορά στο πλευρό αυτών που μάχονταν για τα δίκαια. Είχε δε σταθεί και άλλες φορές στο πλευρό των Ελλήνων και κυρίως στο Ηράκλειο της Κρήτης όπου και είναι ο Πολιούχος και Προστάτης της πόλης και των κατοίκων της.

Η εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη του Αγίου Μηνά στις 11 Νοεμβρίου.

Απολυτίκιο του Αγίου Μηνά:
Στρατείαν κατέλιπες την κοσμικήν, αθλητά, ουράνιονειληφας την κληρουχίαν, Σοφέ, και στέφος αμάραντον, δόξαν αποδιώξας βασιλέως γηϊνου, άθλους δε διανύσας μαρτυρίου γενναίως• διό Μεγαλομάρτυς Μηνά, πρέσβευε σωθήναι ημάς.

Πηγή: http://www.matia.gr/7/72/7203/7203_4_12.html

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (Εορτάζει 10 Νοεμβρίου)


Ο Οσιώτατος Αρσένιος ο Καππαδόκης γεννήθηκε γύρω στα 1840 στα Φάρασα ή Βαρασιό, στο Κεφαλοχώρι των έξι Χριστιανικών χωριών της περιφερείας Φαράσων της Καππαδοκίας. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι σε αρετές και μέτριοι σε αγαθά. Είχαν αποκτήσει δύο αγόρια, τον Βλάσιο και τον Θεόδωρο (τον Άγιον Αρσένιο).

Από μικρή ηλικία έμειναν ορφανά και τα προστάτεψε η θεία τους, αδελφή της μητέρας τους. Ένα θαυμαστό γεγονός που συνέβηκε στα παιδιά και την θαυματουργική διάσωση του μικρού τότε Θεόδωρου από τον Άγιον Γεώργιο που τον έσωσε από βέβαιο πνιγμό, είχεν ως αποτέλεσμα, για τον μεν Βλάσιο να δοθεί με τον δικό του τρόπο στον Θεό, να τον δοξολογεί ως δάσκαλος της Βυζαντινής Μουσικής και κατέληξε αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, για τον Θεόδωρο δε να θέλει να γίνει καλόγερος. Στη συνέχεια μεγαλώνοντας, στάλθηκε στη Νίγδη και μετά στη Σμύρνη όπου τέλειωσε τις σπουδές του.

Στα είκοσι έξι του περίπου χρόνια πήγε στην Ιερά Μονή Φλαβιανών του Τιμίου Προδρόμου όπου αργότερα κάρηκε Μοναχός και πήρε το όνομα Αρσένιος. Δυστυχώς όμως δε χάρηκε πολύ την ησυχία του, διότι εκείνη την εποχή είχαν ανάγκη μεγάλη από δασκάλους και ο Μητροπολίτης Παΐσιος ο Β’, τον χειροτόνησε Διάκο και τον έστειλε στα εγκαταλειμμένα παιδιά. Αυτό φυσικά γινόταν στα κρυφά, με χίλιες δυό προφυλάξεις, για να μη μάθουν τίποτε οι Τούρκοι. Στο τριακοστό έτος της ηλικίας του χειροτονήθηκε στην Καισσάρεια Πρεσβύτερος με τον τίτλο του Αρχιμανδρίτου και την ευλογία ως Πνευματικός.

Άρχισε πια η πνευματική του δράση να γίνεται μεγαλύτερη και να απλώνεται. Με την άφθονη Θεία Χάρη που τον προίκισε ο Θεός θεράπευε τις ψυχές και τα σώματα των πονεμένων ανθρώπων. Είχε πολλή αγάπη στον Θεό και προς την εικόνα Του, διότι, όταν έβλεπε πολύ πόνο και καταπίεση Τουρκική, η αγάπη τον έβγαζε έξω από τον εαυτό του και έξω από το χωριό του και αγκάλιαζε και τα γύρω χωριά. Θεράπευε τον ανθρώπινο πόνο όπου τον συναντούσε σε Χριστιανούς ή Τούρκους. Για τον Άγιον δεν είχε καμιά σημασία, διότι έβλεπε στο πρόσωπό τους, την με πολλή αγάπη πλασθείσα εικόνα του Θεού. Αναρίθμητα είναι τα θαύματα που επετέλεσε ο Άγιος με τη χάρη του Θεού. Στείρες γυναίκες τεκνοποιούσαν, αφού τις διάβαζε ευχή ή έδιδε ‘φυλακτό’ που ήταν ένα κομμάτι χαρτί γραμμένο με κάποιες ευχές που τις έγραψε ο ίδιος. Διάβαζε το Άγιο Ευαγγέλιο σε σοβαρές περιπτώσεις, όπως στους τυφλούς, βουβούς, χωλούς, παραλυτικούς, δαιμονισμένους και γινόντουσαν καλά, μόλις τελείωνε την ανάγνωση. Πολλοί Χριστιανοί και Τούρκοι είχαν θεραπευθεί, αφού πήραν χώμα από το κατώφλι του κελιού του και αναμιγνύοντας το με λίγο νερό το έπιναν, πιστεύοντας ότι θα εθεραπεύοντο και η πίστη τους που είχαν στον Άγιο, έκανε το θαύμα. Χρήματα φυσικά δε δεχόταν ποτέ, ούτε κι έπιανε στα χέρια του. Συνήθιζε να λέγει ‘η πίστη μας δεν πουλιέται’.

Βίωνε ολοκληρωτικά και ‘έπασχε τα Θεία’. Ζούσε με αυταπάρνηση, διότι πολύ πρώτα τον Θεό και μετά την εικόνα Του, τον πλησίον. Αιματηρούς αγώνες και προσπάθειες κατέβαλε για να διατηρήσει τους συγχωριανούς και τους συμπατριώτες του στην πίστη του Χριστού, στην Ορθόδοξη πίστη, για να μην κλονιστούν και αλλαξοπιστήσουν στις χαλεπές εκείνες ημέρες και εποχές, από τις πολλές και διάφορες πιέσεις που δεχόντουσαν από τους Τούρκους, αλλά και από τους διάφορους προβατόσχημους λύκους, τους προτεστάντες, που προσπαθούσαν να λυμάνουν την ποίμνη του Χριστού.

Το κελί του, μικρό, απέριττο, ευρισκόταν μέσα στον κόσμο, αλλά συγχρόνως κατόρθωνε να ζει και εκτός του κόσμου. Σε αυτό, καθώς και για τα Θεία του κατορθώματα, πολύ τον βοηθούσαν οι δύο ημέρες (η Τετάρτη και η Παρασκευή) που έμενε έγκλειστος στο κελί του, προσευχόμενος. Οι οποίες καρποφορούσαν περισσότερο πνευματικά τότε, διότι αγίαζαν και την εργασία των άλλων ημερών. Ώρες έμενε γονατιστός προσευχόμενος στον Θεό για τον λαό Του, που τον είχε εμπιστευθεί στα ασκητικά χέρια του δούλου Του Αρσενίου. Η μεγάλη ευαισθησία Του Αγίου Πατρός δεν άντεχε να κάνει κανένα κακό στην πλάση. Ιδιαίτερα στα ζώα. Ποτέ του δεν κάθησε σε ζώο να το κουράσει, για να ξεκουράσει τον εαυτό του. Προτιμούσε πάντοτε να βαδίζει πεζός και όπως συνήθιζε ξυπόλυτος. Είχε πάντοτε μπροστά του τον Χριστό που ποτέ Του δεν κάθησε σε ζώο – μόνο μια φορά – κι όπως χαρακτηριστικά έλεγε: ‘εγώ που είμαι χειρότερος κι από το γαϊδουράκι, πώς να καθήσω σ’αυτό;’ Για να κρύψει τις αρετές του από τα μάτια των ανθρώπων και να αποφύγει έτσι τους επαίνους, κατάφευγε σ’ ορισμένες ‘ιδιοτροπίες’. Παρουσιαζόταν σαν σκληρός, θυμώδης, οξύθυμος, απόπερνε τις διάφορες γυναίκες, που από αγάπη για αυτόν και ευγνωμοσύνη προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν, με διάφορους τρόπους, να του μαγειρεύουν και να του στέλλουν φαγητό. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε στον πιστό του φίλο και ψάλτη Πρόδρομο τα εξής: ‘Εάν ήθελα να με υπηρετούν γυναίκες, θα γινόμουν έγγαμος ιερεύς και θα με υπηρετούσε παπαδιά. Τον καλόγερο που τον υπηρετούν γυναίκες, δεν είναι καλόγερος’.

Όταν ύψωνε τα χέρια του για να παρακαλέσει για κάτι τον Θεό, άρχιζε να τον παρακαλεί προσευχόμενος και φωνάζοντας, ‘Θεέ μου!’ λες και ξεκοβόταν η καρδιά του εκείνη την ώρα, και θαρρείς πως έπιανε τον Χριστό από τα πόδια και δεν τον άφηνε, εάν δεν του έκανε το αίτημά του. Εμείς όπως έλεγαν οι Φαρασιώτες ‘στην Πατρίδα μας τι θα πει γιατρός, δεν ξέραμε. Στον Χατζεφεντή τρέχαμε. Στην Ελλάδα μάθαμε από γιατρούς, αλλ’ αν τα πούμε στους εντόπιους, τους φαίνονται παράξενα’.

Εκτός από τα άλλα του χαρίσματα είχε και το προορατικό χάρισμα. Είχε πληροφορηθεί από τον Θεό, πώς θα έφευγαν για την Ελλάδα και έγινε στις 14 Αυγούστου του 1924 με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Γνώριζε από προηγουμένως και τον θάνατό του και ότι αυτός θα συνέβαινε σ’ ένα νησί.

Η αγία του μορφή συνέχεια σκορπούσε Χάρη και παρηγοριά. Το πρόσωπό του έλαμπε από την ασκητική γυαλάδα, που έμοιαζε σαν το χρώμα του φτασμένου κυδωνιού. Είχε πια εξαϋλωθεί από τους υπερφυσικούς πνευματικούς αγώνες, που έκανε από αγάπη στον Χριστό, καθώς και από τους πολλούς του κόπους για την αγάπη προς το ποίμνιό του, που το εποίμανε πενήντα χρόνια σαν καλός Ποιμένας.

Τρεις μέρες πριν την εκδημία του ήρθε η Παναγία, τον γύρισε σ’όλο το Άγιο Όρος, τα Μοναστήρια, τους Ναούς που τόσο επιθυμούσε να δει και δεν είχε αξιωθεί, και του είπε ότι σε τρεις ημέρες θα παρουσιαστεί στον Κύριο, που τόσο πολύ αγάπησε και έδωσε όλο του τον εαυτό σ’ Αυτόν. Έφυγε στις 10 Νοεμβρίου το 1924. Με λίγα λόγια αυτός ήταν ο Άγιος Αρσένιος.

Πηγή: http://www.agiosarsenios.com/

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως (Εορτάζει 9 Νοεμβρίου)




Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως γεννήθηκε την Τρίτη 1 Οκτωβρίου του 1846 στην Σηλυβρία της Τουρκοκρατούμενης Θράκης, από ευσεβείς και φτωχούς γονείς -τους Δήμο (Δημοσθένη) και Μπαλού (Βασιλική) Κεφαλά. Ο πατέρας του καταγόταν από τα Ιωάννινα, ναυτικός στο επάγγελμα, και η μητέρα του καταγόταν από την Σηλυβρία. Ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας και είχε πέντε ή έξη αδέρφια: τον Δημήτριο, τον Γρηγόριο, τη Σμαράγδα, τη Σεβαστή, τη Μαριώρα και τον Χαραλάμπη (το όνομα και η ύπαρξη του οποίου εμφανίζονται στην διαθήκη του Αγίου, ενώ κάποιες πηγές τον θέλουν να αντικατέστησε τον Άγιο ως διδάσκαλος στο χωριό Λιθί της Χίου). Κατά την βάπτιση του δε, του δόθηκε το όνομα Αναστάσιος.
Τα πρώτα γράμματα μαζί με χριστιανικές διδαχές τα έλαβε από την μητέρα του. Στη Σηλυβρία τελείωσε το δημοτικό και το σχολαρχείο. Ήταν ένα ευφυέστατο παιδί με πολύ καλή μνήμη, που έδειξε την διδασκαλική και θεολογική του κλίση από πολύ νωρίς. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σε ηλικία μόλις επτά ετών, έραβε φύλλα χαρτιού μεταξύ τους με σκοπό να φτιάξει βιβλία για να γράψει σε αυτά τα λόγια του Θεού, όπως ο ίδιος είπε στην μητέρα του.

Κατόπιν μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε στην αρχή σε καπνοπωλείο, τόσο για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του όσο και για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές του. Εκείνο τον καιρό άρχισε να μελετά και να συλλέγει ρητά και αποφθέγματα Αγίων Πατέρων και κλασικών φιλοσόφων, τα οποία αποτέλεσαν το δίτομο βιβλίο «Ιερών και φιλοσοφικών λογίων θησαύρισμα», που εξέδωσε το 1895. Τα συγκέντρωνε όχι μόνο για δική του χρήση αλλά και για να μπορέσει να τα μεταφέρει στους συνανθρώπους του και να τους ωφελήσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πλευράς του χαρακτήρα του είναι ότι έγραφε κάποια από αυτά τα γνωμικά στις χάρτινες καπνοσακούλες του καπνοπωλείου, ώστε να τα διαβάσουν και να ωφεληθούν όσοι τις χρησιμοποιούσαν. Η πρακτική αυτή δε, έλυνε και το πρόβλημα της δημοσίευσης τους από εκείνον, ελλείψει χρηματικών πόρων.
Πριν ακόμα συμπληρώσει το 20ο έτος της ηλικίας του, προσελήφθη ως παιδονόμος στο, εν Κωνσταντινούπολη, σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου (διευθυντής του σχολείου αυτού ήταν ο θείος του -από την πλευρά της μητέρας του- Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης) όπου συνέχισε τις σπουδές του, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν διδάσκοντας τις μικρότερες τάξεις.
Την ίδια περίοδο έλαβε χώρα και το πρώτο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου. Ενώ βρισκόταν σε ιστιοφόρο και ταξίδευε για να πάει από την Κωνσταντινούπολη στην ιδιαίτερη πατρίδα του -για να εορτάσει μαζί με την οικογένεια του τα Χριστούγεννα- έπιασε μεγάλη τρικυμία. Με την παραίνεση και τις προσευχές όμως του Αγίου, το πλοίο κατάφερε να φτάσει στον προορισμό του και έτσι γλύτωσαν την ζωή τους οι συνεπιβάτες του και φυσικά ο ίδιος.

Μετά την Κωνσταντινούπολη ήρθε η σειρά της Χίου να φιλοξενήσει τον «Άγιο του 20ου αιώνα». Στην αρχή εργάστηκε ως δημοδιδάσκαλος στο χωριό Λιθί, ενώ παράλληλα κήρυττε σε Ιερούς ναούς της περιοχής.
Μετά την πάροδο επτά ετών, εισήλθε ως δόκιμος μοναχός στην «Νέα Μονή», της Χίου, σε ηλικία 27 ετών. Τρία χρόνια αργότερα έγινε μοναχός (στις 7 Νοεμβρίου 1876) και έλαβε το όνομα Λάζαρος, ενώ άρχισε να εργάζεται ως γραμματέας του μοναστηριού. Λίγους μήνες αργότερα (στις 15 Ιανουαρίου 1877) χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο. Κατά την χειροτονία του, ήταν που έλαβε το όνομα Νεκτάριος.

Το ίδιο έτος (1877) έφυγε από την Νέα Μονή με άδεια και πήγε στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι τα έξοδα των σπουδών του αυτών, κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη -ο Ιωάννης και ο Δημοσθένης Χωρέμης. Στο νησί της Χίου επέστρεψε μετά από τρία έτη, έχοντας στις αποσκευές του το πτυχίο του Γυμνασίου.

Στα τέλη Σεπτέμβρη του 1882 μετέβη στην Αλεξάνδρεια όπου παρουσιάστηκε στον Πατριάρχη Σωφρόνιο και του εξέθεσε την επιθυμία του να συνεχίσει τις σπουδές του, δίνοντας του και μια συστατική επιστολή από τον Ηγούμενο της Νέας Μονής, Νικηφόρο. Ο Σωφρόνιος όντως τον βοήθησε (αναλαμβάνοντας το Πατριαρχείο τα ένα μέρος από τα έξοδα των σπουδών, τα υπόλοιπα τα κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη) θέτοντας του όμως ως όρο μετά το πέρας των σπουδών του, να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια και να εργαστεί για το Πατριαρχείο.

Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος, πήρε για άλλη μια φορά τον δρόμο για την Αθήνα όπου γράφτηκε στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε τρία χρόνια αργότερα. Στην Θεολογική Σχολή διδάχθηκε: Δογματική, Ηθική, Παλαιά Διαθήκη, Εβραϊκά, Καινή Διαθήκη, Ποιμαντική, Πατρολογία, Χριστιανική Αρχαιολογία, Κατηχητική, Συμβολική και Ιστορία Δογμάτων. Την περίοδο των σπουδών του υπηρέτησε ως διάκονος στους ναούς: της Αγίας Ειρήνης (Αιόλου), της Παντάνασσας (Μοναστηράκι) και στου Αγίου Νικολάου (Πευκάκια).

Ήταν τέλη του 1885 ή αρχές του 1886 όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια έχοντας τελειώσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή Αθηνών. Φτάνοντας εκεί ανέλαβε αμέσως καθήκοντα ιεροκήρυκα. Στις 23 Μαρτίου του 1886 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στον Ναό του Αγίου Σάββα από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας, ενώ τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου ανήλθε στο αξίωμα του Αρχιμανδρίτη. Εργάστηκε ως γραμματέας του Πατριαρχείου και κατόπιν ως Πατριαρχικός Επίτροπος στο Κάιρο.

Τον Ιανουάριο του 1889 ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, αναγνωρίζοντας την αξία του Αγίου και βλέποντας την αγάπη με την οποία τον περιέβαλαν οι πιστοί, τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Πενταπόλεως. Ο Άγιος ασκούσε τα καθήκοντα του με ζήλο και υποδειγματικό τρόπο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το ποίμνιο του να τον αγαπά όλο και περισσότερο, ενώ -στον αντίποδα- κάποιοι στο Πατριαρχικό περιβάλλον άρχισαν να τον συκοφαντούν -ζήλευαν την αγάπη που του είχαν οι χριστιανοί αλλά και το μεγαλείο του χαρακτήρα του.

Οι συκοφάντες έριξαν τους σπόρους τους, κι εκείνοι βρήκαν γόνιμο έδαφος στον υπερήλικο Πατριάρχη και φύτρωσαν. Αποτέλεσμα; Να αφαιρεθούν από τον Άγιο Νεκτάριο τα αξιώματα του, και να του επιτραπεί μόνο να διαμένει στο δωμάτιο του, χωρίς να μπορεί να κινείται στην περιοχή του Καΐρου και στις γύρω κωμοπόλεις. Οι συκοφάντες όμως δεν έμειναν ικανοποιημένοι. Συνέχισαν το βδελυρό τους έργο και έτσι, στις 11 Ιουλίου του 1890 εξεδόθη από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας «απολυτήριο», με το οποίο υποχρέωναν τον Άγιο να εγκαταλείψει την Αίγυπτο, παρόλο που εκείνος είχε συμμορφωθεί απόλυτα και χωρίς διαμαρτυρίες στις εντολές του Σωφρόνιου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το «απολυτήριο» δεν ήταν σύμφωνο με τους κανόνες της Εκκλησίας -δεν είχε γίνει εκκλησιαστική δίκη- αλλά και δεν του καταβλήθηκαν οι μισθοί που του χρωστούσε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας από την μέρα που χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως έως και την ημέρα που τον ανάγκασαν να αποχωρήσει από την Αίγυπτο.

Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος πήρε για τρίτη φορά τον δρόμο για την Αθήνα. Οι συκοφάντες είχαν πετύχει το στόχο τους.

Από την στιγμή που έφτασε στην ελληνική πρωτεύουσα, άρχισε να αναζητά κάποια θέση που θα του επέτρεπε να προσφέρει ξανά τις υπηρεσίες του στους ανθρώπους. Μετά από ένα χρόνο -δύσκολο λόγω της άσχημης οικονομικής του κατάστασης- διορίστηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος ιεροκήρυκας Ευβοίας, στις 15 Φεβρουαρίου του 1891. Κοντά στους εκεί χριστιανούς έμεινε δυόμιση χρόνια, έως τον Αύγουστο του 1893, όπου μετατέθηκε στο νομό Φθιώτιδος και Φωκίδος. Στην νέα του θέση παρέμεινε μόλις μισό χρόνο.

Το ήθος του, ο εξαίσιος χαρακτήρας του, η ευσέβεια του, αλλά και οι πράξεις του, έκαναν το ποίμνιο του να τον αγαπά σαν πατέρα και την φήμη του να εξαπλώνεται συνεχώς. Όταν αυτή η φήμη έφτασε στα αρμόδια "αυτιά", στην Αθήνα, αποφασίστηκε ο Άγιος Νεκτάριος να διοριστεί διευθυντής της Ριζαρείου σχολής, πράγμα που έγινε τον Μάρτιο του 1894.

Στην διεύθυνση της Ριζαρείου παρέμεινε για 14 ολόκληρα χρόνια. Στο διάστημα αυτών των ετών έδωσε νέα πνοή στο ίδρυμα και βοήθησε στην εκπαίδευση και την ανάδειξη πλήθους κληρικών και επιστημόνων. Παράλληλα συνέχισε -με μεγαλύτερη μάλιστα ένταση- το συγγραφικό του έργο. Μια ασχολία που τον συνόδευε από τα νεανικά του χρόνια και που χάρισε σε εμάς πνευματικούς θησαυρούς γεννημένους στο μυαλό και την ψυχή του Αγίου Νεκταρίου.

Τις περισσότερες ώρες της ημέρας εργαζόταν για τις ανάγκες της σχολής και τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του τον μοίραζε στην προσευχή, στην μελέτη, στην συγγραφή και στην αγαπημένη του ασχολία: την φροντίδα λουλουδιών και δέντρων.

Κατά την διάρκεια των θερινών διακοπών της σχολής, το καλοκαίρι του 1898, ο Άγιος Νεκτάριος επισκέφθηκε το Άγιο Όρος, όπου και περιόδευσε στις εκεί μονές για σχεδόν δύο μήνες. Στο διάστημα αυτό μελέτησε εκτενώς τα χειρόγραφα στις βιβλιοθήκες των μονών, προς αναζήτηση υλικού για τις επιστημονικές εργασίες του.

Παράλληλα με τα καθήκοντα του διευθυντού της Ριζαρείου, αναλαμβάνει και φιλανθρωπική δράση συνδράμοντας όσους είχαν ανάγκη σε πνευματικό και υλικό επίπεδο. Η έντονη σωματική και πνευματική δράση εκείνων των ετών, έδρασε αρνητικά την υγεία του Αγίου, ο οποίος αρρώσταινε όλο και πιο συχνά. Τότε ήταν που στο μυαλό του γεννήθηκε η ιδέα της επιστροφής στον μοναστικό βίο και ζήτησε από την Νέα Μονή Χίου το απολυτήριο του, ώστε να μπορέσει να μονάσει όπου ήθελε. Το εν λόγω απολυτήριο εστάλη από την Νέα Μονή στον Άγιο Νεκτάριο στις 24 Νοεμβρίου του 1900.

Όταν κάποια στιγμή ο Άγιος γνωρίστηκε με την Χρυσάνθη Στρογγυλού (μετέπειτα Ηγουμένη Ξένη), μια τυφλή και ευσεβή γυναίκα, μπήκε το πρώτο λιθαράκι για την δημιουργία της μονής στην Αίγινα. Η Χρυσάνθη μαζί με μερικές ακόμα γυναίκες επιθυμούσαν να μονάσουν και αναζητούσαν ένα πνευματικό οδηγό, τον οποίο βρήκαν στο πρόσωπο του Αγίου Νεκταρίου. Με παραίνεση του άρχισαν να αναζητούν τόπο για την δημιουργία ενός μοναστηριού, και τελικά κατέληξαν σε μια ερειπωμένη μονή -αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και διαλυμένη από το 1834 με διάταγμα των Βαυαρών- στην Αίγινα. Όταν επισκέφθηκε και ο Άγιος τον τόπο εκείνο, αποφασίστηκε να επισκευαστούν τα παλαιά κτήρια της μονής και να ξανατεθεί το μοναστήρι σε λειτουργία. Οι εργασίες για τον σκοπό αυτό ξεκίνησαν το 1904, η δε μονή θα ήταν αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα. Ο Άγιος από την Αθήνα -ήταν ακόμα διευθυντής στην Ριζάρειο- καθοδηγούσε τις μοναχές και όποτε έβρισκε χρόνο επισκεπτόταν την μονή στην οποία έμελλε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Μετά από τέσσερα χρόνια, έχοντας πλέον αποφασίσει να αποσυρθεί στο μοναστήρι της Αίγινας και να ασχοληθεί με την οργάνωση του και την πνευματική καθοδήγηση των καλογριών που το στελέχωναν, υπέβαλε την παραίτηση του στο διοικητικό συμβούλιο της Ριζαρείου στις 7 Φεβρουαρίου του 1908. Η παραίτηση έγινε δεκτή από το συμβούλιο, το οποίο τον συνταξιοδότησε -ως ελάχιστη αναγνώριση του έργου του- με το σημαντικό για την εποχή ποσό, των 250 δραχμών το μήνα.
Στη μονή εγκαταστάθηκε μετά το Πάσχα του ιδίου έτους, μιας και παρέμεινε στην θέση του διευθυντή της Ριζαρείου μέχρι να βρεθεί αντικαταστάτης.

Με δικά του έξοδα έκτισε μια μικτή οικία, πλησίον αλλά εκτός της μονής, στην οποία θα κατοικούσε. Αξιοσημείωτο είναι ότι έλαβε ενεργά μέρος στο κτίσιμο, κουβαλώντας χώμα ή λάσπη και σκάβοντας, βοηθώντας τους τεχνίτες. Ποτέ, σε όλη του τη ζωή, δεν θεώρησε κάποια εργασία ανάξια του. Πάντα έκανε ότι περνούσε από το χέρι του, με ιδιαίτερη χαρά, ζήλο και ταπεινοφροσύνη!

Μια υπόθεση στην οποία αφιέρωσε κόπο και χρόνο ήταν αυτή της επίσημης αναγνώρισης της Μονής από την Εκκλησία της Ελλάδος. Αναγνώριση που τελικά επιτεύχθηκε τέσσερα χρόνια μετά την κοίμηση του, και ανακοινώθηκε στις μοναχές με επιστολή του Αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου, στις 15 Μαΐου του 1924.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Άγιος Νεκτάριος έπασχε από χρόνια προστατίτιδα, η οποία του δημιουργούσε αφόρητους πόνους. Τελικά συμφώνησε στις συστάσεις των γιατρών και ήρθε στην Αθήνα στο Αρεταίειο νοσοκομείο. Εκεί νοσηλεύτηκε -στον 2ο θάλαμο του 2ου ορόφου (ήταν θάλαμος Γ θέσης: απορίας)- για δύο σχεδόν μήνες. Στο πλευρό του, καθ' όλη την διάρκεια της νοσηλείας του, ήταν συνεχώς -και εναλλάσσονταν σε βάρδιες- οι μοναχές Ευφημία και Αγαπία. Τελικά γύρω στα μεσάνυχτα της 8ης προς 9ης Νοεμβρίου του 1920 ανεχώρησε για τους Ουρανούς, σε ηλικία 74 ετών.

Το σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε στην Αίγινα και από το λιμάνι μέχρι την Μονή το μετέφεραν στα χέρια τους οι πιστοί. Όλο το νησί θρηνούσε μα περισσότερο απ' όλους οι μοναχές που έχασαν τον Πατέρα και Οδηγό τους. Το ιερό του σκήνωμα ήδη είχε αρχίσει να αναδίδει ευωδία. Η ταφή του, έγινε στο προαύλιο της Μονής δίπλα στο αγαπημένο του πεύκο.

Όταν μετά από έξη μήνες άνοιξαν το μνήμα για να τοποθετηθεί μια επιτύμβια πλάκα -δωρεά της Ριζαρείου- το σκήνωμα του εξακολουθούσε να ευωδιάζει χωρίς να παρουσιάζει το παραμικρό σημάδι αλλοίωσης. Ενάμιση χρόνο αργότερα το μνήμα ξανανοίχτηκε και το ιερό σκήνωμα του εξακολουθούσε να παραμένει άφθαρτο και ευωδιάζον. Το ίδιο συνέβη και τρία χρόνια μετά την κοίμηση του. Συνολικά το σκήνωμα του παρέμεινε σε αυτή την κατάσταση για είκοσι ολόκληρα χρόνια!

Τριάντα δύο χρόνια, δε, μετά την κοίμηση του έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1953, από τον Μητροπολίτη Προκόπιο.

Η επίσημη αναγνώριση του, ως Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, έγινε το 1961 με Πατριαρχική Συνοδική Πράξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τότε καθορίστηκε και η 9η Νοεμβρίου ως ημέρα εορτής του Αγίου Νεκταρίου.

Πηγή: http://www.agios-nektarios.gr/01_bios.html

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Η συγχώρηση (Μια αληθινή ιστορία)

Πριν πολλά χρόνια και μετά την λήξη του εμφυλίου σπαραγμού και του αδελφοκτόνου πολέμου, σε κάποιο χωριό, έγινε ένας φόνος, για πολιτικούς μάλλον λόγους και εξαιτίας του μεγάλου φανατισμού, που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Κατηγορήθηκε, λοιπόν κάποιος χωριανός, ο Πέτρος και με τις μαρτυρίες πέντε συγχωριανών του δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλάκισι. Ο κατηγορούμένος όμως ίσχυρίζετο συνεχώς ότι ήτο αθώος… Κλείσθηκε σε αγροτικές φυλακές, αλλά μέρα-νύχτα διαλαλούσε και μονολογούσε ότι ήτο αθώος.
Σ΄ άύτές τις φυλακές πήγαινε μια φορά τον. μήνα ένας ευλαβέστατος ιερεύς και λειτουργούσε στο εκκλησάκι που υπήρχε και κατόπιν εδέχετο για εξομολόγησι όσους εκ των φυλακισμένων το επιθυμούσαν

Ύστερα από 5-6 μήνες, πήγε και ο εν λόγω χωριανός στον ευλαβή εκείνον ιερέα και εξομολόγο, και ενώπιον του Αγίου Θεού και μπροστά στο πετραχήλι του Πνευματικού, βεβαίωνε με όρκους ότι ήταν αθώος.

Από τότε που εξωμολογήθηκε μέσα στις φυλακές ο Πέτρος Γ., άλλαξε τελείως διαγωγή και έγινε ο άνθρωπος της προσευχής και της μελέτης του Ευαγγελίου, που του δώρησε εκείνος ο καλός ιερεύς. Μέσα σ΄ έναν χρόνο αλλοιώθηκε τόσο πολύ, που όλοι οι συγκρατούμενοί του και βαρυποινίτες άρχισαν να τον σέβωνται και να του φέρωνται φιλικά. Και με την Χάρι και τον φωτισμό του Θεού γρήγορα -πείσθηκε ο ευλαβής ιερεύς για την αθωώτητά του, ώστε του επέτρεπε να κοινωνή κάθε φορά που λειτουργούσε στις φυλακές.

Ο ιερεύς προσπάθησε κάτι να κάμη μέσω κάποιων δικηγόρων, αλλά οι μάρτυρες ήσαν απολύτως κατηγορηματικοί, γιατί ήσαν δήθεν παρόντες στον φόνο.

Παρά ταύτα ο Εξομολόγος πίστευε ότι όντως ήτο αθώος και θύμα σκευωρίας.

Ο Πέτρος Γ. όχι μόνο προσηύχετο με το Όνομα του Ιησού Χριστού, που το έμαθε από το βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού», αλλά μελετούσε το Ευαγγέλιο και κοινωνούσε των αχράντων Μυστηρίων, σκορπώντας σε όλους τους συγκρατουμένους του πολλή καλωσύνη. Συγχωρούσε δε με όλη του την καρδιά και τους κατηγόρους του και αυτόν ακόμα τον άγνωστο φονιά

- Δεν φταίνε, οι καημένοι, έλεγε. Φταίει τα πολιτικό και ιδεολογικό πάθος, φταίει και ο διάβολος πού τους σκοτείνιασε το μυαλό κι έτσι κρύψανε την αλήθεια. Θεέ μου, συγχώρεσε τους… και από μένα να΄ ναι συγχωρεμένοι… και χάρισε τους πλούτη και αγαθά πολλά, αλλά χάρισε τους προπαντός και ιδιαιτέρως φωτισμό και υγεία.

Έτσι πέρασαν 19 χρόνια. Κατόπιν, λόγω της καλής και αρίστης διαγωγής και επειδή έκανε και στις τότε αγροτικές φυλακές, όπου έμειώνετο η ποινή, αποφυλακίσθηκε. Ήτο πλέον 50 ετών.

Στο χωριό όμως δεν έγινε δεκτός, επειδή τον πίστευαν όλοι για φονιά και κυρίως οι συγγενείς του φονευμένου. Έτσι, μετακόμισε σε μια γειτονική πόλι και έκαμε τον εργάτη, τον οικοδόμο και κυρίως τον μαραγκό, δουλειά που την έμαθε στην φυλακή.

Η ζωή του όμως εξακολουθούσε να είναι ζωή ενός αληθινού χριστιανού, με την ακριβή συμμετοχή στα Μυστήρια, με την σωστή τήρησι των ευαγγελικών εντολών και ιδιαιτέρως με την προσευχή. Η προσευχή ήταν το οξυγόνο της ζωής του. Η Ευχή και το Ευαγγέλιο ήσαν γι΄ αυτόν «άρτος ζωής» και «ύδωρ ζων».

Μία κοπέλα 42 ετών, θεολόγος σε κάποιο Γυμνάσιο της περιοχής, πληροφορήθηκε από τον Πνευματικό των φυλακών, που ήτο και δικός της Πνευματικός, τα πάντα για τον Πέτρο Γ. και ιδιαιτέρως για το πόσο ήτο αφοσιωμένος στον Χριστό και στην Εκκλησία Του. Πήγε, τον βρήκε και κατόπιν τον ζήτησε η ίδια σε γάμο!… Από τον ευλογημένο αυτό γάμο προήλθαν δυο παιδιά, υγιέστατα.

Ύστερα από μερικά χρόνια, στο χωριό που έγινε ο φόνος, κάποιος αρρώστησε βαρεία με ανεξήγητους φοβερούς πόνους σε όλο του το σώμα. Η επιστήμη με τους γιατρούς και τις κλινικές εξετάσεις, που ήσαν προηγμένες, στάθηκαν αδύνατον να τον βοηθήσουν!!! Ούτε καν την αιτία δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν!

Έτσι, μια βραδυά στο σπίτι του, αφού επέστρεφε από το νοσοκομείο, σ΄αυτήν την φοβερή κατάστασι, άρχισε να κραυγάζη μέσα στους φοβερούς του πόνους ότι αυτός ήτο ο φονιάς και με τους 4 ψευδόμάρτυρες, τους οποίους εξηγόρασε με μεγάλα χρηματικά ποσά, κατηγόρησαν τον Πέτρο Γ., που συμπτωματικά περνούσε από εκείνο το σταυροδρόμι, την ώρα που έγινε ο φόνος.

Φώναξαν τον αστυνόμο του τμήματος του χωριού, υπέγραψε την ομολογία του κατονομάζοντας και τους 4 ψευδομάρτυρες και συνεργούς του. Ποιά νομική διαδικασία ακολουθήθηκε μετά, δεν γνωρίζω. Η ομολογία του όμως έκανε κρότο στο χωριό, προκαλώντας σύγχυσι, ταραχές και πολλές κατάρες, οι οποίες βάραιναν τον φονιά. Παρά ταύτα, η ψυχή του φονιά δεν έφευγε Κι αυτός εξακολουθούσε να τσιρίζη και να κραυγάζη. Ο Πέτρος Γ., όπως ήτο επόμενον, το έμαθε. Δεν κίνησε όμως καμιά διαδικασία για την αποκατάστασι της τιμής του με αναθεώρησι της δίκης, με μηνύσεις κατά των ενόχων και άλλων ενδίκων νομίμων μέσων. Αλλά τί έκανε; Πήγε στο σπίτι του φονιά!…

Οι πάντες πάγωσαν Οι περισσότεροι χωρικοί, όταν τον είδαν να περνάη μέσα από το χωριό, από την ντροπή τους κρύφθηκαν. Πάγωσε και ο φονιάς όταν τον αντίκρυσε, και με γουρλωμένα τα μάτια από την έκπληξι και την φρίκη, τον άκουσε να του λέη:

- Γιώργο, σε συγχωρώ με όλη μου την καρδιά… Και σ΄ ευχαριστώ, γιατί ήσουν η αιτία να γνωρίσω» τον Χριστό με την Εκκλησία Του και τα άγια Μυστήριά της; Εύχομαι να Τον γνωρίσεις κι εσύ, με μετάνοια και προσευχή!

Τον αγκάλιασε τον φίλησε και έφυγε, ενώ κάποια δάκρυα κρυφά έτρεχαν από τα μάτια του.

Ο θρίαμβος της δικαιοσύνης του Θεού ήλθε, ύστερα από 35 χρόνια! Αλλά υπήρξε και θρίαμβος εμπιστοσύνης, της πίστεως και της αδιαλείπτου προσευχής του αδικημένου Πέτρου Γ. στην Πρόνοια του Θεού. Και ταυτό­χρονα στέφανος δόξης στην υπομονή και μακροθυμία, που έδειξε τόσα χρόνια.

Ευλογήθηκε η μετέπειτα ζωή του, όπως προείπταμε, μ΄ έναν χριστιανικό γάμο και με οικογένεια που ήτο «κατ΄ οίκον εκκλησία» και με δύο τρισευλογημένα παιδιά. Και μάλιστα, μετά την ολοκάρδια συγχώρησι που έδωσε και την αγάπη που έδειξε προς όλους, πολλαπλασιάσθηκε η ευλογία του θεού στο σπιτικό του. Είχε την Χάρι του Θεού πάνω του, την ευλογία της Παναγίας, την προστασία των Αγίων και την συμπαράστασι των Αγγέλων.

Εκοιμήθη οσιακώς σε ηλι­κία 80 ετών, το 1999. Παρών στην κοίμησί του ήτο και ο εννενηντάχρονος ιερεύς των φυλακών, που μου διηγήθηκε αυτό το γεγονός, για να με διαβεβαίωση ότι λίγο πριν το τέλος του Πέτρου Γ., Άγγελοι και Αρχάγγελοι πλημμύρισαν το δωμάτιό του, τους οποίους έβλεπε όχι μόνο ο ψυχορραγών με τα μάτια του, αλλά και ο εν λόγω ιερεύς.

Αυτοί και παρέλαβαν την ψυχή του, μετά το τελευταίο σημείον του σταυρού που έκανε ο Πέτρος Γ., λέγοντας:

- Άγγελε μου! Άγγελε μου…, δεν την αξίζω αυτή την τιμή… Και τούτο ειπών, εκοιμήθη!

Ο άνθρωπος αυτός, παρ΄ όλο που ήταν έγγαμος και ζούσε μέσα στον σημερινό κόσμο, μετά από την τεράστια και άδικη δοκιμασία και ταλαιπωρία του στην φυλακή, μαζί με βαρυποινίτες, είχε καρπούς της Ευχής, της Θείας Κοινωνίας και της ευαγγεκ λικής ζωής. Η έγγαμη ζωή του δέν τον εμπόδισε να λέγη μερα-νύχτα την Ευχή, όπως την έμαθε από το βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού».

Απο το βιβλίο «Η ευχή μέσα στον Κόσμο» του Πρωτοπ. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Πηγή: Περιοδικό «Φίλοι Φυλακισμένων», τεύχος 9ο, Συλλόγου Συμπαραστάσεως Κρατουμένων «Ο Ονήσιμος», Αθήνα, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2008 - vatopaidi.wordpress.com