Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Άγιος Χαράλαμπος (Εορτάζει 10 Φεβρουαρίου)



Ο Άγιος Μάρτυρας Χαράλαμπος, ή Άγιος Χαραλάμπης, έζησε κατά τα χρόνια που αυτοκράτορας ήταν ο Σεπτίμιος Σέβηρος και μαρτύρησε το 198 μΧ σε ηλικία 113 ετών.

Ο Άγιος Χαράλαμπος ήταν ιερέας στην πόλη Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Δίδασκε τον δρόμο της αρετής και κήρυττε την Χριστιανική Πίστη. Ο Σέβηρος ξεκίνησε διωγμό κατά των Χριστιανών και ο έπαρχος Λουκιανός συνέλαβε και δίκασε τον Άγιο Χαράλαμπο επειδή ήταν Χριστιανός.

Ο Λουκιανός ζήτησε από τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό και να προσκυνήσει τα είδωλα, μα ο Άγιος Χαράλαμπος του απάντησε ότι ο Χριστός είναι ο πραγματικός Θεός, ο επουράνιος Βασιλέας και δίνει αιώνια ζωή και μακαριότητα σε όσους τον πιστεύουν ενώ οι θεοί που προσκυνούν οι Ρωμαίοι είναι άψυχα είδωλα. Με την επίκληση του ονόματος του Χριστού φεύγουν οι δαίμονες των ειδώλων και θεραπεύονται οι ανίατες αρρώστιες, πρόσθεσε ο Άγιος.

Η απάντησή του εξόργισε τον έπαρχο Λουκιανό. Αφαίρεσαν την ιερατική στολή και έγδαραν όλο το δέρμα του Αγίου. Κατά την διάρκεια των βασανιστηρίων ο Άγιος Χαράλαμπος προσευχόταν στον Θεό κι ευχαριστούσε τους βασανιστές του λέγοντας ότι με το μαρτύριο αυτό κερδίζει την αιώνια ζωή. Οι υπηρέτες απορούσαν, πώς γίνεται να φέρεται έτσι ο Άγιος, γιατί δεν τον βλάπτουν τα βασανιστήρια; Οι δυο δήμιοι Πορφύριος και Βάπτος, βλέποντας το θαύμα ότι ο Άγιος Χαραλάμπης δεν πάθαινε τίποτα από τα βασανιστήρια, πίστεψαν στον Χριστό και μαρτύρησαν δια αποκεφαλισμού. Και ο έπαρχος Λουκιανός θύμωσε πολύ και αποπειράθηκε να χτυπήσει τον Άγιο ο ίδιος. Τα χέρια του Λουκιανού κοπήκαν στο ύψος των αγκώνων και μείναν κρεμασμένα στο σώμα του Αγίου. Ο ηγεμόνας βλέποντας τα κομμένα χέρια του επάρχου έφτυσε τον Άγιο Χαραλάμπη στο πρόσωπο και τότε το πρόσωπο του ηγεμόνα γύρισε προς τα πίσω. Ολόκληρη η πόλη της Μαγνησίας παρακάλεσε τότε τον Άγιο Χαράλαμπο να κάνει καλά τους άρχοντες και ο Άγιος Χαράλαμπος προσευχήθηκε στον Θεό και τους θεράπευσε και τους δύο.

Βλέποντας αυτό το θαύμα, τρεις γυναίκες που παραστέκονταν κι έβλεπαν το βασανιστήριο του Αγίου Χαραλάμπους αλλά και πολύ ακόμη από τους πολίτες της Μαγνησίας. Ο ηγεμόνας μετά από αυτά τα θαύματα έπαψε τον διωγμό των Χριστιανών, ελευθέρωσε τον Άγιο Χαράλαμπο και έστειλε αγγελιοφόρο στην Ρώμη για να ζητήσει οδηγίες. Πολλοί πίστεψαν στην Χριστιανική Πίστη, εξομολογήθηκαν και βαπτίστηκαν.

Ο αυτοκράτορας Σεπτίμιος Σέβηρος εξοργίσθηκε όταν έμαθε τα νέα από την Μαγνησία. Διέταξε να οδηγήσουν τον Άγιο Χαράλαμπο στη Ρώμη με καρφιά μπηγμένα στην πλάτη του, αφού πρώτα τον σύρουν από τη Μαγνησία ως την Αντιόχεια. Για 15 στάδια τον έσερναν οι στρατιώτες και τον έβαλαν πάνω σε ένα άλογο για να τον κοροϊδέψουν μα τότε, με την δύναμη του Θεού, το άλογο μίλησε και είπε "Τρισκατάρατοι υπηρέτες του διαβόλου, δεν βλέπετε πως είναι ο Θεός με αυτόν τον άνθρωπο; Λύστε τον για να λυθείτε κι εσείς από τα αόρατα δεσμά" κι αυτοί φοβήθηκαν πολύ και τον έλυσαν.

Όταν ο Άγιος Χαραλάμπης έφτασε στη Ρώμη, ο αυτοκράτορας Σέβηρος διέταξε να τον σουβλίσουν στο στήθος και να τον καίνε μέχρι να ξεψυχήσει. Αλλά τον σούβλιζαν μέχρι που κουράστηκαν οι βασανιστές και έσβησε η φωτιά μα ο Άγιος Χαράλαμπος δεν είχε πάθει τίποτα.

Ο αυτοκράτορας Σεπτίμιος Σέβηρος αφού το είδε αυτό διέταξε να τον λύσουν και να τον οδηγήσουν μπροστά του. Απαντώντας στις ερωτήσεις του αυτοκράτορα ο Άγιος Χαράλαμπος του είπε ότι είναι 113 ετών και ότι πιστεύει στον Χριστό, τον Παντοδύναμο. Του είπε τότε ο αυτοκράτορας αν μπορεί να αναστήσεις νεκρούς και ο Άγιος Χαράλαμπος του απάντησε ότι μόνο ο Χριστός μπορεί να ανασταίνει νεκρούς. Έφεραν τότε μπροστά στον Άγιο έναν δαιμονιζόμενο, ο οποίος βασανιζόταν για 36 χρόνια. Το ακάθαρτο πνεύμα είπε στον Άγιο, "είσαι δούλος του Χριστού μη με βασανίσεις πολύ, μπήκα σ' αυτόν τον άνθρωπο επειδή είχε κλέψει κάποιον γείτονά του και είχε σκοτώσει τον κληρονόμο του". Ο Άγιος Χαραλάμπης επετίμησε το δαιμόνιο και θεράπευσε τον δαιμονιζόμενο.

Πάλι ο αυτοκράτορας πίεζε τον Άγιο να αναστήσει κάποιον που είχε πεθάνει πρόσφατα και ο Άγιος Χαράλαμπος προσευχήθηκε στον Θεό για πολύ ώρα και αναστήθηκε ο νεκρός. Πολλοί πίστεψαν τότε στον Χριστό και ο έπαρχος Κρίσπος αποκάλεσε τον Άγιο Χαράλαμπο μάντη και μάγο και ζήτησε από τον αυτοκράτορα να τον θανατώσει. Και πάλι ζητήσαν από τον Άγιο να θυσιάσει στα είδωλα και όταν αρνήθηκε ο αυτοκράτορας διέταξε να τους σπάσουν το σαγόνι και να του κάψουν το πρόσωπο και τα γένεια, μα η φωτία αναπήδησε και πήγε προς τους βασανιστές.

Ο αυτοκράτορας και ο Κρίσπος εξοργίστηκαν και βλασφημούσαν τον Θεό και τότε έγινε σεισμός και οι δυο τους βρέθηκαν να κρέμονται στον αέρα. Ο αυτοκράτορας και ο έπαρχος φοβισμένοι παρακαλούσαν τον Άγιο Χαράλαμπο να τους συγχωρέσει και να τους βοηθήσει. Εκείνη τη στιγμή ήρθε η Γαλήνη, η κόρη του αυτοκράτορα και παρακάλεσε τον Άγιο να τους συγχωρέσει και τον πατέρα της να πιστέψει στον Χριστό. Προσευχήθηκε με θέρμη ο Άγιος Χαράλαμπος και κατέβηκαν στο έδαφος και ελευθέρωσαν τον Άγιο.

Η Γαλήνη είχε αγνή ψυχή και καλή προαίρεση και πίστεψε στον Χριστό. Είδε σε όραμα ότι αυτή και ο Άγιος Χαράλαμπος έμπαιναν σε έναν όμορφο κήπο, αλλά ο αυτοκράτορας και ο έπαρχος εμποδίστηκαν από τον φύλακα του κήπου, ο οποίος της είπε ότι ο κήπος προορίζεται για εκείνη και τους όμοιούς της. Ζήτησε από τον Άγιο να της εξηγήσει το όραμα και ο Άγιος Χαράλαμπος της είπε ότι ο φύλακας ήταν ο Χριστός και ο κήπος ήταν ο Παράδεισος.

Μετά από 30 ημέρες ο αυτοκράτορας κάλεσε πάλι τον Άγιο και τον πρόσταξε να θυσιάσει στα είδωλα μα ο Άγιος Χαράλαμπος αρνήθηκε και πάλι. Ο αυτοκράτορας διέταξε τότε να φορέσουν χαλινάρι στον Άγιο και να τον περιφέρουν στην πόλη και να τον κοροϊδεύουν. Η Γαλήνη παρακαλούσε τον πατέρα της να το σταματήσει αυτό, και να πιστέψει στον Χριστό για να σώσει τη ψυχή του. Αυτός όμως την πρόσταξε να θυσιάσει στα είδωλα. Η Γαλήνη του είπε πως θα το κάνει και όταν την οδήγησαν στον ναό η Γαλήνη απευθύνθηκε στα είδωλα και είπε εάν είστε θεοί γνωρίζετε τη γνώμη μου και τότε όλα τα αγάλματα έπεσαν κάτω και έγιναν κομμάτια. Το ίδιο βράδυ, ο αυτοκράτορας έβαλε τεχνίτες να ξαναστήσουν τα αγάλματα και το επόμενο πρωί κάλεσε πάλι την κόρη του και της είπε να δει τους θεούς που αναστήθηκαν. Η Γαλήνη είπε τότε "από τους νεκρούς αναστηθήκατε σαν νεκροί πάλι να καταποντιστείτε" και τα αγάλματα καταστραφήκαν πάλι.

Ο αυτοκράτορας εξοργίστηκε πάρα πολύ και θεώρησε υπεύθυνο τον Άγιο Χαράλαμπο και τον οδήγησε στο σπίτι μιας πόρνης για να τον προσβάλει. Μόλις μπήκε στο σπίτι ο Άγιος Χαραλάμπης, ακούμπησε έναν ξύλινο στύλο κι αυτός βλάστησε κι έβγαλε κλαδιά. Η γυναίκα ζήτησε τότε από τον Άγιο να φύγει από το σπίτι της γιατί δεν είναι άξια να είναι κοντά του και ο Άγιος της είπε να πιστέψει στον Θεό που είναι φιλέυσπλαχνος. Την επομένη η γυναίκα μάζεψε τους γείτονές της και όλοι πίστεψαν στον Χριστό.

Όταν τα έμαθε αυτά ο αυτοκράτορας, ο έπαρχος τον παρακίνησε να αποκεφαλίσουν τον Άγιο για να σταματήσουν τη δράση του. Ενώ πήγαιναν τον Άγιο στον τόπο που θα μαρτυρούσε αυτό προσευχόταν στον Θεό. Είδε τότε πολλούς Αγγέλους και τον Θεό, ο οποίος τον ρώτησε τι δώρο θα ήθελε. Ο Άγιος Χαράλαμπος αποκρίθηκε ότι είναι μεγάλο δώρο που αξιώθηκε και είδε τον Θεό και τον παρακάλεσε σε όποιο μέρος τον τιμούν να μην υπάρχουν πόλεμοι, πείνα, αρρώστιες, δυστυχίες. Ο Θεός του είπε ότι έτσι θα γίνει και ο Άγιος Χαράλαμπος παρέδωσε τη ψυχή του πριν προλάβει ο δήμιος να τον αποκεφαλίσει. Η Γαλήνη διέσωσε το λείψανο του Αγίου Χαραλάμπη, το έβαλε σε ένα χρυσό σεντούκι με μύρα και αρώματα και το ενταφίασε. Κράτησε την πίστη της ως το τέλος της ζωής της.

Η Εκκλησία μας τιμάει τον Άγιο Χαράλαμπο στις 10 Φεβρουαρίου. Την ίδια ημέρα τιμούνται μαζί με τον Άγιο Χαράλαμπο οι Άγιες τρεις γυναίκες και οι δυο δήμιοι, Άγιος Πορφύριος και Άγιος Βάπτος.

Απολυτίκιο του Αγίου Χαραλάμπους:
Ως στύλος ακλόνητος, της Εκκλησίας Χριστού, και λύχνος αείφωτος, της οικουμένης σοφέ, εδείχθης Χαράλαμπες,έλαμψας εν τω κόσμω, δια του μαρτυρίου, έλυσας και ειδώλων την σκοτόμαιναν μάκαρ, διο εν παρρησία Χριστώ πρέσβευε σωθήναι ημάς.

Πηγή: http://www.matia.gr/7/72/7203/7203_1_19.html

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης (Εορτάζει 8 Φεβρουαρίου)



O Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης καταγόταν από τα Συχάϊτα της Γαλατίας και κατοικούσε στην Ηράκλεια του Εύξεινου Πόντου. Στρατιωτικός στο επάγγελμα, διακρίθηκε για την γενναιότητά του και γρήγορα προήχθη στους υψηλότερους βαθμούς της στρατιωτικής ιεραρχίας. Αθλητής γενναιότατος ο Θεόδωρος, ήταν συγχρόνως και υπόδειγμα σεμνότητας όπως αρμόζει σε έναν γνήσιο Χριστιανό.

Όταν το 320 μ.Χ. ο Λικίνιος διέτριβε στη Νικομήδεια, άκουσε περί του Θεοδώρου ότι είναι Χριστιανός και βδελύσσεται τα είδωλα. Αμέσως απέστειλε στην Ηράκλεια ανώτερους αξιωματούχους, για να τον συνοδεύσουν με τιμή στη Νικομήδεια. Αλλά ο Θεόδωρος διεμήνυσε διά των ιδίων απεσταλμένων στον Λικίνιο, ότι για πολλούς λόγους η παρουσία του στην Ηράκλεια ήταν συμφέρουσα και τον προέτρεπε να μεταβεί εκεί. Αποδεχθείς την πρόταση ο Λικίνιος μετέβη στην Ηράκλεια, όπου τον προϋπάντησε με λαμπρότητα ο Θεόδωρος, προς τον οποίο ο Λικίνιος άπλωσε το χέρι, ελπίζοντας ότι διά του Θεοδώρου θα προσείλκυε τους Χριστιανούς στη θρησκεία των ειδώλων. Κάποια ημέρα, ενώπιον του λαού, ο Λικίνιος προέτρεψε τον Θεόδωρο να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Θεόδωρος αρνήθηκε και ζήτησε να του δοθούν τα χρυσά και αργυρά αγαλματίδια των θεών, για να προσφέρει αυτά θυσία στον οίκο του ιδιωτικά και μετά να προσφέρει δημόσια τις θυσίες. Πράγματι, ο Θεόδωρος έλαβε τα αγαλματίδια τα οποία κομμάτιασε και μοίρασε τα χρυσά και αργυρά αυτών στους πτωχούς. Ο εκατόνταρχος Μαξέντιος είδε την κεφαλή της θεάς Αφροδίτης στα χέρια ενός πτωχού και κατέδωσε το γεγονός στον Λικίνιο, ο οποίος θεώρησε τον Θεόδωρο ως εμπαίκτη και καταφρονητή των ειδώλων. Για τον λόγο αυτό τον συνέλαβαν και αμέσως άρχισαν να τον υποβάλλουν σε πολυειδείς τιμωρίες. Τον κτυπούσαν, έκαιγαν και έγδερναν το σώμα του Μάρτυρος. Στην συνέχεια οι δήμιοι τον σταύρωσαν και διαπέρασαν τα πόδια, τα χέρια και τα κρυφά μέλη του διά περόνης, τόξευσαν το πρόσωπό του με τέτοιο τρόπο ώστε να εκχυθούν τα μάτια του και τον άφησαν επάνω στον σταυρό. Ο Λικίνιος, φοβούμενος την οργή του όχλου, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Έτσι ο φόβος παρεχώρησε την θέση του στη χαρά και η λύπη και ο κόπος στην ανάπαυση.

Το σεπτό σκήνωμά του μετετέθη, στις 8 Ιουνίου, από την Ηρακλεία στο προγονικό κτήμα του Αγίου, στα Ευχάιτα, κατά την επιθυμία του Αγίου την οποία εξέφρασε προ της εκτομής αυτού στον γραμματέα του Ούαρο. Η Εκκλησία μας εορτάζει στις 8 Ιουνίου την ανακομιδή των λειψάνων του.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Στρατολογία ἀληθεῖ Ἀθλοφόρε, τοῦ οὐρανίου στρατηγὸς βασιλέως, περικαλλὴς γεγένησαι Θεόδωρε, ὄπλοις γὰρ τῆς πίστεως, παρετάξω ἐμφρόνως, καὶ κατεξωλόθρευσας, τῶν δαιμόνων τὰ στίφη, καὶ νικηφόρος ὤφθης Ἀθλητής, ὅθεν σὲ πίστει, ἀεὶ μακαρίζαμεν.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἀνδρεία ψυχῆς, τὴν πίστιν ὀπλισάμενος, καὶ ρῆμα Θεοῦ, ὡς λόγχην χειρισάμενος, τὸν ἐχθρὸν κατέτρωσας τῶν Μαρτύρων κλέος Θεόδωρε, σὺν αὐτοὶς Χριστῷ τῷ Θεῷ, πρεσβεύων μὴ παύση ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.

Πηγή: http://www.saint.gr/2009/02/08/781/saint.aspx

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Άγιος Παρθένιος Επίσκοπος Λαμψάκου (Εορτάζει 7 Φεβρουαρίου)



Ο Όσιος Παρθένιος καταγόταν από κάποια κωμόπολη της Βιθυνίας και έζησε κατά τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου (324-337 μ.Χ.). Ήταν υιός του διακόνου της Εκκλησίας Μελιτοπόλεως Χριστοφόρου, από τον οποίο διδάχθηκε την Ορθόδοξη Πίστη.

Ο Άγιος από την παιδική του ηλικία προέκοπτε στην αρετή και την ευσέβεια. Ο τρόπος με τον οποίο ο Κύριος αλίευσε τους Αποστόλους, που ήταν ψαράδες, τον έκανε να αγαπήσει την αλιεία. Και όταν έριχνε τα δίχτυα στην Απολλωνιάδα λίμνη ή τα ανέσυρε γεμάτα ψάρια, αισθανόταν ότι εργαζόταν σε ένα από τα πλοιάρια του Αποστόλου Πέτρου ή του Ιωάννου.

Τα χρήματα που εισέπραττε από την πώληση των ψαριών δεν τα κρατούσε για τον εαυτό του αλλά τα μοίραζε στου πτωχούς από αγάπη προς αυτούς. Γι’ αυτό και όταν τον ευχαριστούσαν εκείνος έλεγε: «Διατί με ευχαριστείτε; Δεν έχω καμία τέτοια αξίωση. Μήπως είμαστε ξένοι; Εμείς είμαστε αδελφοί. Τι δε απλούστερο και φυσικότερο από το να βοηθά αδελφός τους αδελφούς;».

Για την ενάρετη αυτού παρουσία ο Επίσκοπος Μελιτοπόλεως Φίλιππος (η Φιλητός) τον χειροτόνησε Πρεσβύτερο. Αργότερα ο Επίσκοπος Κυζίκου Αχίλλιος (ή Ασχόλιος) τον χειροτόνησε Επίσκοπο Λαμψάκου.

Η αρετή και η ευσέβεια που έκρυβε στην ψυχή του ήταν τόσο πολύ μεγάλη, ώστε ο Θεός τον προίκισε με το χάρισμα της θαυματουργίας, για να μπορεί να εκδιώκει τους δαίμονες από τους ανθρώπους και να θεραπεύει κάθε είδους ασθένεια. Γι’ αυτό προσφεύγουν σε αυτόν ιδιαίτερα οι πάσχοντες από την επάρατη νόσο του καρκίνου. Ο Άγιος ήταν ο πράος, ο υπομονετικός, ο φιλόξενος, ο μακρόθυμος, ο άγγελος της ομόνοιας, ο ενθαρρύνων τους μετανοούντες, ο πρόθυμος για το ποίμνιό του.

Ο Όσιος Παρθένιος κοιμήθηκε με ειρήνη. Τμήμα της τιμίας κάρας αυτού φυλάσσεται στην ιερά μονή Μακρυμάλλη, της ιεράς Μητροπόλεως Χαλκίδος.

Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Τω μύρω του Πνεύματος, ποιμήν Λαμψάκου οφθείς, την θείον ενέργειαν, παρά Θεού δαψιλώς, θαυμάτων επλούτησας, δαίμονας απελαύνειν, ασθενούντας ιάσθαι, νόσους αποδιώχειν, και πληρούν τας αιτήσεις, Παρθένιε Ιεράρχα, των προσιόντων σοι.

Κοντάκιον. Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον
Των θαυμάτων είληφας, την θείαν χάριν θεόφρον, Ιερέ Παρθένιε, θαυματουργέ θεοφόρε, άπαντα τα των πιστών πάθη αποκαθαίρων, πνεύματα της πονηρίας Πάτερ ελαύνων, διά τούτό σε υμνούμεν, ως μέγαν μύστην Θεού της χάριτος.

Πηγή: http://www.agiooros.net/modules.php?name=Forums&file=viewtopic&t=4408

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Αγία Αγάθη (Εορτάζει 5 Φεβρουαρίου)



Η Αγία Μάρτυς Αγάθη καταγόταν από την Κατάνη της Σικελίας.

Το λατινικό Μαρτύριον, που είναι αρχαιότερο, όπως και το Εγκώμιον, που συνέταξε ο Πατριάρχης Μεθόδιος, δεν αναφέρουν την ιδιαίτερη πατρίδα της.

Αντίθετα ο Άγιος Συμεών ο Μεταφραστής σημειώνει ότι τόπος καταγωγής της Αγίας ήταν το Παλέρμο. Την πληροφορία αυτή υιοθέτησαν αβασάνιστα και οι υπόλοιποι Συναξαριστές, επώνυμοι και ανώνυμοι.

Την καταγωγή της Αγίας Αγάθης από την πόλη της Κατάνης ενισχύει και ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους, στο Εγκώμιον που έγραψε για τον σικελικής καταγωγής, από την πόλη της Κατάνης, Επίσκοπο Μεθώνης Αθανάσιο.

Ο Άγιος Πέτρος αναφέρει μάλιστα ότι στην πόλη αυτή η Αγία γεννήθηκε, ανατράφηκε και μαρτύρησε.
Η Αγία Αγάθη προερχόταν από ευγενική και εύπορη οικογένεια.

Οι γονείς της ήταν ειδωλολάτρες και πρέπει να τους έχασε σε μικρή ηλικία. Όμως η Αγία από παιδί έβαλε στην καρδιά της τον Χριστό και αφιερώθηκε στην Εκκλησία.
Η Αγία Αγάθη μαρτύρησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Το μαρτύριο της Αγίας άρχισε όταν ομολόγησε την πίστη της στον Χριστό. Πρώτα ασκήθηκε σε αυτήν ένας ψυχικός βιασμός, που είχε διάρκεια τριάντα ημέρες, χωρίς όμως να την κάμψει. Βλέποντας ο έπαρχος της Σικελίας Κυντιανός, άνθρωπος με άγρια ένστικτα, την σταθερότητα της Αγίας, προσπάθησε να μεταστρέψει το φρόνημά της ώστε να θυσιάσει στους θεούς.

Ύστερα την παρέδωσε σε κάποια άπιστη γυναίκα, που την ονόμαζαν Αφροδισία και τις θυγατέρες της, για να την πείσουν να αρνηθεί την πίστη της στον Κύριο.
Όταν άκουσε ο Κυντιανός από την Αφροδισία ότι η Αγία Αγάθη παρέμενε άκαμπτη, πλημμύρισε από οργή. Διέταξε να την οδηγήσουν μπροστά του και άρχισε πάλι τις απειλές.

Στον διάλογο που ακολούθησε, η Αγία υποστήριξε με πνευματική ανδρεία και παρά το νεαρό της ηλικίας της, ότι είναι δούλη Χριστού.

Κατηγόρησε ευθέως τον έπαρχο ότι πιστεύει σε ξόανα και, μάλιστα, αναρωτήθηκε, πως ένας τόσο έξυπνος άνθρωπος παρουσιάζεται με την πίστη του τόσο ανόητος. Ο έπαρχος, μόλις άκουσε αυτό, ράπισε την Αγία και διέταξε να την κρεμάσουν και να την λογχίσουν. Παρά τους φρικτούς πόνους, η Αγία Αγάθη εξακολουθούσε να ομολογεί την πίστη της στον Χριστό και να δηλώνει ότι τα βασανιστήρια της προξενούν χαρά, γιατί είναι πρόσκαιρα. Ο Κυντιανός, έξαλλος από οργή, διέταξε να τον αποκόψουν τον μαστό. Ύστερα από την φρικώδη αυτή πράξη την οδήγησαν στη φυλακή.
Μόλις πλησίασαν τα μεσάνυκτα, επισκέφθηκαν την Αγία ο Απόστολος Πέτρος, με μορφή γέροντα και ένας Άγγελος, με μορφή παιδιού, που κρατούσε λαμπάδα. Άπλετο φως πλημμύρισε το υγρό και σκοτεινό κελί της Αγίας. Ο Απόστολος γιάτρεψε τις πληγές της και αποκατέστησε τον κομμένο μαστό. Η πόρτα της φυλακής άνοιξε και οι λοιποί κρατούμενοι ωθούσαν την Αγία να αποδράσει. Αυτή, όμως, σκεπτόμενη από τη μια ότι θα τιμωρηθούν οι δεσμοφύλακες αν δραπετεύσει και από την άλλη ότι έπρεπε να υπομείνει το μαρτύριο, δεν έφυγε από το δεσμωτήριο.
Την τέταρτη ημέρα, ο Κυντιανός την προσάγει στο δικαστήριο. Εκεί της επαναλαμβάνει ότι αν δεν υπακούσει στο αυτοκρατορικό διάταγμα και δεν θυσιάσει στους θεούς, θα θανατωθεί. Καμιά όμως απειλή δεν έκαμψε την Αγία. Ομολόγησε και πάλι την πίστη της στον Χριστό και επέδειξε τις θεραπευμένες πληγές της. Ο απάνθρωπος τότε έπαρχος διέταξε να ρίξουν γυμνή την Αγία πάνω σε αιχμηρά κεραμίδια, που πάνω τους έκαιγαν κάρβουνα. Ξαφνικά, μεγάλος σεισμός έγινε στην πόλη της Κατάνης και προξένησε πολλές ζημιές. Ανάμεσα στα θύματα ήταν ο σύμβουλος του έπαρχου Σιλουανός και ο φίλος του Φαλκόνιος. Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση ο Κυντιανός διέταξε να μεταφέρουν την Αγία στη φυλακή. Μέσα στο δεσμωτήριο η Αγία προσευχήθηκε στον Κύριο και Τον ευχαρίστησε για τη δύναμη που της χάρισε. Και μόλις τελείωσε την προσευχή της, παρέδωσε το πνεύμα της. Ήταν το έτος 251 μ.Χ
Ο λαός της Κατάνης, έντονα θορυβημένος από το γεγονός, διαμαρτυρήθηκε στον έπαρχο. Στη συνέχεια, μετέφεραν το τίμιο λείψανό της σε ασφαλές μέρος. Τότε παρουσιάσθηκε ένας λευκοντυμένος νεαρός, άγνωστος στους αυτόχθονες, ο οποίος κατευθύνθηκε προς τον τάφο της Αγίας Αγάθης και πάνω σε μαρμάρινη πλάκα έγραψε τα εξής: «Νους όσιος, αυτοπροαίρετος τιμή εκ Θεού, και πατρίδος λύτρωσις».

Οι παριστάμενοι είπαν ότι ο νεαρός εκείνος ήταν ο Άγγελος της Αγίας.
Ο λαός της Κατάνης τιμούσε και σεβόταν την Αγία. Ως ανταπόκριση στην τιμή αυτή, η Αγία Αγάθη έσωσε την πόλη της από τη φοβερή έκρηξη του ηφαιστείου της Αίτνας. Οι κάτοικοι της Κατάνης έτρεξαν στον τάφο της και αφού πήραν τη λάρνακα με το άγιο λείψανό της, την έστρεψαν προς την λάβα, που ζύγωνε την πόλη και έτσι αποσοβήθηκε η συμφορά.

Το γεγονός αυτό συνέβη στις 5 Φεβρουαρίου του έτους 252 μ.Χ., ακριβώς ένα χρόνο μετά το μαρτύριο της Αγίας.

Η Σύναξη της Αγίας Μάρτυρος Αγάθης ετελείτο στο Μαρτύριό της, το οποίο βρισκόταν στο έβδομο του Βυζαντίου. Τα ιερά λείψανά της μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο των αυτοκρατόρων Βασιλείου Β (976-1025 μ.Χ.)και Κωνσταντίνου Η (1025-1028 μ.Χ.).

Απολυτίκιο. ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Ρόδον εύοσμον, της παρθενίας, νύμφη άφθορος, του Ζωοδότου, αναδέδειξαι Αγάθη πανεύφημε, των αγαθών την πηγήν γαρ ποθήσασα, μαρτυρικώς εν τω κόσμω διέπρεψας. Μάρτυς ένδοξε, λιταίς σου θείαις αγάθυνον, τους πόθω μεγαλύνοντας τους άθλους σου.


Κοντάκιον. Ήχος δ. Επεφάνης σήμερον.
Στολιζέσθω σήμερον, η Εκκλησία, πορφυρίδα ένδοξον, καταβαφείσαν εξ αγνών, λύθρων Αγάθης τής Μάρτυρος, Χαίρε, βοώσα, Κατάνης το καύχημα.

Πηγή: http://www.stamna.gr/?page_id=140

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Άγιος Συμεών ο Θεοδόχος και η Προφήτισσα Άννα (Εορτάζουν 3 Φεβρουαρίου)



Ο Συμεών ο Θεοδόχος, ήταν ένας δίκαιος, ευλαβής και ηλικιωμένος ιερέας. Ονομάζεται Θεοδόχος επειδή πήρε στην αγκαλιά του τον Χριστό στην Υπαπαντή.

Σύμφωνα με την παράδοση όταν ο Συμεών μελετούσε μαζί με άλλους διδασκάλους τον Προφήτη Ησαΐα, διάβασαν το χωρίο "Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει, και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ" αναρωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να γίνει αυτό, και είπε ότι αυτός δεν πίστευε ότι αυτά θα γίνουν ποτέ. Τότε ο Συμεών δέχτηκε ένα αόρατο ράπισμα και άκουσε μία φωνή να του λέει "Και να τον ιδής τον Χριστόν, και να τον πιάσεις με τα χέρια σου". Κι όμως ο Συμεών δεν ήθελε να πιστέψει την προφητεία και δεν μπορούσε να κατανοήσει ότι "τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστίν".

Την ίδια μέρα, προχωρώντας δίπλα σε ένα ποτάμι, ο Συμεών βγάζει το δαχτυλίδι του, το ρίχνει στο ποτάμι και σκέφτεται ότι θα πιστέψει την προφητεία του Ησαΐα αν ξαναβρεί ποτέ το δαχτυλίδι του. Το βράδυ, ο Συμεών και οι διδάσκαλοι που ήταν μαζί του, αγόρασαν ψάρια για το γεύμα τους από κάποιους ψαράδες της περιοχής. Καθώς έπιασε ο Συμεών το ψάρι στα χέρια του για να το κόψει, βλέπει μέσα στο ψάρι το δαχτυλίδι που είχε πετάξει στο ποτάμι εκείνο το πρωί. Μόλις το είδε πίστεψε στην προφητεία και διηγήθηκε στους υπόλοιπους διδασκάλους όλο το περιστατικό.

Από τότε ο Συμεών περίμενε στην Ιερουσαλήμ, στο Ιερό του Ναού του Σολομώντος, να έρθει ο Χριστός σαν βρέφος, για να αφιερωθεί κατά τον Μωσαϊκό Νόμο. Όταν γέρασε τόσο πολύ που δεν μπορούσε πλέον να περπατάει, σε ηλικία άνω των 110 ετών, αξιώθηκε να δει αυτό που ζητούσε η ψυχή του. Με θεία φώτιση, βγήκε και περίμενε στην είσοδο του Ναού, όπου προϋπάντησε τον Ιησού, την Παναγία και τον Ιωσήφ.

Η προφήτισσα Άννα

Στην Υπαπαντή του Χριστού, μαζί με τον Συμεών ήταν και η προφήτισσα Άννα η οποία προφήτευσε ότι ο Ιησούς είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας που θα φέρει την λύτρωση σε όσους τον πιστέψουν. Η προφήτισσα Άννα είχε φτάσει στην ηλικία των 84 ετών και περνούσε ημέρα και νύχτα στο ιερό με νηστεία και προσευχή. Καταγόταν από την φυλή του Ασήρ και ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας λέει ότι ο πατέρας της ονομαζόταν Φανουήλ. Όταν, επτά χρόνια μετά το γάμο της, πέθανε ο άντρας της, η προφήτισσα Άννα αφιερώθηκε στον Θεό. Ο Θεός την αντάμοιψε για την ενάρετη και πιστή ζωή της με το προφητικό χάρισμα και την αξίωσε να δει από κοντά και να προσκυνήσει τον Ιησού Χριστό.

Η Εκκλησία τιμάει την μνήμη του Αγίου Συμεών του Θεοδόχου και της Προφήτισσας Άννας στις 3 Φεβρουαρίου, μία μέρα δηλαδή μετά την Υπαπαντή.

Aπολυτίκιο:
Τον Υπέρθεον Λόγον σάρκα γενόμενον, ενηγκαλίσω ως βρέφος εν τω Ναώ του Θεού, Θεοδόχε Συμεών Πρεσβύτα ένδοξε· όθεν και Άννα η σεπτή, ανθομολόγησιν αυτώ προσήγαγεν ως Προφήτις· όθεν υμάς ευφημούμεν, οία Χριστού θείους θεράποντας.

Πηγή: http://www.matia.gr/7/72/7203/7203_3_10.html

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Η Υπαπαντή του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού



Στις 2 Φεβρουαρίου εορτάζεται η Υπαπαντή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Το 541 μΧ, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός καθιερώνει την εορτή της Υπαπαντής, της ημέρας δηλαδή που ο Ιησούς Χριστός προϋπαντήθηκε στον Ναό του Σολωμόντα από τον γέροντα ιερέα Συμεών.

Σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσή, κάθε πρωτότοκο αρσενικό παιδί έπρεπε να αφιερώνεται στον Θεό και να προσφέρει, την τεσσαρακοστή ημέρα από τη γέννησή του, θυσία στον Θεό ένα ζεύγος τρυγόνων ή δυο νεοσσούς περιστερών (Λουκά β 22-24, Έξ. ιγ 2, Λευιτ ιβ 6-8). Έτσι η Θεοτόκος, 40 ημέρες μετά τη Γέννηση του Χριστού, πήγε τον υιό της στην Ιερουσαλήμ για να τον παρουσιάσει στο Ιερό.

Αυτή την ημέρα και την ώρα που έμπαιναν στον Ναό η Παναγία, ο Ιησούς Χριστός και ο Ιωσήφ ο μνήστωρ, βρέθηκε εκεί ο δίκαιος Συμεών, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, για να τους προϋπαντήσει στην είσοδο. Ο Συμεών, που ήταν ένας δίκαιος, ευλαβής και ηλικιωμένος ιερέας, είχε πληροφορηθεί από θεία αποκάλυψη, ότι δεν θα πεθάνει προτού δει τον αναμενόμενο Μεσσία και Σωτήρα του κόσμου.

Ο Συμεών περιμένει στην είσοδο του ναού κι εκεί συναντιέται με τον Ιησού, τον οποίο οδηγεί στο ιερό συνοδευόμενος από την Παναγία και τον Ιωσήφ. Ο Συμεών δέχτηκε στις αγκαλιές του τον Κύριο έχοντας καταλάβει από θεία φώτιση ότι αυτός είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας. Τότε ο Συμεών δοξάζει τον Θεό λέγοντας "Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ". Η γνωστή φράση "Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα", που είναι η τρίτη και τελευταία Ωδή της Καινής Διαθήκης, ερμηνεύεται ότι ο Συμεών, με χαρά κλείνει τα μάτια του και παραδίδει την ψυχή του στον Θεό, έχοντας δει με τα μάτια του τον Σωτήρα του κόσμου. Γράφει χαρακτηριστικά ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης πως όλοι θα ήθελαν να είναι στην θέση του Συμεών του Θεοδόχου και να κρατούν στην αγκαλιά τους τον Δεσπότη Χριστό.

Η Παναγία και ο Ιωσήφ ο μνήστωρ θαύμασαν αυτά που έλεγε ο Συμεών ο Θεοδόχος. Τότε τους ευλόγησε ο Συμεών και είπε στην Θεοτόκο "Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον. Και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί". Προφητεύει ο δίκαιος Συμεών ότι ο Ιησούς Χριστός θα είναι σημείο αντιλεγόμενο, όσοι πιστέψουν σ' Αυτόν θα σώσουν τις ψυχές τους, κι όσοι δεν Τον πιστέψουν θα χαθούν. Προφητεύει ακόμη ο Συμεών τον ψυχικό πόνο που θα νιώσει η Παναγία ως μητέρα του Χριστού κατά την Σταύρωση.

Ο Άγιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης ερμηνεύοντας την φράση "αποκάλυψις των διαλογισμών" γράφει ότι μετά την Σταύρωση και τα Θεία Πάθη, θα φανεί ποιοι είναι μαζί με τον Χριστό και ποιοι με τους διώκτες του.

Στον Ναό κατά την Υπαπαντή, βρισκόταν και η προφήτισσα Άννα, μια σεβάσμια γερόντισσα που περνούσε ημέρα και νύχτα στο ιερό με νηστεία και προσευχή. Η προφήτισσα Άννα αφού προσκύνησε τον Ιησού, δόξασε τον Θεό και έλεγε σε όλους ότι ήρθε ο Μεσσίας που θα φέρει την λύτρωση σε όλους τους πιστούς (Λουκά β 36-38).

Στις ημέρες μας, 40 ημέρες μετά την γέννηση ενός παιδιού, γίνεται ο σαραντισμός. Ο σαραντισμός είναι η προσφορά του νεογέννητου παιδιού στον Θεό και γίνεται σε μίμηση του σαραντισμού του Χριστού, είναι το πρώτο βήμα που κάνει το παιδί προς την Εκκλησία. Οι Πατέρες όρισαν τον αριθμό των 40 ημερών επειδή χρειάζεται κάποιο χρονικό διάστημα ο οργανισμός της γυναίκας για να επιστρέψει στην κατάσταση που ήταν πριν την εγκυμοσύνη. Στην ακολουθία του σαραντισμού ο ιερέας διαβάζει ευχές ευλογώντας το παιδί και την μητέρα.

Απολυτίκιο Υπαπαντής:

Χαίρε κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε· εκ σου γαρ ανέτειλεν ο Ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός ημών, φωτίζων τους εν σκότει. Ευφραίνου και συ Πρεσβύτα δίκαιε, δεξάμενος εν αγκάλαις, τον ελευθερωτήν των ψυχών ημών, χαριζόμενον ημίν, και την Ανάστασιν.

Κοντάκιο Υπαπαντής:
Ο μήτραν παρθενικήν αγιάσας τω τόκω σου, και χείρας του Συμεών ευλογήσας ως έπρεπε, προφθάσας και νυν έσωσας ημάς, Χριστέ ο Θεός. Αλλ' ειρήνευσον εν πολέμοις το πολίτευμα, και κραταίωσον βασιλείς, ους ηγάπησας, ο μόνος φιλάνθρωπος.

Πηγή: http://www.matia.gr/7/72/7204/7204_2_3.html

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Οι Τρεις Ιεράρχες (Εορτάζουν 30 Ιανουαρίου)



Την εορτή των Τριών Ιεραρχών καθιέρωσε ο Αλέξιος Κομνηνός το 1100 μΧ, αφενός για να τιμηθούν οι τρεις μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας κι αφετέρου για να σταματήσουν οι διαμάχες και φιλονικίες μεταξύ των πιστών σχετικά με το ποιος από τους τρεις Αγίους ( ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυστόστομος , και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος )είναι ο πιο σπουδαίος και ο πιο μεγάλος. Οι πιστοί χωρίστηκαν σε ομάδες, ανάλογα με ποιον Άγιο θεωρούσαν πιο σημαντικό. Αυτοί που υποστήριζαν ότι πιο σημαντικός είναι ο Μέγας Βασίλειος αυτοαποκαλούνταν Βασιλείται, αυτοί που υποστήριζαν ότι ήταν ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αυτοαποκαλούνταν Γρηγορίται και τέλος αυτοί που υποστήριζαν ότι ήταν πιο σημαντικός ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αυτοαποκαλούνταν Ιωαννίται

Έξι αιώνες αργότερα, το 1826 μΧ ο Δημήτριος Φρειδερίκος Γκίλφορντ, ιδρυτής της Ιονίου Ακαδημίας, και ο Κωνσταντίνος Τυπάλδος καθιέρωσαν την ημέρα της εορτής των Τριών Ιεραρχών ως ημέρα αφιερωμένη στην Ελληνική και Επτανησιακή Παιδεία. Δεκαέξι χρόνια αργότερα, το 1842 μΧ το πανεπιστήμιο Αθηνών καθιέρωσε για όλη την ελεύθερη Ελλάδα την εορτή των Τριών Ιεραρχών ως ημέρα αφιερωμένη στην Παιδεία και στα Γράμματα. Από τότε ως σήμερα, οι Τρεις Ιεράρχες θεωρούνται προστάτες των μαθητών, των φοιτητών και των σπουδαζόντων εν γένει, και η μέρα εορτή τους είναι σχολική αργία

Τέλος να σημειώσουμε ότι την Θεία Λειτουργία που τελείται την ημέρα των Τριών Ιεραρχών έγραψε ο επίσκοπος Ιωάννης ο Ευχαΐτων (γνωστός και ως Ιωάννης Μελανόπους ή Μαυρόπους), σύγχρονος του Αλεξίου Κομνηνού.

Απολυτίκιο

Τους τρεις μεγίστους φωστήρας της Τρισηλίου Θεότητος, τους την οικουμένην ακτίσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τους μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας, τους την κτίσιν πάσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τον Μέγαν, και τον Θεολόγον Γρηγόριον, συν τω κλεινώ Ιωάννη, τω την γλώτταν χρυσορρήμονι, πάντες οι των λόγων αυτών ερασταί, συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν· αυτοί γαρ τη Τριάδι, υπέρ ημών αεί πρεσβεύουσιν

Κοντάκιο
Τους ιερούς και θεοφθόγγους κήρυκας, την κορυφήν των Διδασκάλων Κύριε, προσελάβου εις απόλαυσιν, των αγαθών σου και ανάπαυσιν· τους πόνους γαρ εκείνων και τον κάματον, εδέξω πάσαν ολοκάρπωσιν, ο μόνος δοξάζων τους Αγίους σου.

Πηγή: http://www.matia.gr/7/72/7202/7202_1_7.html

Αν θέλετε να διαβάσετε περισσότερα για τους τρεις αυτούς μεγίστους αγίους της Ορθοδοξίας επισκεφθείτε το πιο κάτω σύνδεσμο http://www.akida.info/ekpaideftiko_yliko/epikaira/3ierarxes/oi_treis_ierarxes_omilia.doc