Τρίτη 9 Μαρτίου 2010

Οι Άγιοι 40 Μάρτυρες εν Σεβαστεία (Εορτάζουν 9 Μαρτίου)




Στις 9 Μαρτίου, η Αγία Ορθόδοξος μας Εκκλησία γιορτάζει την μνήμη των αγίων 40 Μαρτύρων, που μαρτύρησαν στη πόλη της Σεβάστειας της Μικράς Ασίας (Άγκυρα-Τουρκία).

Οι άγιοι 40 Μάρτυρες καταγόντουσαν από διάφορες πατρίδες. Όλοι ήσαν στρατιώτες, κάτω από ένα στρατηγό, και έδρασαν στα χρόνια του βασιλιά Λικινίου κατά το έτος 320 μ.Χ. Αυτοί οι στρατιώτες του Χριστού συνελήφθηκαν, επειδή ήσαν Ορθόδοξοι Χριστιανοί και ομολόγησαν δημόσια την πίστη τους προς τον Χριστό. Αφού εξετάσθηκαν στο στρατιωτικό δικαστήριο, τους αλυσόδεσαν με βαριές αλυσίδες και τους φυλάκισαν. Κατόπιν και ενώ οι ειδωλολάτρες έριχναν πέτρες στα πρόσωπα και τα στόματα των μαρτύρων, δεν τους κτυπούσαν παρά μόνον γύριζαν και κτυπούσαν εκείνους που τις έριχναν. Στη συνέχεια, επειδή ο χειμώνας εκείνης της χρονιάς ήταν τρομερός και κρύο και πάγος πολύς έπεσε στη πόλη της Σεβάστειας, οι άγιοι καταδικάσθηκαν να ριχθούν ολόγυμνοι μέσα στη λίμνη της πόλης.

Οι άγιοι οδηγήθηκαν στη λίμνη. Πλησίον της λίμνης υπήρχε ένα λουτρό στο οποίο οι ειδωλολάτρες άναψαν μεγάλη φωτιά, για να δελεάσουν τους μάρτυρας. Όποιος, λοιπόν, ήθελε να απαρνηθεί τον Χριστό θα μπορούσε να ζεσταθεί και να σώσει την ζωή του. Οι στρατιώτες του βασιλιά έριξαν τους μάρτυρες μέσα στα παγωμένα νερά της λίμνης. Το κρύο ήταν τόσο σκληρό, που τα πάντα πάγωναν. Αυστυχώς, μέσα απ’ αυτό το μαρτύριο ένας από τους 40 λιγοψύχησε και απαρνήθηκε τον Χριστό. Μπαίνοντας όμως μέσα στο λουτρό από το πολύ κρύο στη απότομη ζέστη πέθανε αμέσως. Ο φύλακας, που παρακολουθούσε όσα συνέβαιναν, πήδηξε μέσα στη λίμνη ομολογώντας πίστη στο Χριστό. Αυτό το έκανε, διότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της νύκτας έβλεπε ένα ουράνιο φως να φωτίζει όλη τη λίμνη, όπου ήσαν οι μάρτυρες και 40 λαμπρά στεφάνια επάνω στα κεφάλια των μαρτύρων. Όταν ο ένας αποστάτησε, είδε να απομακρύνεται και το στεφάνι του. Βλέποντας, λοιπόν, όλο αυτό μεγαλείο, πήδηξε μέσα στη λίμνη ομολογώντας πίστη στο Χριστό.

Οι μάρτυρες υπέφεραν αυτό το σκληρό μαρτύριο όλη τη νύκτα. Όταν ξημέρωσε, επειδή ήσαν λιποθυμισμένοι, σύντριψαν τα σκέλη τους και ο βασιλιάς διέταξε να κάψουν τα σώματά τους. Έτσι, φόρτωσαν τα σώματα των αγίων μαρτύρων επάνω σε άμαξα.

Ανάμεσα στους 40 Μάρτυρες υπήρξε ένας, ο νεαρότερος όλων, που ονομαζόταν Μελίτων. Αυτός ο νέος υπέστη με καρτερία τα βάσανα υπέρ του Χριστού. Δεν λιγοψύχησε, δεν υπέκυψε, δεν υποχώρησε. Έμεινε πιστός, αλλά, λόγω του νεαρού της ηλικίας, ο βασιλιάς τον ευσπλαγχνίσθηκε και τον χάρισε στη μητέρα του με την ελπίδα, ότι θα ζήσει και θα απαρνηθεί αργότερα την πίστη στο Χριστό. Όμως, η ηρωική και πιστή στο Χριστό μητέρα, βλέπουσα το παιδί της ακόμη ζωντανό και φοβουμένη, μήπως δειλιάσει και ευρεθεί ανάξιος της τιμής και της δόξας των συστρατιωτών του, στάθηκε δίπλα του και του έδιδε θάρρος. Προέτρεπε το παιδί της, να φανεί ανδρείος και του έλεγε: «Γλυκό μου παιδί, του έλεγε, παιδί ήδη του ουράνιου Πατέρα, υπέμεινε λίγο ακόμη, για να γίνεις τέλειος μάρτυς του Χριστού, μη φοβηθείς τα βάσανα. Να, ο Χριστός παρίσταται αοράτως βοηθός σου, ακόμα λίγο, παιδί μου, και δεν θέλεις να υποστείς άλλο θλιβερό. Όλα τα βάσανα πέρασαν, νίκησες όλα τα φοβερά με την ανδρεία σου χαρά πρόκειται να έχεις μετά απ’ αυτά και θα συμβασιλεύεις με τον Χριστό και θα γίνεις πρεσβευτής για την μητέρα σου».

Βλέποντας, λοιπόν, η φιλόστοργος μητέρα, ότι οι στρατιώτες φόρτωσαν τα σώματα των μαρτύρων σε άμαξα και άφησαν τον γυιό της, με την ελπίδα ότι θα ζήσει, καταφρόνησε την σωματική της αδυναμία και σηκώνοντας το παιδί της ακολουθούσε πίσω από την άμαξα. Όταν διαπίστωσε, ότι απέθανε επάνω στους ώμους της, σκίρτησε από χαρά για το χαροποιό τέλος του γυιού της. Έφερε, λοιπόν, το ιερό λείψανό του και το τοποθέτησε επάνω στη σωρό μαζί με τα λείψανα των άλλων συμμαρτύρων του.

Οι στρατιώτες άναψαν μεγάλη φωτιά και κατέκαυσαν τα σώματα των αγίων’ έπειτα, απ’ ό,τι απέμεινε τα έριξαν στον ποταμό από φθόνο για να μην τα λάβουν οι χριστιανοί. Αλλ’ ο Θεός φρόντισε και τα λείψανα συγκεντρώθηκαν σ’ ένα κρημνό του ποταμού, τα οποία και περισυνέλεξαν οι χριστιανοί και αποτελούν για όλους τους Ορθοδόξους πλούτο πνευματικό, ευλογία, πηγή θείας Χάριτος και ιαμάτων.

Η ζωή και το μαρτύριο των Αγίων 40 Μαρτύρων μας ενθαρρύνει μέσα στο πνευματικό στάδιο της νηστείας. Ας μη δειλιάζουμε, αλλά με θάρρος και πίστη στο Σωτήρα Χριστό, ας Τον παρακαλούμε να ενισχύει την πίστη μας.

Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/2010/03/09/%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%82-%ce%b1%ce%b3%ce%af%ce%bf%cf%85%cf%82-40-%ce%bc%ce%ac%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%b5%cf%82/#more-33438

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Τί πας στην εκκλησία αφού δεν καταλαβαίνεις εκείνα που λέγονται;

Η πιο ωφέλιμη πλημμύρα!

Με λιμάνια μέσα στο πέλαγος μοιάζουν οι ναοί, που ο Θεός εγκατέστησε στις πόλεις· πνευματικά λιμάνια, όπου βρίσκουμε απερίγραπτη ψυχική ηρεμία όσοι σ' αυτά καταφεύγομε, ζαλισμένοι από την κοσμική τύρβη. Και όπως ακριβώς ένα απάνεμο και ακύμαντο λιμάνι προσφέρει ασφάλεια στα αραγμένα πλοία, έτσι και ο ναός σώζει από την τρικυμία των βιοτικών μεριμνών όσους σ' αυτόν προστρέχουν και αξιώνει τους πιστούς να στέκονται με σιγουριά και ν' ακούνε το λόγο του Θεού με γαλήνη πολλή.

Ο ναός είναι θεμέλιο της αρετής και σχολείο της πνευματικής ζωής. Πάτησε στα πρόθυρά του μόνο, οποιαδήποτε ώρα, κι αμέσως θα ξεχάσεις τις καθημερινές φροντίδες. Πέρασε μέσα, και μια αύρα πνευματική θα περικυκλώσει την ψυχή σου. Αυτή η ησυχία προξενεί δέος και διδάσκει τη χριστιανική ζωή, ανορθώνει το φρόνημα και δεν σε αφήνει να θυμάσαι τα παρόντα· σε μεταφέρει από τη γη στον ουρανό. Κι αν τόσο μεγάλο είναι το κέρδος όταν δεν γίνεται λατρευτική σύναξη, σκέψου, όταν τελείται η Λειτουργία και ο Χριστός βρίσκεται ανάμεσα στους πιστούς, ο Θεός Πατέρας δέχεται την τελούμενη θυσία, το Άγιο Πνεύμα χορηγεί τη δική Του αγαλλίαση, τότε λοιπόν, με πόση ωφέλεια πλημμυρισμένοι δεν φεύγουν από το ναό οι εκκλησιαζόμενοι;

(Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)

Τί συμβολίζουν τα μέρη του ναού;

Αδελφοί μου, το άγιο Βήμα φανερώνει το θρόνο του Θεού. Το καθολικό φανερώνει τον παράδεισο και ο νάρθηκας φανερώνει την θύρα του παραδείσου. Να χαίρεστε και να ευφραίνεστε και η αγιοσύνη σας, άγιοι ιερείς, όπου σας εχάρισε ο Θεός το άγιο Βήμα, όπου είναι θρόνος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Να απέχετε, αδελφοί μου, οι κοσμικοί να μη μπαίνετε μέσα εις το άγιο Βήμα. Δεν πρέπει να μπαίνη κανείς άλλος από τον παπά όπου λειτουργεί, και ο διάκονος. Να χαίρεστε, αδελφοί μου, και σεις οι κοσμικοί, όπου σας εχάρισε ο Θεός το καθολικό, όπου φανερώνει τον παράδεισο. Να χαίρεστε και σεις οι γυναίκες, αδελφαί μου, όπου σας εχάρισεν ο Θεός τον νάρθηκα, όπου φανερώνει την θύρα του παραδείσου.

Και να εμβαίνετε, αδελφοί μου, άνδρες και γυναίκες, μέσα εις την εκκλησίαν με φόβο και τρόμο και να μη κάμνετε κουβέντες· και να μη εμ­βαίνετε μέσα εις την εκκλησίαν, διά να βλέπετε οι άνδρες τας γυναίκας και αι γυναίκες τους άν­δρας, αλλά να κάμνετε τον σταυρόν σας με φόβον και τρόμον, να ακούετε την θείαν Λειτουργίαν, να φωτίζεσθε και να καθαρίζεσθε από τας αμαρτίας σας.

(Αγ. Κοσμάς ο Αιτωλός)

 Τί πας στην εκκλησία αφού δεν καταλαβαίνεις εκείνα που λέγονται;

Ο διάβολος, θέλοντας να εμποδίσει μερικούς Χριστιανούς να μη πηγαίνουν στην εκκλησία, βάζει σ' αυτούς και αυτό τον εύλογο τάχα λογισμό· τί θέλετε να πάτε  στην εκκλησία; Εσείς και στην εκκλησία αν πάτε με το σώμα, όμως με το νου δεν είσθε μέσα, αλλά έξω. Αλλά εσείς μην ακούσετε τον κακό αυτό λογισμό αλλά πηγαίνετε με  προθυμία  στην εκκλησία του Θεού και όσο το δυνατόν σας αγωνίζεσθε να μαζεύετε το νου σας και μη τον αφήνετε να τρέχει στα εξωτερικά και βιοτικά πράγματα, για να μη εφαρμοστεί και σε σας εκείνο το ιδιόμελο «πολλάκις την υμνωδίαν εκτελών ευρέθην την αμαρτίαν εκπληρών τη μεν γλώττη άσματα φθεγγόμενος, τη δε ψυχή άτοπα λογιζόμενος». Εάν όμως παρ' όλο που βρισκόσαστε  στην εκκλησία με το σώμα, ο νους σας σκορπιστεί προς  τα έξω, μη ταράζεστε, αλλά πάλι να τον γυρίζετε στην εκκλησία και στον εαυτό σας. Και αν πάλι τρέξει έξω, πάλι και πάλι να τον γυρίζετε και να τον συμμαζώνετε στη καρδιά σας, και από την εκκλησία να μη φεύγετε.

Φυλαχθείτε δε ακόμη, αδελφοί, και από τον λογισμό τούτο· «εσύ είσαι αγράμματος και αμαθής και δεν καταλαβαίνεις εκείνα που λέγονται στην εκκλησία, και λοιπόν γιατί να πας;». Σας απαντά ένας άββας στο «Γεροντικό» ότι αν και σεις δεν καταλαβαίνετε εκείνα που λέγονται στην εκκλησία, ο διάβολος τα καταλαβαίνει, και για τούτο τρομάζει και φοβάται και φεύγει από σας· αφήνω δε, ότι και εσείς, αν και δεν τα καταλαβαίνετε όλα όσα λέγονται στην εκκλησία, όμως πολλά από αυτά τα ξέρετε και με εκείνα ωφελείσθε. Προσθέτω δε και τούτο, ότι αν εσείς συχνά πηγαίνετε στην εκκλησία και ακούτε τα θεία λόγια, η συνέχεια εκείνη με το καιρό σας κάνει  να καταλαβαίνετε εκείνα που πριν δεν καταλαβαίνατε, όπως λέει ο Χρυσόστομος, διότι ο Θεός βλέποντας τη προθυμία σας ανοίγει το νου σας και τον φωτίζει στο να τα καταλαβαίνει.

 Πώς θα φυλάξουμε την ωφέλεια από τον εκκλησιασμό;

Με ποίο τρόπο μπορείτε να φυλάξετε αμόλυντη εκτός της εκκλησίας την καθαρότητα εκείνη που λάβατε μέσα στην εκκλησία; Εγώ να σας πω: εάν θυμάστε πάντοτε εκείνα που ακούσατε και μάθατε στην εκκλησία.

Μάλιστα δε και με τούτο μπορείτε να φυλάτε ολόκληρη την καθαρότητα και ευλάβεια που λάβατε από την εκκλησία, εάν συχνά πηγαίνετε και ανανεώνετε με νέες διδασκαλίες την διάθεσή σας στο καλό, φωτίζοντας μεν το νου σας με το φως της θείας γνώσεως, θερμαίνοντας δε τη θέληση και καρδιά σας με την αγάπη των εντολών του Κυρίου. Διότι καθώς το ρούχο όταν πλένεται συχνά  δεν λερώνει και καθώς όταν το φυτό συχνά ποτίζεται δεν ξεραίνεται, έτσι και ο Χριστιανός· όσο συχνά πηγαίνει στην εκκλησία του Χριστού και πλένεται και ποτίζεται από τα νάματα της θείας διδασκαλίας, φυλάγεται καθαρός και ούτε μολύνεται ούτε ξεραίνεται ο καρπός της αρετής του και ευλάβειας, αλλά αυξάνει ημέρα μα την  ημέρα και κάνει καρπούς αθανάτους άξιους για την αποθήκη της Βασιλείας των ουρανών.

Μη μοιάσετε λοιπόν και σεις αδελφοί με τον κόρακα εκείνο που έστειλε ο Νώε από την Κιβωτό να δει αν σταμάτησε το νερό του κατακλυσμού και εκείνος πλέον δεν γύρισε πίσω γιατί κάθισε πάνω στα ψοφίμια και έτρωγε. Όχι, αλλά να μοιάσετε στο περιστέρι εκείνο που έστειλε και πάλι γύρισε στη Κιβωτό γιατί δεν βρήκε πουθενά ανάπαυση, για  το πολύ νερό που ήταν ακόμη επάνω στη γη.

Επειδή και σήμερα όλος ο κόσμος είναι γεμάτος από το νερό του κατακλυσμού της αμαρτίας και των παθών και αλλού πουθενά δεν βρίσκει η ταλαίπωρη ψυχή του Χριστιανού ανάπαυση εκτός από την αγία εκκλησία, η οποία είναι τόπος καταφυγής και σωτηρίας.

(Οσ. Νικόδημος ο Αγιορείτης)

 Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

ΕΙΔΑ ΟΝΕΙΡΟ ΟΤΙ ΠΗΡΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΟ

 

-«Θες, λοιπόν, να σου δώσω συνέντευξη;» ρώτησε ο Θεός.

 

-«Αν σας περισσεύει χρόνος», απάντησα.

 

Ο Θεός χαμογέλασε:

-«Έχω μια μέρα και μια αιωνιότητα. Τι ερωτήσεις σκέφτεσαι να μου κάνεις;»

 

-«Τι είναι αυτό που σας εκπλήσσει περισσότερο στους ανθρώπους;»

 

ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕ...

Ότι με το να αγχώνονται για το μέλλον τους, λησμονούν το παρόν τους, κι έτσι δεν ζουν ούτε στο μέλλον ούτε στον παρόν.

 

Ότι ζουν σαν να μην πρόκειται να πεθάνουν ποτέ, και πεθαίνουν σαν να μην έχουν ζήσει καθόλου...

 

Ότι βιάζονται να αποβάλουν την παιδικότητα τους:

Θέλουν να μεγαλώσουν γρήγορα και ύστερα παρακαλούν να ξαναγίνουν παιδιά.

 

Ότι χάνουν την υγεία τους προσπαθώντας να βγάλουν λεφτά, κι ύστερα χάνουν τα λεφτά για να ξαναβρούν την υγειά τους.

 

Ο Θεός πήρε το χέρι μου στο δικό του, μείναμε για λίγο σιωπηλοί και μετά ρώτησα...

-«Σαν γονιός, ποια είναι τα μαθήματα ζωής που θα θέλατε να μάθουν τα παιδιά σας;

 

Ο Θεός απάντησε χαμογελώντας:

Να μάθουν ότι δεν μπορούν να αναγκάσουν τους άλλους να τους αγαπήσουν. Αυτό που μπορούν να κάνουν είναι να γίνουν άξιοι να αγαπηθούν.

 

Να μάθουν ότι δεν μετράνε περισσότερο τα πράγματα που έχουμε στη ζωή μας, αλλά οι άνθρωποι που έχουμε στη ζωή μας.

 

Να μάθουν ότι δεν ωφελεί να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με τους άλλους.

 

Να μάθουν ότι πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα περισσότερα, αλλά αυτός που χρειάζεται τα λιγότερα.

 

Να μάθουν ότι μέσα σε ελάχιστες στιγμές μπορείς ν' ανοίξεις στον άλλο πληγές που μετά παίρνει χρόνια πολλά να τις γιατρέψεις.

 

Να μάθουν τη συγχώρεση συγχωρώντας.

 

Να μάθουν πως υπάρχουν άνθρωποι που τους αγαπούν πραγματικά, που όμως δεν ξέρουν πώς να δείξουν ή να εκφράσουν τα αισθήματα τους.

 

Να μάθουν ότι τα χρήματα μπορούν να αγοράσουν τα πάντα ... ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ!!!!

 

Να μάθουν ότι δύο άνθρωποι μπορεί να κοιτούν το ίδιο πράγμα και να βλέπουν δύο διαφορετικά πράγματα.

 

Να μάθουν ότι δεν φτάνει πάντα να σε συγχωρούν οι άλλοι πρέπει να μπορείς να συγχωρήσεις κι ο ίδιος τον εαυτό σου.

 

Και να μάθουν ότι για τα παιδιά μου εγώ θα είμαι πάντα εδώ!!!

 

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Κύριε των δυνάμεων…

Κύριε των δυνάμεων…

«Κύριε των δυνάμεων μεθ' ημών γενού». Πώς ο Κύριος θα είναι μαζί μας. Ο Χριστός είναι δύναμη.

«Κύριε των δυνάμεων μεθ' ημών γενού…». Άραγε τί θέλουν να πουν αυτά τα λόγια; Κάτι καλό όμως θα είναι και ευχάριστο, για να το παρουσιάσουν οι άγιοι Πατέρες να λέγεται τώρα, αυτές τις ημέρες της άγιας Τεσσαρακοστής. Ποιός βασιλιάς, ποιός εξουσιαστής, ποιός άρχοντας, ποιός ηγεμόνας είναι σε αυτόν τον κόσμο, που δεν έχει εξουσία; Τόση δύναμη έχει ο λόγος του, ώστε εκείνο που θα προστάξει να γίνει αμέσως. Όμως δύναμη πνευματική δεν μπορεί να τους δώσει.

«Κύριε των δυνάμεων μεθ' ημών γενού». Παρακαλούμε τον βασιλέα των ουρανών να μας δώσει κάποια δύναμη πνευματική. Τώρα, αυτές τις ημέρες πολύ σωστά όρισαν οι άγιοι Πατέρες να το λέμε αυτό και να τον παρακαλούμε να έλθει μαζί μας. Έλα εσύ, που είσαι ο εξουσιαστής όλων των δυνάμεων, εσύ που είσαι Κύριος των πάντων, έλα μαζί  μας. Τί να κάνεις; να γίνεις παρήγορός μας, έλα να γίνεις συνήγορός μας, δάσκαλος και ιατρός μας· εσύ που εξουσιάζεις τα πάντα «μεθ' ημών γενού». Τον παρακαλούμε να μας δώσει κάποια δύναμη.

Αυτή όμως η δύναμη απλώς και ως έτυχε δεν έρχεται. Δεν είναι κανένα ρούχο να το φορέσουμε, δεν είναι κανένα πράγμα υλικό, για να το πάρουμε· είναι μία δύναμη πνευματική. Είναι ο ίδιος ο Θεός, τον οποίον παρακαλούμε να έλθει μαζί μας. Είναι πανέτοιμος για να έλθει· είναι πολύ πρόθυμος και έτοιμος κάθε στιγμή με ευχαρίστηση, με χαρά, με καλή διάθεση, να έλθει να επισκιάσει και να βοηθήσει τον άνθρωπο, αλλά πρέπει να του ετοιμάσουμε τόπο.

Ποιός είναι αυτός, που έχει τόσες δυνάμεις; είναι αυτός ο Χριστός, που ήλθε και έχυσε το πανάγιό Του αίμα, για να μας εξαγοράσει και να μας δώσει δύναμη, ώστε να πατούμε επάνω «όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού». Αλλά δεν έρχεται έτσι· πρέπει πρώτα – πρώτα να καταδαμάσουμε τα πάθη μας. Για τούτο οι άγιοι Πατέρες όρισαν να το λέμε τώρα, αυτές τις ημέρες, που είναι η νηστεία· διότι η νηστεία καταδαμάζει τα πάθη. Εάν δεν καταδαμαστούν αυτά, δεν έρχεται ο Θεός.

Ποιό όμως να είναι το μέσον, με το οποίο θα μπορέσουμε να φέρουμε τον Θεό μαζί μας; Πιστεύω ότι το ξέρετε. Το μέσον αυτό, με το οποίο θα φέρουμε τον Θεό μαζί μας, είναι αυτή η συντριβή της καρδίας. Να συντρίψουμε την καρδία μας και να φέρουμε στον εαυτό μας την αγάπη, την ταπείνωση, την υπομονή και επιμονή στο αγαθό, για να μείνει ο Θεός μαζί μας. Δύσκολο όμως είναι. Διότι τα πάθη μας δεν τα δαμάζουμε εύκολα.

Επικαλούμεθα τον Θεόν στο κελλί μας, μέσα στην εκκλησία, κλαίμε, συντρίβουμε τον εαυτό μας, άλλα διάφορα κάνουμε, βγαίνουμε όμως κατόπιν έξω και εκείνα, τα οποία κερδίσαμε, τα δαπανάμε. Πώς; Με το μίσος, την κακία, την πονηρία, με την κρίση, με την κατάκριση και με τα άλλα πάθη, τα οποία πολεμούν καθημερινά τον άνθρωπον. Φωνάζουμε: Κύριε των δυνάμεων έλα μαζί μας… αλλά αυτά απομακρύνουν τη χάρη του Θεού, και δεν έρχεται. Δεν φοβούμεθα το Θεό, αλλά και δεν τον αγαπούμε· ναι έλεγε ο μέγας Αντώνιος, ότι εγώ δεν φοβούμαι τον Θεό, αλλά τον αγαπώ ολοψύχως, διότι η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβο.

Πώς δείχνουμε ότι δεν τον αγαπούμε εμείς; διότι όταν μας τύχει μια προσβολή, δεν υπομένουμε, όταν μας τύχει κάτι που μας παροξύνει, δεν υποκύπτουμε, όταν μας έρχεται να κάνουμε κάτι, το οποίο είναι μισητό ενώπιον του Θεού, δεν το αποφεύγουμε. Ποιόν βλάπτουμε; τη ψυχή μας. Εκεί που θα βλαφτείς, εκεί πηγαίνεις· εκεί που θα σκοτισθεί το μυαλό σου, εκεί τρέχεις. Τί θα κερδίσεις; αντί χαρά, λύπη· αντί ανάπαυση, ταραχή και ανησυχία. Πώς θα έλθει μαζί σου ο Θεός;

Πολλές ημέρες τώρα παρατηρώ έξω που πηγαίνω, ότι έρχονται δύο πέρδικες και καθίζουν εκεί στο παγκάκι· πότε πιό πάνω, πότε πιό κάτω, όλο τις βλέπω να τριγυρίζουν εκεί. Γιατί δεν έρχονταν και άλλοτε; γιατί δεν έρχονταν και τα περασμένα χρόνια, μόνο τώρα κάθε μέρα έρχονται; Διότι βλέπουν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος. Εμείς, αδελφές, δεν βλέπουμε τον κίνδυνο που έρχεται εναντίον της ψυχής μας; Δεν βλέπουμε ότι ο διάβολος γίνεται όργανο, για να απορροφήσει την πνευματική μας δύναμη. Ποιός το σοφίζει αυτό το πουλί; ποιός του έλεγε τόσα χρόνια να μην έρχεται και τώρα δεν φεύγει από εκεί; Κανείς· με τη γνώση του· καταλαβαίνει ότι σ' αυτό  το μέρος θα βρει τη γαλήνη, θα βρει ­την ησυχία. Εμείς είμαστε λογικοί άνθρωποι, αφιερωμένοι στον Θεό. Γιατί να τρέχουμε εκεί που είναι ο κίνδυνος; Γιατί να μην ασπαζόμαστε  τη σιωπή; Γιατί να μην κυνηγούμε την υπακοή; Γιατί να μην έχουμε την αγάπη, την υπομονή, την ομόνοια, με τα οποία θα αποφύγουμε τους κινδύνους και θα φέρουμε τη θεϊκή δύναμη μέσα μας;

Έμενα, μου κάνει εντύπωση αυτό το πράγμα· έκπληκτος γίνομαι· ένα πουλί να καταλαβαίνει τον κίνδυνο! του δίνει σοφία ο Θεός· του δίνει στόχαση, ότι σ' αυτό το μέρος δεν έχει φόβο να βλαφτεί.

Δεν μας φθάνει, αδελφές, να πούμε ότι ήλθαμε στο στάδιο της αγίας Τεσσαρακοστής και εξασφαλιστήκαμε με τη νηστεία που κάνουμε διότι η νηστεία αυτή δεν είναι άλλο παρά μια αλλαγή φαγητών. Άλλη νηστεία να κάνουμε· διότι λέει και το στιχηρό, «νηστεία δεν είναι μόνον η αποχή των βρωμάτων, αλλά εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, καταλαλιάς, ψεύδους…» αυτά να αποφύγουμε, αδελφές. Διότι δεν θα μπορέσουμε να δικαιολογηθούμε τότε ενώπιον του πανδήμου δικαστηρίου και να πούμε ότι δεν τα ξέραμε. Όταν τηρείς λοιπόν αυτά, ευθύς ως θα ειπείς: «Κύριε των δυνάμεων, έλα μαζί μου…» αμέσως ένας άγγελος έρχεται πλησίον σου. Έρχεται και ο διάβολος από πίσω, αλλά ο άγγελος είναι ισχυρότερος. Και να μην πεις ποτέ, ο διάβολος με παρακίνησε και έκανα εκείνο το κακό, ή είδα τον άλλο και παρακινήθηκα και εγώ. Διότι δεν γελιέται ο Θεός· τον άγγελο που σου έδωσε φύλακα και σε φυλάει νύκτα – μέρα, γιατί δεν τον ακούς, αλλά μόνον ακούς τον Σατανά; Δωρεάν μας φυλάει ο άγγελος μέρα και νύκτα. Όμως επειδή αδυνατούμε να κάνουμε το αγαθό, αδυνατεί και ο άγγελος και φεύγει μακριά μας. Αλλά ο διάβολος που μένει πλησίον σου καλό θα σου κάνει; Προσέχετε! διότι η ζημιά είναι μεγάλη και όταν σεις ζημιώνεσθε, η λύπη μου είναι άπειρη. Διότι δεν θέλω να χαθεί καμία σας. Αν χαθώ εγώ, δεν με νοιάζει· αν χαθεί όμως μια από σας, η λύπη μου θα είναι πολύ μεγάλη…

Να προσέχετε! Όπου είναι η δύναμη, εκεί να τρέχετε· να φεύγει κάθε είδος κακίας, το οποίο θα σας φέρει σκότος και ταραχή. Ποιά είναι η δύναμη; ο Χριστός! εκεί να τρέξεις. Σου έτυχε κάτι; τρέξε στη προσευχή, τρέξε στο Χριστό. Και πώς δεν πας στο Χριστό; πώς δεν τρέχεις στη προσευχή; η προσευχή, είναι το πάν, εκεί είναι η δύναμη, εκεί είναι η βοήθεια. Τρέξε λοιπόν στον βοηθό, τρέξε εκεί που υπάρχει δύναμη.

Η προσευχή είναι σαν μία θωράκιση, είναι σαν ένα ισχυρό όπλο και ενίσχυση, για να αποφεύγουμε τον Σατανά και να μη γινόμαστε παιχνιδάκι  του. Από πού έρχεται η δύναμη; από το Χριστό! Ο Χριστός μου είναι δύναμη… τρέξε λοιπόν φώναζε το Χριστό να σε βοηθήσει. Προσπαθήσετε να αγιασθείτε, να φωτιστείτε,… επικαλείσθε τον Χριστό να σας γίνεται βοηθός σε όλα και συνήγορος. Εμείς έχουμε αγγέλους και μας φυλάγουν ο βασιλέας μας, μας έδωσε από έναν άγγελο φύλακα. Λοιπόν αποφεύγετε τον Σατανά· τρέχετε στον Χριστό. Οτιδήποτε σας συμβεί, η παρηγοριά σας να είναι ο Χριστός· εκεί είναι η δύναμη. Θέλω να γίνετε τέκνα του επουρανίου βασιλέως· θέλω να σας δω όλους στη βασιλεία των ουρανών.

(Αγίου Ανθίμου του Χίου, Πνευματικές διδασκαλίες).

 

Πηγη: http://vatopaidi.wordpress.com

Μακαριστός Γέροντας Σίμων Αρβανίτης (Κοιμήθηκε 4 Μαρτίου 1988)



Σαν σήμερα πριν από 22 χρόνια κοιμήθηκε ο μακαριστός γέροντας Σίμων Αρβανίτης. Ο π. Σίμων γεννήθηκε το 1901 ανήμερα της Πρωτοχρονιάς στο χωριό Κουκουβάουνες Αττικής (σημερινή Μεταμόρφωση Αττικής). Όλοι ήθελαν να πάρει το όνομα Βασίλειος. Τελικά όμως πήρε το όνομα της γιαγιάς του Παναγιώτας και έτσι ονομάστηκε Παναγιώτης. Ήταν ένα χαριτωμένο παχουλό αγοράκι κατάξανθο με μάτια γαλανά. Στο χωριό τον αγαπούσαν όλοι. Οι γονείς του ήταν φτωχοί αλλά πολύ καλοί, απλοί, άκακοι, φιλόξενοι άνθρωποι και το πιο σημαντικό ευσεβείς. Είχε 3 αδέλφια τον Ιωάννη, το Δημήτριο και τον Κωνσταντίνο. Όλα τα παιδιά αποδειχτήκαν ευλογημένα, το καθένα στολισμένο με εξαιρετικές αρετές, χαρίσματα και καλοσύνη. Ο αδελφός του Κωνσταντίνος αναδείχτηκε πρωταθλητής στίβου.

Ο Παναγιώτης (γέροντας) μεγαλώνοντας βοηθούσε τον πατέρα του, συμβάλλοντας κι αυτός με τον τρόπο του στην οικονομία του σπιτιού. Δούλεψε πλανόδιος μανάβης σε κτήματα, σε χωράφια, σε αμπέλια και περιβόλια. Δεν φοβόταν τη δουλειά και είχε τρομερή σωματική δύναμη. Μόλις καθόταν να ξεκουραστεί διάβαζε βιβλία για το Χριστό τα οποία είχε πάντα στην τσέπη του. Η μελέτη ήταν η ζωή του. Τα Σάββατα πήγαινε στα ξωκλήσια, προσευχόταν και μελετούσε. Γύριζε σπίτι την Κυριακή βράδυ και μόνο τότε έτρωγε. Έμενε όλο το 24ωρο νηστικός. Ο έντιμος χαρακτήρας του γέροντα διαφάνηκε και στο στρατό όπου ο λοχαγός του ανάθεσε την υπηρεσία του αποθηκάριου.

Ο γέροντας επισκεπτόταν συχνά το Άγιο Όρος και του άρεσε να κάνει μεγάλες πορείες. Μια φορά ξεκίνησε από την Αθήνα και πήγε με τα πόδια στην Ουρανούπολη. Εκεί έβαλε τα ρούχα του στην πλάτη του και πήγε στο Άγιο Όρος κολυμπώντας. Μια άλλη φορά στα Καυσοκαλύβια, συνάντησε τον μητροπολίτη Νεκτάριο Κεφαλά, τον μετέπειτα άγιο Νεκτάριο, και όταν πήγε να πάρει την ευχή του ο άγιος τον κράτησε από το χέρι και του είπε ότι θα γίνει πνευματικός και θα σώσει πολλές ψυχές. Το 1925 αποφασίζει με 2 φίλους του να φύγουν κρυφά με σκοπό να ασκητέψουν. Πήγαν στην Εύβοια, βρήκαν μια σπηλιά και κλείστηκαν μέσα. Δεν είχαν πάρει μαζί τους τίποτα εκτός από το Ευαγγέλιο. Οι φίλοι του δεν άντεξαν και έφυγαν. Ο Παναγιώτης αναχώρησε και πήγε περπατώντας στο μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους στη Λεύκα Αυλωναρίου με σκοπό να μονάσει εκεί. Οι γονείς του και ιδιαίτερα η μητέρα του που τον αγαπούσε υπερβολικά ξέσπασαν σε θρήνους για την εξαφάνιση του. Πίστεψαν ότι ο Παναγιώτης χάθηκε και του έκαναν μνημόσυνο. Ασκήτευε στην σπηλιά του αγίου Γρηγορίου, όπου πηγάζει αγίασμα και προσευχόταν νύχτα-μέρα. Όταν ο μητροπολίτης πληροφορήθηκε γι’ αυτόν από ανθρώπους που πήγαιναν στην σπηλιά για αγίασμα και έμαθε για την αυστηρή του άσκηση, τον αναζήτησε και τον έκανε αμέσως μοναχό στο μοναστήρι του αγίου Χαραλάμπους με το όνομα Σίμων. Ο π. Σίμων όμως και πάλι κλείστηκε σε μια σπηλιά και δεν έτρωγε τίποτα. Τον εύρισκαν πολλές φορές οι βοσκοί εξαντλημένο από την πείνα, πεσμένο στο έδαφος και τον πήγαιναν στο μοναστήρι, αλλά εκείνος πάλι έφευγε. Ο ίδιος αργότερα έλεγε: «Στην σπηλιά του αγίου Γρηγορίου έπινα ένα ποτήρι του κρασιού αγίασμα μετά την δύση του ηλίου επί τριάντα μέρες. Είχε φύγει όλο το σώμα μου. Ζύγιζα γύρω στα τριάντα κιλά». Τελικά επενέβη ο Μητροπολίτης πού τον υποχρέωσε να μείνει στο μοναστήρι. Διακόνημά του ήταν να καλλιεργεί τους κήπους και με την μεγάλη του σωματική δύναμη εντυπωσίαζε τους πάντες. Όταν εργαζόταν στους κήπους είχε βοηθό του ένα παιδί, το οποίο αρρώστησε βαριά. Όταν το είπαν στον π. Σίμωνα παράτησε το τσαπί και έφυγε για να προσευχηθεί στο βουνό. Δεν προχώρησε όμως πολύ και οι πατέρες του φώναξαν να γυρίσει πίσω, γιατί το παιδί είχε γίνει καλά. Ήταν ένα πρώτο δείγμα της αποτελεσματικότητας της προσευχής του Γέροντα.

Ο μητροπολίτης βλέποντας τις αρετές του τον χειροτόνησε ιερέα παρά τις αντιρρήσεις του το 1936 και τον έστελνε σε διάφορες εκκλησίες για την Θ. Λειτουργία. Ο κ. Δ. Κουλουρίδης διηγείται ότι στο χωριό του το Κληματάρι Ευβοίας έστελναν συχνά τον π.Σίμωνα για την Θ. Λειτουργία. Τον χειμώνα όμως, το χιόνι ήταν τόσο πυκνό πού τον απέκλειε καταμεσίς του δρόμου. Όταν οι χωρικοί έβλεπαν ότι δεν έχει φτάσει ο ιερέας, τον αναζητούσαν και τον έβρισκαν κάτω από το χιόνι, με τα χέρια ψηλά να προσεύχεται. Όσο και αν ξεπάγιαζε και αν δυσκολευόταν να συνέλθει από το κρύο δεν άφηνε τα χωριά χωρίς Θ. Λειτουργία και πήγαινε πάλι την άλλη Κυριακή παρά τους πάγους και τα χιόνια.

Το 1942 εστάλη στην Μονή Μεταμορφώσεως ως πνευματικός. Εκεί κοντά βρίσκεται το εκκλησάκι των Ταξιαρχών. Το 1943 συνέβη ένα συγκλονιστικό θαύμα την παραμονή των Ταξιαρχών. Είχε μαζευτεί πλήθος κόσμου για την εορτή σε μια εποχή πού όλους τους θέριζε η πείνα λόγω της Κατοχής. Ο Γέροντας, όταν είδε τόσο κόσμο μαζεμένο για την αγρυπνία, είπε να ετοιμάσουν φαγητό. Υπήρχε μόνο ένα τσουβάλι κρεμύδια και έδωσε εντολή να τα καθαρίσουν όλα, ενώ εκείνος άρχισε να προσεύχεται. Ξαφνικά ένας μεγάλος λαγός σαν αρνί κατέβηκε από το βουνό και μπήκε μέσα στο μαγειρείο μόνος του. Έτσι, θαυματουργικά εξασφαλίστηκε τροφή για όλο τον κόσμο και περίσσεψε και για το μοναστήρι.

Το 1945 ξεκινά να έχει πρόβλημα με την όραση του. Το φως του ελαττώθηκε σημαντικά και δεν έβλεπε καλά. Εν τω μεταξύ η οικογένεια του μαθαίνει ότι τελικά ζει ο π. Σίμων. Αναλαμβάνει καθήκοντα στην ενορία της Αγίας Βαρβάρας στη Λυκόβρυση. Η Αγία Βαρβάρα παρουσιάζεται μπροστά του ολοζώντανη και του ζητά να κτίσει την εκκλησία της με την βοήθεια της. Έτσι ξεκινά ένας μεγάλος αγώνας για το κτίσιμο της. Με αυτό τον τρόπο θα συμμάζευε τον κόσμο της περιοχής και θα τον προστάτευε από την αμαρτία. Ο π. Σίμων αγωνιζόταν με κάθε τρόπο πνευματικό και είχε ως σημαντικό όπλο του την νηστεία και την προσευχή. Όλη τη μέρα εξομολογούσε και μόλις έβρισκε την παραμικρή ευκαιρία πήγαινε και βοηθούσε στην οικοδομή. Όλος ο κόσμος τον θαύμαζε. Όταν τελείωσε το κτίσιμο του Ιερού Ναού της Αγίας Βαρβάρας υπέβαλε την παραίτηση του και το 1965 γυρίζει στη Αθήνα να βρει μέρος για να ιδρύσει μοναστήρι. Ύστερα από επίμονη αναζήτηση χώρου για ίδρυση μοναστηριού ο Γέροντας κατέληξε στο εξωκκλήσι του αγίου Παντελεήμονα στην Πεντέλη, πού ανήκε στην Μονή Πετράκη. Αφού εξασφάλισε την συγκατάθεση του ηγουμένου της Μονής Πετράκη Χαράλαμπου Βασιλόπουλου, άρχισε το κτίσιμο ενός κελλιού, ενός αχυρώνα και ενός φούρνου δίπλα στο υπάρχον εκκλησάκι. Όμως ο διάβολος πολέμησε την ίδυση του μοναστηριού. Φανερώθηκε στον Γέροντα και του είπε ότι θα τον πολεμήσει μέχρι τέλους και δεν θα τον αφήσει να στεριώσει το μοναστήρι. Πράγματι οι βοσκοί της περιοχής απείλησαν τον Γέροντα με τις γκλίτσες τους λέγοντας ότι ο τόπος ήταν δικός τους. Η υπόθεση πήγε στο δικαστήριο όπου ο Γέροντας δικαιώθηκε. Ο εργολάβος της οικοδομικής δραστηριότητας και συγγενής του Γέροντα, Γιώργος Πανταζής, διηγείται: « Όταν ρίχναμε την πλάκα και ετοιμάσαμε το μισό αστάρωμα διαπιστώσαμε ότι το νερό τελείωσε. Το παίρναμε από το πηγαδάκι, το οποίο άνοιξε ο Γέροντας σε γούρνα πού έβγαζε ελάχιστο νερό. Εκθέσαμε στον π. Σίμωνα το πρόβλημα και αυτός μάς διαβεβαίωσε ότι αφού φάμε το φαγητό πού είχε ετοιμαστεί θα έρθει νερό. Και ενώ ήταν καλοκαιρία, όσο τρώγαμε έπιασε δυνατή βροχή και χαλάζι και γέμισε με νερό ένας λάκος δυόμισι μέτρα βάθος.

Ο γέροντας έγινε γνωστός για το έργο του, την εξομολόγηση και τη διορατικότητα του. Πολύ κόσμος μαζευόταν κοντά του και όλοι τον αγαπούσαν. Η φιλοξενία που πρόσφερε στους ανθρώπους ήταν αβραμιαία. Όλοι οι μοναχοί τον στήριζαν και ιδιαίτερα ο μοναχός Ζωσιμάς ο οποίος έμεινε κοντά του μέχρι το τέλος και του έκλεισε τα μάτια. Ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης από την Εύβοια εκτιμούσε πολύ τον π. Σίμωνα και επισκέφθηκε το μοναστήρι να πάρει την ευχή του. Στην πανήγυρη δε του Αγίου Παντελεήμωνος προσφερόταν φαγητό για πάνω από 2,000 άτομα. Πολλά πράγματα τα προέβλεπε και τα έλεγε πριν καν γίνουν. Ο π. Ζωσιμάς αναφέρει σε ένα από τα βιβλία του πού έχει γράψει για τον Γέροντα:

«Πολλές φορές ενώ κοιμόμουν κοντά του για να τον προσέχω, επειδή δεν έβλεπε πλέον, τον άκουγα να μιλάει. Όταν τον ρωτούσα με ποιόν μιλούσε μου έλεγε:

– Νομίζεις ότι κοιμάμαι; Πολύς κόσμος έρχεται όλη την νύχτα.

Και άλλη φορά μια κυρία μου είπε ότι το προηγούμενο βράδυ επικαλέστηκε τον Γέροντα για κάποιο πρόβλημά της και εκείνος μπήκε στο σπίτι της, της έδωσε την λύση και χάθηκε. Εγώ της είπα ότι δεν είναι δυνατόν να συνέβη αυτό, γιατί κλειδώνω το κελλί το βράδυ και κρατάω το κλειδί ώστε να αναγκάζεται ο Γέροντας να με ξυπνάει και να τον συνοδεύω έξω για να μην χτυπήσει, αφού δεν βλέπει. Τότε ο Γέροντας φωνάζει από το κελλί του:

– Ζωσιμά, εσύ πές ό,τι θέλεις. Εγώ το βράδυ φεύγω απ’ εδώ.

Ένα βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, μου φωνάζει να του φέρω το πετραχήλι. Του το πήγα, το φόρεσε όπως ήταν ξαπλωμένος και άρχισε να προσεύχεται πολλή ώρα. Κατά την μία παρά τέταρτο έφτασε αγριεμένος κάποιος γνωστός μας από την Πεντέλη. Ήταν κυριευμένος από θυμό και φώναζε:

– Θα σκοτώσω άνθρωπο απόψε. Θα κάνω έγκλημα.

Και ο Γέροντας τον έβαλε να σκύψει κάτω από το πετραχήλι για να του διαβάσει την ευχή. Μα ο άλλος διαμαρτυρόταν ότι ήθελε να εξομολογηθεί πρώτα. Και ο Γέροντας του αποκάλυψε ότι δεν χρειαζόταν να του πεί τίποτα, γιατί τα έβλεπε όλα από την ώρα πού άρχισε να μαλώνει στο σπίτι του.

Ο π. Σίμων βοηθούσε οικονομικά οικογένειες, γιάτρευε αρρώστους, συμβούλευε. Ήταν καλός γιατρός της ψυχής αλλά και του σώματος. Όλο έλεγε πως για να είναι ο Θεός μαζί μας πρέπει να προσέχουμε να μην στενοχωρούμε κανένα και να μην κάνουμε παρατηρήσεις στους άλλους. Να έχουμε πίστη στο Θεό. Να αγαπάμε τους φτωχούς και αδύνατους. Να είμαστε δίκαιοι. Να μην μιλάμε γρήγορα, μα πρώτα να σκεφτόμαστε. Να μην τρέχουμε ποτέ στις κρίσεις μας. Να ρωτάμε τον Κύριο “Κύριε τι θέλεις να κάνω;” Να μη χάνουμε τις ελπίδες μας όταν δοκιμαζόμαστε. Να είμαστε συγκεντρωμένοι στην εκκλησία. Να διαβάζουμε βίους Αγίων και ιδιαίτερα τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο (τον αγαπούσε πολύ ο γέροντας). Να μην μιλάμε θυμωμένα. Να μην θυμώνουμε και να μην κατακρίνουμε. Μάλιστα για το θέμα του θυμού είχε κάνει ιδιαίτερο αγώνα και προσευχή ο ίδιος να τον νικήσει. Όταν ήταν δεκαπέντε χρονών, πήγε να κόψει ξύλα παίρνοντας δανεικό τσεκούρι από τον θείο του. Το διάστημα εκείνο προσευχόταν να κόψει τον θυμό. Συνάντησε στο βουνό τον δασοφύλακα, ο οποίος ζήτησε χρήματα για τα ξύλα πού θα έκοβε, αλλά ο Παναγιώτης -αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του Γέροντα- δεν είχε μαζί του. Ο δασοφύλακας ζήτησε ως ενέχυρο το τσεκούρι, αλλά ήταν αδύνατο να το αφήσει αφού ήταν του θείου του και μάλιστα το χρειαζόταν πάλι. Τότε ο δασοφύλακας άρχισε να χτυπάει με ένα χοντρό ξύλο τον Παναγιώτη στην πλάτη, ο οποίος προσευχόταν συνεχώς να μην ανταποδώσει τα χτυπήματα, γιατί με την σωματική δύναμη πού είχε θα μπορούσε, όπως ομολογούσε μετά ο Γέροντας, να του κάνει μεγάλο κακό και να καταλήξει στην φυλακή. Παραδόξως δεν ένιωθε πόνο από τα χτυπήματα παρά το γεγονός ότι φορούσε μόνο ένα λεπτό φανελάκι. Όταν ο δασοφύλακας είδε ότι δέχεται αδιαμαρτύρητα τα χτυπήματα συγκινήθηκε, του ζήτησε συγγνώμη και επιπλέον τον βοήθησε να κόψει όσα ξύλα ήθελε. Όταν ο Παναγιώτης επέστρεψε στο σπίτι και κοίταξε την πλάτη του στον καθρέφτη δεν είχε ούτε γρατσουνιά. Από τότε κανένας δεν τον είδε να θυμώνει ποτέ.

Ο γέροντας μελετούσε συνεχώς. Ήταν πραγματικός απόστολος γεννημένος να οδηγεί τις ψυχές στο Χριστό και στον Παράδεισο. Στο μοναστήρι πήγαιναν καθημερινά άνθρωποι όλων των κοινωνικών τάξεων, πλούσιοι, φτωχοί, πιστοί, άπιστοι, μικροί, μεγάλοι, οι πάντες. Έτρωγε όλος ο κόσμος στο τραπέζι σαν μια οικογένεια. Αυτή η φιλοξενία ήταν αιτία να γίνουν πολλοί, καλοί χριστιανοί. Πολλοί έρχονταν για να βοηθήσουν στις δουλειές του μοναστηριού. Ήταν πόλος έλξης και όποιος τον πλησίαζε μια φορά και έπαιρνε την ευχή του, έμενε για πάντα μαζί του και τον είχε πνευματικό του πατέρα. Παρόλα τα πολλά θαύματα που έκανε ήταν πολύ ταπεινός και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να τον θεωρούν άγιο.

Σιγά-σιγά η υγεία του καμπτόταν και η όρασή του χάθηκε, ενώ τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του το μέγεθος της οδύνης και του συνεχούς άλγους τον έκαιγε σαν καμίνι φοβερό. Παρουσιάστηκε πρόβλημα στον προστάτη και εισήχθη στο νοσοκομείο. Επί μια εβδομάδα έβγαζε αίμα και πονούσε φοβερά χωρίς όμως να το δείχνει καθόλου. Εξομολογούσε μάλιστα και διάφορα πνευματικά του παιδιά πού έρχονταν γι’ αυτόν τον λόγο. Στην συνέχεια χειρουργήθηκε από σκωληκοειδίτιδα και κήλη. Οι περιπέτειες της υγείας του δεν τελείωσαν.

Προέκυπταν ουρολοιμώξεις, το σώμα του πλήγιασε, είχε αιμορραγίες και όλα αυτά τα υπέμενε αδιαμαρτύρητα. Επειδή οι πόνοι του ήταν αβάστακτοι κρατούσε ένα λαστιχένιο μπαλάκι στην παλάμη του και το έσφιγγε για να μην δείχνει ότι πονάει. Από το σφίξιμο, τελικά, η παλάμη του σάπισε και χρειάστηκε ειδική περιποίηση για να κλείσει η πληγή. Όσο πλησίαζαν οι μέρες προς το τέλος του, μάς προειδοποιούσε για αυτό παίρνοντας την στάση του νεκρού με σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος. Στις 4 Μαρτίου 1988 παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Κύριο πού τόσο αγάπησε. Η σορός του μεταφέρθηκε στον Ι. Ν. Αγίας Βαρβάρας, την οποία έκτισε και η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονα χοροστατούντος του μητροπολίτου πρώην Κεφαλληνίας Προκοπίου. Τότε κατά το «δεύτε τελευταίον ασπασμόν…» πραγματοποιήθηκε ένα τελευταίο αξιοθαύμαστο γεγονός . Όταν πήγε ο μητροπολίτης να τον ασπαστεί, ο Γέροντας του πρότεινε το χέρι και εκείνος το ασπάστηκε. Το ίδιο έκανε και στο μοναχό Ζωσιμά. Άλλο θαυμαστό γεγονός ήταν ότι ενώ έκλαιγαν πάνω από το σώμα του ο γέροντας κούνησε το δακτυλάκι του. Επίσης μια κοπέλα που ήταν σκυμμένη πίσω από το φέρετρο ακριβώς πίσω από το κεφάλι του γέροντα άκουσε τη φωνή του να λέει “Εδώ μέσα δεν κλαίνε! Είναι εκκλησία”. Ο λαιμός του ήταν ζεστός.

Ο τάφος του βρίσκεται στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος στην Πεντέλη και αποτελεί πόλο έλξης πολλών ταλαιπωρημένων ψυχών. Πολλοί προσέρχονται με βαθιά πίστη και έχουμε μαρτυρίες πολλών θαυματουργικών επεμβάσεων του Γέροντα σε ποικίλα προβλήματα. Ο μοναχός Ζωσιμάς έχει γράψει το βίο του σε βιβλίο (Α’ Τόμος) και πάρα πολλά θαύματα που βίωσε ο κόσμος παραθέτονται μέσα στου Τόμους Β’- Ε'.


“Το νεόφωτον άστρον Χριστού της πίστεως,
το διαλάμψαν αρτίως εν τη Πεντέλη αυγαίς,
συμπαθείας και αγάπης προς τους κάμνοντας,
και κατευθύνσεως ψυχών προς λιμένα ουρανών,
τιμήσωμεν κατά χρέος φωσφόρων Σίμωνα,
ύμνοις αυτού πρεσβείας εξαιτούμενοι”









Πηγές: 1) http://vatopaidi.wordpress.com
2) Ιερομόναχος Σίμων Αρβανίτης - Η Ζωή και το Έργο του (Α' Τόμος - μοναχού Ζωσιμά)
3) http://clubs.pathfinder.gr
4) http://www.rel.gr

Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

Άγιος Νικόλαος Πλανάς (Εορτάζει 2 Μαρτίου)




Ιδιαίτερη πατρίδα του Αγίου ήταν η Νάξος. Σ’αυτό το όμορφο νησί των Κυκλάδων γεννήθηκε το 1851 απο γονείς εύπορους και πιστούς. Απο μικρό παιδί αγαπούσε την εκκλησία και πολύ συχνά συνήθιζε να πηγαίνει στο μικρό εκκλησάκι που υπήρχε κοντά στο σπίτι του και να ψάλλει ο,τιδήποτε ήξερε. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και η μητέρα του αναγκάστηκε να πάρει τα παιδιά της και να φθάσει στην Αθήνα.

Τρία χρόνια αργότερα ο νεαρός Νικόλαος παντρεύτηκε και απέκτησε ένα γιό.
Λίγο χρόνο έμεινε με τη σύζυγό του. Η επιθυμία του να αφιερώσει τη ζωή του στο Θεό ήταν μεγάλη και ο Κύριος βλέποντας την αγάπη και τις θερμές προσευχές του, τον βοήθησε να εκπληρώσει την επιθυμία του. Έτσι, στις 28 Ιουλίου 1879 στον ναό της Μεταμορφώσεως στη Πλάκα, έγινε διάκονος. Σύντομα, αφού και η σύζυγος του είχε ήδη αποβιώσει, μοίρασε όλη την περιουσία που είχε. Ο ίδιος παρέμεινε ταπεινός και φτωχός, στηρίζοντας σ΄ολόκληρη τη ζωή του στην αγάπη του Θεού. Πέντε χρόνια αργότερα, χειροτονήθηκε ιερέας και απο εκείνη τη στιγμή άρχισε πού αυστηρή άσκηση καθώς η προσευχή ποτέ δεν έλειπε απ΄τα χείλη και την ψυχή του.

Αρχικά ήταν εφημέριος στον ναό του Αγίου Παντελεήμονος στον Νέο Κόσμο. Όμως στον ναό αυτό δεν έμεινε για πολύ καιρό αφού λίγο αργότερα διορίστηκε εφημέριος στον Άγιο Ιωάννη της οδού Βουλιαγμένης, τον Κυνηγό όπως τον έλεγαν. Τότε ήταν μια πτωχή ενορία με μόλις οκτώ οικογένειες. Είχε, όμως, το μεγάλο προνόμιο να λειτουργεί εκεί η ταπεινή μορφή του Αγίου Νικολάου Πλανά.

Για πενήντα συνεχόμενα χρόνια, ο Άγιος λειτουργούσε καθημερινά απο τις 8 το πρωί έως και τις 3 το μεσημέρι! Ήταν ανεπανάληπτες οι λειτουρίες του Αγίου. Ο ίδιος αγαπούσε τα μικρά ξωκλήσια τής Αθήνας, τα οποία καθημερινά επισκεπτόταν για να τελέσει το ευλογημένο καθήκον του. Τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές παρέμενε στο ναό του, συχνά όμως πήγαινε στο εκκλησάκι του Προφήτου Ελισσαίου, στην οδό Άρεως στην Πλάκα, για αγρυπνίες. Ήταν οι πιο κατανυκτικές αγρυπνίες του Αγίου και όλο το εκκλησίασμα αισθανόταν την ευλογία. Σ’αυτές τις συχνές αγρυπνίες στο ψαλτήρι στεκόντουσαν πάντα οι δυο κορυφαίοι λογοτέχνες, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, που αγαπούσαν πολύ τον άγιο ιερέα και τον βοηθούσαν με το ψάλσιμό τους. Η ζωή του Αγίου ήταν απλή, όπως ήταν απλός σαν παιδί και ο ίδιος. Νήστευε αυστηρά, προσευχόταν συνεχώς, με όλη τη δύναμη της ψυχής του, αγαπούσε χωρίς διάκριση όλους και ποτέ του δεν κρατούσε χρήματα. Όσα και να του έδιναν απο μόνοι τους διάφοροι άνθρωποι, ο Άγιος τα σταύρωνε και πηγαίνοντας στα στενά σοκάκια και στις φτωχογειτονιές μοίραζε επιδόματα ανάγκης σε ανήμπορες νεαρές κοπέλες, σε φτωχές χήρες γυναίκες, σε άπορους σπουδαστές και σε νεαρά ζευγάρια για τα πρώτα τους έξοδα.

Το παρουσιαστικό του συγκλόνιζε τούς πάντες. Η λαμπερή διαπεραστική ματιά του γαλήνευε όσους ήταν κοντά του. Η απλοϊκή ομιλία του συγκινούσε ακόμα και τους πιο μορφωμένους επιστήμονες. Άν και ήταν ψευδός, και πολλές φορές τα λόγια του ακούγονταν αστεία, ποτέ κανένας δεν γελούσε. Αντίθετα μάλιστα. Τα δακρυσμένα μάτια όλων μαρτυρούσαν πόσο πολύ τα λόγια του μιλούσαν στις ψυχές τους. Σαν τον αντίκριζαν να περπατάει στο δρόμο οι γυναίκες έκαναν με ευλάβεια το σταυρό τους, οι άνδρες έκοβαν το βήμα τους για να προσπεράσει, οι αμαξάδες σταματούσαν την πορεία τους και κατέβαιναν και τα μικρά παιδιά έτρεχαν να πάρουν την ευχή του. Η παρουσία του, ήταν τιμή για την πρωτεύουσα και όλοι οι κάτοικοι τον εκτιμούσαν και πίστευαν πως ο ταπεινός ιερέας ήταν ένας αληθινός Άγιος. Κάθε φορά που έφτανε στην κατάμεστη απο κόσμο εκκλησία για να λειτουργήσει γινόταν σάλος πραγματικός από την υποδοχή του εκκλησιάσματος. Οι περισσότεροι προσπαθούσαν να του φιλήσουν το χέρι, άλλοι να αγγίξουν τα φτωχικά του ράσα και αρκετοί να προσκυνήσουν το λευκασμένο κεφάλι του, αφού ήταν ιδιαίτερα κοντός.

Όπου πήγαινε για να τελέσει θεία λειτουργία, έπαιρνε μαζί του τα «συμβόλαια και τα γραμμάτια» όπως ο ίδιος έλεγε, δηλαδή τα εκατοντάδες μικρά χαρτιά με τα ονόματα που του έδινε ο κόσμος για να τα μνημονεύσει. Τα κρατούσε όλα για χρόνια και καθημερινά τα μνημόνευε. Για την απέραντη αγάπη του, αλλά και για την ακούραστη άσκηση και ταπείνωσή του ο Πανάγαθος Θεός τον τίμησε με ουράνιες δωρεές όπως οι θαυμαστές παρεμβάσεις και το προορατικό χάρισμα. Ο ίδιος ο Άγιος βέβαια, ποτέ δε δεχόταν ότι έκανε θαύματα. Συνήθιζε μάλιστα να τα ονομάζει σημεία, ενώ με μεγάλο κόπο προσπαθούσε να κρύψει το προορατικό του χάρισμα.

Στίς 3 Μαρτίου 1932 έγινε η οσιακή του κοίμηση και για τρείς ολόκληρες μέρες χιλιάδες λαού βρέθηκαν στον Άγιο Ιωάννη τον Κυνηγό για να προσκυνήσουν και να πάρουν για τελευταία φορά την ευλογία απο το σεπτό λείψανο του Αγίου Νικολάου Πλανά, που κοντά στο Θεό πλέον εύχεται για όλους μας.

Μέσα από τα βάθη της ψυχής του τελούσε ο Άγιος τη Θεία Λειτουργία. Πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν πέρασε ούτε μία μέρα χωρίς να λειτουργήσει. Κατά τις πολύωρες λειτουργίες δεν ήταν λίγα τα θαύματα που συνέβαιναν. Ο Άγιος Νικόλαος τα θεωρούσε εντελώς φυσιολογικά όπως εντελώς φυσιολογική ήταν η αστείρευτη αγάπη του πρός το Θεό. Οι ακολουθίες του Παππού, όπως φώναζαν τον Άγιο τα πνευματικά του παιδιά, ήταν μοναδικές και ανεπανάληπτες. Είχαν τη μεγαλοπρέπεια του Βυζαντίου αλλά και τη σφραγίδα της αγιοπατερικής παράδοσης. Πλήθος κόσμου συγκεντρώνονταν στους ναούς που λειτουργούσε ο ταπεινός ιερέας. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, άνδρες και γυναίκες, Αθηναίοι και επαρχιώτες, επιστήμονες και απλοί εργάτες. Ακόμα και παιδιά, αρκετά παιδιά με τις μητέρες τους έμεναν στο ναό ώρες πολλές μέχρι να τελειώσει η ακολουθία. Τα μικρά παιδιά τον αγαπούσαν πολύ τον παππούλη, αλλά και ο Άγιος αγαπούσε τα αθώα παιδιά.

Συχνά πήγαιναν από νωρίς στην εκκλησία για να προλάβουν να είναι πρώτα στο ιερό και έτσι να ντυθούν τη στολή τους για να βοηθήσουν τον Άγιο στη Θεία Λειτουργία.

Πηγή : "ΑΓΙΑ ΔΥΝΑΜΙΣ"- Μετόχι Ιεράς Μονής Πεντέλης

Κάποια μέρα όμως, τον Ιούνιο του 1931, μετά την Θεία Λειτουργία ο Άγιος έπαθε μια ελαφά λιποθυμία και μεταφέρθηκε σπίτι του. Εκεί παρέμεινε ως τον Οκτώβριο χωρίς να λειτουργεί, όμως καθημερινά με τη βοήθεια των πνευματικών του παιδιών, διάβαζε τον Όρθρο. Στις 23 Οκτωβρίου, ανήμερα του Αγίου Ιακώβου, λειτούργησε για τελευταία φορά και από εκείνη την ώρα έμεινε στο κρεβάτι του προσευχόμενος για όλους.

Περνώντας ο καιρός, η φήμη του Αγίου ιερέα εξαπλωνόταν όλο και πιο μακριά και όλοι όσοι είχαν κάποιο πρόβλημα έτρεχαν να τον συμβουλευτούν. Ο Άγιος υπομονετικά τους δεχόταν και τους ευλογούσε, ενώ οι προσευχές του τους συνόδευαν πάντα. Σε σοβαρές μάλιστα περιπτώσεις παρέμενε ο ίδιος άγρυπνος όλη τη νύχτα και προσευχόταν με δάκρυα προς το Θεό. Μέχρι τα βαθιά του γεράματα παρέμεινε ακούραστος στο ιερό του καθήκον.

Πηγή: http://www.gerontas.com/content/view/1112/166/

Ένας αγιορείτης γέροντας μια φορά όταν ερωτήθηκε από ένα πνευματικό του παιδί σχετικά με τη μετάδοση ασθενειών μέσω της Θεία Κοινωνίας έφερε παράδειγμα ένα αληθινό περιστατικό που συνέβη στον Άγιο Νικόλαο Πλανά. Ο Άγιος είχε επισκεφθεί κάποιο λεπρό για να τον κοινωνήσει. Παίρνοντας ο Άγιος την αγία λαβίδα να κοινωνήσει τον άρρωστο (λεπρό) χύθηκε η Θεία Κοινωνία πάνω στο σώμα του λεπρού. Ο Άγιος αψηφώντας τον κίνδυνο να κολλήσει την επικίνδυνη αρρώστεια έσκυψε και έγλυψε από το γεμάτο πληγές σώμα του λεπρού όλη τη Θεία Κοινωνία. Η αδελφή του λεπρού έμεινε άναυδη βλέποντας τον Άγιο και ταυτόχρονα τον αποκάλεσε τρελλό. Η απάντηση του Αγίου ήταν ότι δεν θα άφηνε τον Κύριο του να πάει χαμένος. Γι'αυτό και ο Άγιος σε μια εικόνα αγιογραφείται να κρατάει στα χέρια του το Άγιο Δισκοπότηρο και την Αγία Λαβίδα. Ο αγιορείτης γέροντας χρησιμοποιήσε αυτό το παράδειγμα θέλοντας να δείξει ότι η Θεία Κοινωνία δεν είναι απλά άρτος και κρασί αλλά "σώμα και αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού" και ότι δεν υπάρχει λόγος να σιχαινόμαστε ή να φοβόμαστε μην τυχόν και κολλήσουμε κάποια αρρώστεια κοινωνώντας όλοι από το ίδιο κουταλάκι (λαβίδα) την στιγμή της Θείας Μεταλήψεως. Πρέπει να πιστέψουμε ότι η Θεία Κοινωνία είναι ο ΙΔΙΟΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ο Οποίος θυσιάζεται για μας σε κάθε λειτουργία για να μας εξαγνίσει και να κατακαύσει όλα τα αγκάθια της ψυχής μας.

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

0 άγιος Γρηγόριος στέλνει μια επιστολή σε πνευματική του θυγατέρα...

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έστειλε σε μια πνευματική του θυγατέρα , ( την Ολυμπιάδα) ,την κατωτέρω επιστολή σα « δώρο » για τον γάμο της, που μόλις τέλεσε. Η κατωτέρω επιστολή έχει βάθος Θεολογίας και ψυχολογίας. Και πάνω απ’; όλα δίνει στη σύζυγο πολύτιμες συμβουλές για έναν πετυχημένο γάμο.

Γράφει λοιπόν ο Άγιος:

« Κόρη μου, στους γάμους σου εγώ ο πνευματικός σου πατέρας, ο Γρηγόριος, σου κάνω δώρο τούτο το ποίημα. Και είναι ό,τι καλλίτερο η συμβουλή του πατέρα:

Άκου λοιπόν Ολυμπιάδα μου :

1. Ξέρω ότι θέλεις να είσαι πραγματική χριστιανή . Και μια πραγματική χριστιανή πρέπει όχι μόνο να είναι, αλλά και να φαίνεται. Γι αυτό ,σε παρακαλώ ,να προσέξης την εξωτερική σου εμφάνιση. Να είσαι απλή. Το χρυσάφι, δεμένο σε πολύτιμες πέτρες, δεν στολίζει γυναίκες σαν και σένα. Πολύ περισσότερο το βάψιμο. Δεν ταιριάζει στο πρόσωπό σου, την εικόνα του Θεού, να την παραποιής και να την αλλάζης, μόνο και μόνο για να αρέσης. Ξέρε το ότι αυτό είναι φιλαρέσκεια και να μένης απλή στην εμφάνιση. Τα βαρύτιμα και πολυτελή φορέματα ,ας τα φορούν εκείνες, που δεν επιθυμούν ανώτερη ζωή, που δεν ξέρουν τι θα πη πνευματική ακτινοβολία . Εσύ ,όμως έβαλες μεγάλους στόχους και υψηλούς στόχους στη ζωή σου. Κι αυτοί οι στόχοι σου ζητούν όλη τη φροντίδα κι όλη την προσοχή.

2. Με το γάμο , η στοργή και η αγάπη σου να είναι φλογερή και αμείωτη για κείνον, που σου δωσε ο Θεός . Για κείνον, που γινε το μάτι της ζωής σου και σου ευφραίνει την καρδιά. Κι αν καταλάβης πως ο άνδρας σου σε αγαπάει περισσότερο απ’; όσο τον αγαπάς εσύ, μη κυττάξης να του πάρης τον αέρα, κράτα πάντα τη θέση που σου ορίζει το Ευαγγέλιο.

3. Εσύ να ξέρης ότι είσαι γυναίκα, έχεις μεγάλο προορισμό, αλλά διαφορετικό από τον άνδρα, που πρέπει να είναι η κεφαλή. Άσε την ανόητη ισότητα των δύο φύλων και προσπάθησε να καταλάβης τα καθήκοντα του γάμου. Στην εφαρμογή τους θα δης πόση αντοχή χρειάζεται για ν’; ανταποκριθής, όπως πρέπει , σ’; αυτά τα καθήκοντα , αλλά και πόση δύναμη κρύβεται στο ασθενές φύλο.

4. Θα ξέρης ,πόσο εύκολα θυμώνουν οι άνδρες. Είναι ασυγκράτητοι και μοιάζουν με λιοντάρια. Σ’; αυτό το σημείο η γυναίκα πρέπει να είναι δυνατότερη και ανώτερη. Πρέπει να παίζη το ρόλο του θηριοδαμαστή. Τι κάνει ο θηριοδαμαστής όταν βρυχάται το θηρίο; Γίνεται περισσότερο ήρεμος και με την καλωσύνη καταπραΰνει την οργή. Του μιλάει γλυκά και μαλακά , το χαϊδεύει, το περιποιείται και πάλι το χαϊδεύει κι έτσι το καταπραΰνει

5. Ποτέ μη κατηγορήσης και αποπάρης τον άνδρα σου για κάτι που έκανε στραβό. Ούτε πάλι για την αδράνειά του ,έστω κι αν το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που ήθελες εσύ. Γιατί ο διάβολος είναι αυτός, που μπαίνει εμπόδιο στην ομοψυχία των συζύγων

6. Να έχετε κοινά τα πάντα και τις χαρές και τις λύπες. Γιατί ο γάμος όλα τα σας τα έκανε κοινά. Κοινές οι φροντίδες ,γιατί έτσι το σπίτι θα στεριώση. Να συμβάλλης εκφράζοντας τη γνώμη σου, ο άνδρας όμως ας αποφασίζη.

7. Όταν τον βλέπης λυπημένο, συμμερίσου τη λύπη του εκείνη την ώρα. Γιατί είναι μεγάλη ανακούφιση στη λύπη , η λύπη των φίλων. Όμως αμέσως να ξαστεριάζη η όψη σου και να σαι ήρεμη χωρίς αγωνία. Η γυναίκα είναι το ακύμαντο λιμάνι για το θαλασσοδαρμένο σύζυγο.

8. Να ξέρης ότι η παρουσία σου στο σπίτι σου είναι αναντικατάστατη, γι’; αυτό πρέπει να το αγαπήσης μ’; όλες τις φροντίδες του νοικοκυριού. Να το βλέπης σαν βασίλειό σου ,και να μη συχνοβγαίνης από το κατώφλι σου. Άφησε τις έξω δουλειές για τον άνδρα.

9. Πρόσεχε τις συναναστροφές σου. Πρόσεξε τις συγκεντρώσεις ,που πηγαίνεις. Μη πας σε άπρεπες συγκεντρώσεις, γιατί είναι μεγάλος κίνδυνος για την αγνότητά σου. Αυτές οι συναναστροφές αφαιρούν την ντροπή κι απ΄ τις ντροπαλές ,σμίγουν μάτια με μάτια, κι όταν φύγη η ντροπή γεννιούνται όλα τα χειρότερα κακά ( « αιδώς οιχομένη, πάντων γενέτειρα κακίστων » ). Τις σοβαρές όμως συγκεντρώσεις με συνετούς φίλους να τις επιζητής , για να εντυπώνεται στο νου σου ένας καλός λόγος, ή κάποιο ελάττωμα να κόψης ή να καλλιεργήσης τους δεσμούς σου με εκλεκτές ψυχές.Μη εμφανίζεσαι ανεξέλεγκτα σε οποιονδήποτε, αλλά στους σώφρονες συγγενείς σου, στους ιερείς και σε σοβαρούς νεώτερους ή ηλικιωμένους.Μη συναναστρέφεσαι φαντασμένες γυναίκες , που έχουν στο νου τους στο έξω ,για επίδειξη. Ούτε ακόμα άνδρες ευσεβείς, που ο σύζυγός σου δεν θέλει στο σπίτι, αν και συ τόσο πολύ τους εκτιμάς. Υπάρχει για σένα πιο ακριβό πράγμα από τον καλό σου σύζυγο, που τόσο αγαπάς;

Από το βιβλίο « ΓΑΜΟΣ – Πνευματικό Γυμναστήριο »

Αρχ. Βασιλείου Π. Μπακογιάννη

Εκδόσεις : Νεκτ. Παναγόπουλος

 

 

 

Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com